Γερώ - Δαυίδ Διονυσιάτης. (Μέρος Β'). Τελευταῖο
Το κελί του ήταν πολύ
ατημέλητο και λερωμένο γι' αυτό είχε πολλούς ψύλλους και κοριούς. Όταν ήρθε η
συνοδεία του παπα-Χαράλαμπου από το Μπουραζέρι, θέλησαν να το καθαρίσουν και
πέταξαν στη θάλασσα πολλά άχρηστα πράγματα. Ο γερω-Δαυίδ δεν αντέδρασε, μόνο
έλεγε: "Δόξα τω Θεώ που ήρθαν οι πατέρες και μας καθαρίζουν".
Στο ταπεινό, μικρό, μισοσκότεινο,
απεριποίητο κελάκι του καταγινόταν στην ευχή. Έκανε αγρυπνίες και για να μην
τον πιάνει ο ύπνος, όταν κουραζόταν, καθόταν σ' ένα σκαμνάκι κουτσό με τρία
πόδια. Μόλις αποκοιμόταν έχανε την ισορροπία πέφτοντας ξυπνούσε και συνέχιζε
την αγρυπνία του.
Είχε πραγματική ταπείνωση, ήταν ένας
ταπεινός Κοινοβιάτης. Τον εαυτό του, όπως έλεγε, δεν τον λογάριαζε ούτε για
σκνίπα. Αυτή η ταπείνωσή του ήταν η ασπίδα του στις πολλές επιθέσεις του
διαβόλου που του εμφανιζόταν συχνά.











