Δυσκολίες. Μέρος Θ'
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Πῆγα κάποτε στήν καλύβα μιᾶς ἐβένης καί εἶδα τά δυό ἀγοράκια της, ἡλικίας ἕξι ὥς ὀκτώ ἐτῶν, νὰ εἶναι γεμάτα μολυσμένες πληγές. Ἡ ψώρα τά εἶχε καταφάει ἀπ’ τό κεφάλι ὥς τά πόδια. Καί ἡ ἐπιδείνωσή της ἦταν γρήγορη, γιατί δέν ἔπαιρναν κανένα μέτρο καί δέν τηροῦσαν καμιά καθαριότητα. Προθυμοποιήθηκα νά περιποιηθῶ τίς πληγές τῶν παιδιῶν. Ἡ μητέρα τους ὅμως ἀντέδρασε μέ τό γνωστό πανικό τῆς ἄγνοιας. Προσπάθησε νά προφυλάξει τά παιδιά της ἀπό τά χέρια μου, τραβώντας τα στό βάθος τῆς καλύβας.
-Ὄχι, ὄχι, ὄχι! ἐπαναλάμβανε φοβισμένη, βλέποντας τίς ἄγνωστες καί μυστηριώδεις γιά κείνη ἀλοιφές, πού ἔβλαλα ἀπό τήν τσάντα μου.
Βλέποντας τήν ἀρνητική της στάση, σκέφτηκα νά τήν πείσω παιδαγωγικά. Τῆς πρότεινα λοιπόν νά λούσει ἐκείνη ἕνα ἀπό τά παιδιά.
-Θά δεῖς πόσο θ’ ἀνακουφιστεῖ τό ψωριασμένο κεφαλάκι του μέ τό ζεστό νερό, τῆς εἶπα.
Συλλογίστηκε γιά λίγο ἡ ἐβένη. Τελικά ἔγνεψε μέ τό κεφάλι της συγκαταβατικά. Σηκώθηκε κι ἄρχισε νά ἑτοιμάζεται γιά τό λούσιμο τοῦ μεγαλύτερου ἀγοριοῦ. Τό μικρότερο παιδί ὅμως, βλέποντας τό ζεστό νερό, τήν πετσέτα, τούς ἐπιδέσμους καί τίς ἀλοιφές, νόμισε πώς θά ἔκανα κανένα κακό στόν ἀδελφό του.















