Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.Περί των ειδών της φαντασίας και του κατ' αυτής αγώνος



Περί των ειδών της φαντασίας  και του κατ' αυτής αγώνος

Η ικανότης της φαντασίας εκδηλούται λίαν ποικιλομόρφως. Ο ασκητής εν πρώτοις παλαίει προς το είδος εκείνο της φαντασίας, όπερ συνδέεται προς την ενέργειαν των τραχέων σαρκικών παθών. Γνωρίζει ότι παν πάθος έχει την μορφήν αυτού, επειδή ανήκει εις την σφαίραν του κτιστού κόσμου, αναποφεύκτως υφισταμένου εν εκείνη ή τη άλλη μορφή, φέροντος εκείνην ή την άλλην εικόνα.
Υπό κανονικάς συνθήκας εν τω ανθρώπω η ενέργεια της εμπαθούς επιθυμίας τότε μόνον αποκτά δύναμιν όταν η εσωτερικώς γενομένη δεκτή εμπαθής εικών προσελκύση προς εαυτήν τον νουν. Εάν ο νους απορρίψη την προτεινομένην αυτώ μορφήν του πάθους, αύτη δεν δύναται να εξελιχθή και σβέννυται.
Επί παραδείγματι όταν έρχηται σαρκική επιθυμία, έστω και φυσιολογική, ο ασκητής φυλάττει τον νουν αυτού από της έξωθεν φερομένης εικόνος του πάθους. (Ομιλούντες ενταύθα περί νοός, έχομεν υπ’ όψιν ουχί το λογικόν, την λογικήν σκέψιν, αλλ’ ότι ωρίζετο ίσως καλύτερον ως «προσοχή»).
Εάν ο νους δεν δεχθή ταύτην την εικόνα, το πάθος δεν δύναται να αναπτύξη την ενέργειαν αυτού. Τοιαύτη τήρησις του νοός από της εικόνος του πάθους δίδει εις τον άνθρωπον την πραγματικήν δυνατότητα, αποδεδειγμένην }198} δια χιλιετούς ασκητικής πείρας να φυλάξη πλήρως δι’ όλου του βίου την σώφρονα εγκράτειαν, εισέτι και όταν το σώμα είναι ισχυρόν, ως τούτο βλέπομεν εις το παράδειγμα του Γέροντος.
Αντιθέτως εάν ο νους του ανθρώπου δέχηται ενηδόνως την εμπαθή εικόνα, η ενέργεια αυτής υποβάλλει εις τυραννικόν βιασμόν εισέτι και το
ανίκανον ασθενικόν και εξηντλημένον σώμα.

Το άλλο είδος φαντασίας προς το οποίον παλαίει ο ασκητής ονομάζεται συνήθως ονειροπόλησις-ρεμβασμός. Ο άνθρωπος εξέρχεται της αντικειμενικής καταστάσεως των εν τω κόσμω πραγμάτων και
ζη εν τη σφαίρα της φαντασίας. Επειδή δε η φαντασία είναι ανίσχυρος να δημιουργήση τι «εκ του μη όντος», τα απότοκα αυτής οπωσδήποτε θα φέρουν χαρακτήρα του πέριξ κόσμου.

.. μεταβαίνομεν εις έτερον είδος εκδηλώσεως της δυνάμεως της φαντασίας. Ο άνθρωπος επωφελούμενος }199} της ικανότητος της μνήμης και παραστάσεως δύναται να σκέπτηται, ίνα εύρη την λύσιν προβλήματος τινος επί παραδείγματι τεχνικού και τότε ο νους αυτού δια της νοήσεως ζητεί την δυνατότητα εμπράκτου πραγματοποιήσεως εκείνης ή της άλλης ιδέας.
Τούτο το είδος της εργασίας του νοός, συνοδευόμενον υπό της φαντασίας, έχει μεγίστην σημασίαν δια τον πολιτισμόν και είναι απαραίτητον εις την δομήν της ζωής.
Ο μεριμνών όμως περί της καθαράς προσευχής ασκητής προσπαθεί δια της ακτημοσύνης να περιορίση εαυτόν εν πάσιν ίνα και τούτο το είδος της φαντασίας μη εμποδίση αυτόν «να δίδη εις τον Θεόν την πρώτην αυτού σκέψιν και την πρώτην αυτού δύναμιν», τουτέστι να συγκεντρούται πλήρως εν τω Θεώ.

Τέλος έν προσέτι είδος φαντασίας περί ού θέλομεν να ομιλήσωμεν συνθέτουν αι απόπειραι του λογικού να εισδύση εις τα μυστήρια του είναι και να συλλάβη τον Θείον κόσμον. Αι τοιαύται απόπειραι αφεύκτως συνοδεύονται υπό της φαντασίας, την οποίαν πολλοί τείνουν να καλέσουν δια του υψηλού ονόματος της «θεολογικής δημιουργίας» (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).
Ο αθλητής της νοεράς ησυχίας και της καθαράς προσευχής παλαίει εντός αυτού αποφασιστικώς κατά του τοιούτου είδους «δημιουργίας», ήτις δύναται να είναι διαδικασία αντίστροφος της τάξεως του αυθεντικού είναι, τουτέστι να δημιουργή ο άνθρωπος τον Θεόν κατά την ιδίαν αυτού εικόνα και ομοίωσιν.
… εν τη αποσπάσει αυτού από πάσης θεολογικής ή φιλοσοφικής δημιουργίας, στρέφεται προς τον Θεόν δι’ ανειδέου ευχής. Και εάν συγκαταβή η θεία ευδοκία }200} επί του ευχομένου και δοθή εις αυτόν να γευθή της εγγύτητος του Θεού η περί του πάντων επέκεινα Θεού γνώσις θα προσλάβη την μίαν ή την άλλην μορφήν, μη «επινοηθείσαν» όμως υπό του ασκητού ή του προφήτου, αλλ’ «άνωθεν δεδομένην».

Ο ασκητής δια της προσευχής ζητεί τον Θεόν, τον Ποιητήν αυτού και ο Θεός κατά την συγκατάβασιν και ευδοκίαν Αυτού δίδει την περί Αυτού γνώσιν δι’ εικόνων εφικτών εις τον άνθρωπον. Αι δοθείσαι υπό του Θεού εικόνες καταναλίσκουν τα πάθη εν τω ανθρώπω και αγιάζουν αυτόν. Εάν όμως ούτος δεχθή αυτάς ως τελείωσιν της αποκαλύψεως πλανάται οπότε και οι άνωθεν δοθείσαι εικόνες δύνανται να αποτελέσουν ανυπέρβλητον εμπόδιον προς τελειοτέραν θεογνωσίαν.

Η δημιουργική ιδέα του Θεού πραγματοποιείται και υλοποιείται εν τω κόσμω η κτιστή όμως ελευθερία πορεύεται αντίστροφον οδόν: Ζητεί τον Ίδιον τον Θεόν, εις τον Οποίον ευρίσκεται το άκρον τέλος και η εσχάτη έννοια του είναι αυτής. Ο σκοπός του κτιστού κόσμου δεν ευρίσκεται εν αυτώ τω ιδίω τω είναι αυτού και χάριν αυτού εν τη μορφή και τω τρόπω της υπάρξεως αυτού, αλλ’ έγκειται εις την γνώσιν του Κτίστου και την θέωσιν του κτίσματος.

Η συγκατάβασις του Λόγου δεν είναι ένδειξις ενδογενούς αξίας του κόσμου. }201}

Ο Θεός δεν είναι ο ιδεατός κόσμος ήτοι ο κόσμος των ιδεών. Και η μορφή του δοθέντος εμπειρικού όντος δεν είναι υλοποίησις του θείου ιδεατού κόσμου, τουτέστι τοιαύτη άνευ της οποίας και αυτό το Θείον Όν θα εφαίνετο ως ελλιπές, ατελές.

Η πνευματική προσευχή δεν είναι ούτε καλλιτεχνική δημιουργία ούτε επιστημονική εργασία ούτε φιλοσοφική έρευνα και στοχασμός, ούτε αφηρημένη διανοητική θεολογία. Η πνευματική ζωή δεν είναι ικανοποίησις των συναισθηματικών ημών επιδιώξεων δια της πραγματοποιήσεως αυτών, τουτέστι της μετατροπής αυτών εις βιώματα ή υλοποιημένας μορφάς, επί παραδείγματι της τέχνης. Πάντα ταύτα αποτελούν διαφόρους όψεις εκδηλώσεως της φανταστικής ενεργείας του ανθρώπου. Άλλαι δύνανται να τεθούν υψηλότερον άλλαι χαμηλότερον· είναι τουτέστι δυνατή η σύστασις αξιολογικής ιεραρχίας αυτών των μορφών. Αλλ’ ούτως ή άλλως πάντα ταύτα αποτελούν τας εκδηλώσεις της φανταστικής ενεργείας, αίτινες δέον όπως υπερπηδηθούν, ει δ’ άλλως είναι αδύνατον να φθάσωμεν την τελείαν προσευχήν ή την αυθεντικήν θεολογίαν ή την αληθώς θεάρεστον ζωήν.

Ώστε τοιαύτη είναι η οδός του ορθοδόξου ασκητού: Ζητεί τον Ποιητής αυτού Θεόν εις το υπερβατικόν Αυτού }202} Είναι. Διατούτο εν τη πράξει της νοεράς προσευχής διεξάγει αγώνα προς μυριάδας παντοίων εικόνων, και εποπτικών … και διανοητικών, ήτοι των εννοιών, ίνα γυμνός πάσης κτιστής εικόνος προσεύχηται εις τον Θεόν ενώπιος Ενωπίω, πρόσωπον προς Πρόσωπον.

… κατά την ανάβασιν αυτού (ο άνθρωπος) εκ της κτίσεως προς τον Θεόν δεν αρνείται την πραγματικότητα και την αξίαν της κτίσεως, αλλ’ απλώς δεν απολυτοποιεί και δεν θεοποιεί αυτήν· δεν προσάπτει εις αυτήν αυτοσκοπόν και αυταξίαν. Ο Θεός εποίησε τον κόσμον, ουχί ίνα ζη ο Ίδιος την ζωήν της κτίσεως, αλλ’ ίνα η λογική κτίσις κοινωνήση της Θείας Αυτού υπάρξεως. Όταν ο λογικός άνθρωπος δεν επιτυγχάνη την θέωσιν, ήτις δεν δύναται να τελεσθή άνευ της μετοχής αυτού, τότε εξαφανίζεται και αυτή η έννοια της υπάρξεως αυτού. Εκ της συνειδήσεως του μεγαλείου της κλήσεως αυτού ηνωμένης μετά της θεωρίας της θείας δημιουργίας, γεννάται εν τη ψυχή του ανθρώπου θάμβος μέγα ενώπιον του Ποιητού των πάντων, αλλά και η πλέον ρεαλιστική αντίληψις παντός πράγματος εν τω κόσμω (ΛΟΓΟΙ ΟΝΤΩΝ). Ταυτοχρόνως όμως η αυτή συνείδησις οδηγεί εις την απόσπασιν από παντός κτιστού χάριν της θεωρίας του Μόνου Θεού. Η απόσπασις αύτη δεν είναι απέκδυσις του πραγματικού κτιστού είναι υπό την έννοιαν της απορρίψεως ή της αρνήσεως αυτού ως «φάσματος». Δεν είναι η απόσπασις αύτη ποιητική ή φιλοσοφική αεροβασία εις την σφαίραν των υψηλών και ωραίων μορφών ή των «καθαρών» ιδεών, όσον υψηλαί αξιολογικώς και αν }203} είναι αύται, διότι η τοιαύτη στάσις μεταφέρει εκ νέου εις φαντασιώδη κόσμον. Ουχί. Η απόσπασις ή η αποχή εκ πάντων εν τη πνευματική προσευχή είναι συνέπεια της ολοκληρωτικής εφέσεως προς τον Θεόν τον ζώντα και αληθινόν, ένεκα της προς Αυτόν ακράτου αγάπης και της κλήσεως ημών να ζώμεν εν Αυτώ, Όστις είναι ο Αυτοσκοπός και η Αυταξία.

Εις τον απλούν και ταπεινόν πιστόν η απαλλαγή από της εξουσίας της φαντασίας επιτυγχάνεται δια της ακεραίας και διακαούς επιθυμίας να ζη ούτος κατά το άγιον θέλημα του Θεού. Τούτο είναι τοσούτον απλούν, και εν ταυτώ τοσούτον «αποκεκρυμμένον από σοφών και συνετών», ώστε δεν υπάρχει δυνατότης εξηγήσεως αυτού δια λόγων.

Εις την αναζήτησιν αυτήν του θελήματος του Θεού περικλείεται και η «αποταγή» του κόσμου. Η ψυχή θέλει να ζη μετά του Θεού και δια τούτο «αποτάσσεται» του θελήματος και της φαντασίας αυτής άτινα δεν δύνανται να δημιουργήσουν πραγματικήν ύπαρξιν, αλλ’ εμφανίζονται ως «σκότος εξώτερον».

Ο κόσμος της ανθρωπίνης φαντασίας είναι κόσμος των «φασμάτων» της αληθείας. Είναι δε κοινός εις τους ανθρώπους και τους πεσόντας αγγέλους, και δια τούτο η φαντασία πολλάκις γίνεται αγωγός δαιμονικής ενεργείας.

Και αι δαιμονικαί εικόνες, και αι υπό του ιδίου του ανθρώπου επινοούμεναι, δύνανται να επιδρούν επί των ανθρώπων μετασχηματίζουσαι ή μεταμορφούσαι αυτούς, αλλά πάντως έν είναι αναπόφευκτον: Πάσα εικών σχηματισθείσα υπό του ιδίου του ανθρώπου ή εμπνεομένη υπό των δαιμόνων, γενομένη δεκτή υπό της ψυχής, διαστρέφει την πνευματικήν μορφήν του ανθρώπου του κτισθέντος κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού. Η ενέργεια της φαντασίας εν τη εσχάτη εξελίξει αυτής οδηγεί εις αυτοθέωσιν }204} του κτίσματος, ήτοι εις αναγνώρισιν θείας αρχής εν αυτή τη φύσει του ανθρώπου. Δυνάμει τούτου η φυσική θρησκεία, ήτοι η θρησκεία του ανθρωπίνου λογικού μοιραίως λαμβάνει πανθεϊστικόν χαρακτήρα.

Και αι ανθρώπιναι και αι δαιμονικαί εικόνες έχουν την εαυτών δύναμιν, συχνάκις μεγίστην ουχί όμως διότι είναι καθ’ εαυτάς δημιουργικαί κατά την πλήρη έννοιαν της λέξεως, ως η εκ του μηδενός κτίζουσα θεία δύναμις, αλλ’ επειδή η ανθρωπίνη θέλησις κλίνει προς αυτάς και μόνον λόγω της υποταγής εις αυτάς μορφοποιείται υπ’ αυτών ο άνθρωπος. Ο Κύριος όμως ελευθεροί τους μετανοούντας εκ του κράτους των παθών και της φαντασίας και ο απελευθερωθείς εξ αυτών χριστιανός καταφρονεί την δύναμιν των φανταστικών εικόνων.

Η εξουσία του κοσμικού κακού επί του ανθρώπου είναι τεραστία και ουδείς των απογόνων του Αδάμ δύναται να καταβάλη αυτήν άνευ και έξω του Χριστού.

(ΜΟΡΦΕΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ)

Η πρώτη μορφή αφορά εις τον προς τα πάθη γενικόν αγώνα.

Η δευτέρα μορφή είναι χαρακτηριστική εις όσους προσεύχονται κατά τον πρώτον τρόπον. Εις αυτήν ωσαύτως την }205} μορφήν φαντασίας ανάγεται η γνωστή μέθοδος του «διαλογισμού» (meditation), όταν δια της προσπαθείας της φαντασίας ο άνθρωπος δημιουργή εν τω νοΐ αυτού εποπτικάς εικόνας εκ της ζωής του Χριστού ή άλλας ιεράς παραστάσεις. Συνήθως εις αυτήν την εργασίαν καταφεύγουν οι αρχάριοι ή άπειροι ασκηταί. … τέλος φθάνει μέχρι παραισθήσεως και ασθενεί ψυχικώς ή εις τας πλέον ευτυχείς περιπτώσεις μένει «εν τη πλάνη» διερχόμενος τον βίον αυτού εν φανταστικώ κόσμω.

Περί της τρίτης και τετάρτης μορφής της φαντασίας δυνάμεθα να είπωμεν ότι ευρίσκονται εις την βάσιν όλου του ορθολογιστικού πολιτισμού. Δια τούτο η απ’ αυτών απόσπασις είναι ιδιαιτέρως δύσκολος εις τον πεπαιδευμένον άνθρωπον, τον βλέποντα εν τω πολυτισμώ τούτω τον πνευματικόν αυτού πλούτον, η εκ του οποίου απόσπασις είναι ασυγκρίτως δυσκολωτέρα της εκ του υλικού.

Πας προσευχόμενος κατά τον τρίτον τρόπον γνωρίζει το λίαν αλγεινόν της αποταγής ταύτης. Έτυχεν εις ημάς να παρατηρήσωμεν παράδοξον τι φαινόμενον: Μεταξύ των αγαπησάντων την νοεράν προσευχήν απλών και ολιγογραμμάτων ασκητών συναντάται συχνότερον η }206} ανάβασις εις μέγα ύψος και καθαρότητα ή μεταξύ των πεπαιδευμένων οίτινες εις την συντριπτικήν πλειοψηφίαν αυτών παραμένουν εις τον δεύτερον τρόπον προσευχής.

Οι βαθέως θρησκευτικώς και ασκητικώς διατεθειμένοι άνθρωποι ταχέως εννοούν το τρίτον είδος της φαντασίας ως στροφήν προς την γην. Ως εκ τούτου είναι οφθαλμοφανής η προς την προσευχήν ετερογένεια αυτής, ο δε κατ’ αυτής αγών κατά την ώραν της προσευχής απλοποιείται. Άλλως έχει η υπόθεσις ως προς το τέταρτον είδος όπερ δύναται να προσλαμβάνη ιδιαιτέραν λεπτότητα και να παρουσιάζηται ως εν Θεώ ζωή. Η αποκλειστική σπουδαιότης του προβλήματος αυτού εις την ασκητικήν αναγκάζει ημάς να παρατείνωμεν επ’ αυτού τον λόγον.

Εις τους κατά τον πρώτον τρόπον προσευχομένους επικρατεί η ρεμβάζουσα φαντασία, ενώ εις τους προσευχομένους κατά τον δεύτερον κυριαρχεί ο πειρασμός να κατορθωθή το παν δια της λογικής οδού. Εις τους τελευταίους αυτούς η ζωή συγκεντρούται εις τον εγκέφαλον. Ο νους αυτών δεν είναι ηνωμένος μετά της καρδίας, αλλά συνεχώς ορμά προς τα έξω, αγωνιζόμενος να κατακτήση το παν δια της νοήσεως. Κάτοχοι όντες ωρισμένης πνευματικής πείρας, ανεπαρκούς εισέτι, προσπαθούν «δια του νοός αυτών» να συμπληρώσουν τα κενά της πείρας αυτής και να εισχωρήσουν διανοητικώς εις τα μυστήρια της Θείας υπάρξεως. Ούτως εισχωρούν αφεύκτως εις τας θεωρίας αυτών στοιχεία τινα γεννήματα φανταστικής ενεργείας. Η ιδεώδης εκείνη σφαίρα, εις την οποίαν τότε κινούνται, εάν κέκτηνται μεγάλα διανοητικά προσόντα, δίδει εις αυτούς «φαινομενικήν» υπεροχήν έναντι των άλλων ήτις επί πλέον επιτείνει την αυτοπεποίθησιν αυτών.

Χαρακτηριστική διαστροφή εις την οποίαν οδηγεί ο }207} δεύτερος τρόπος προσευχής είναι ο ορθολογισμός.

Ο ορθολογιστής θεολόγος οικοδομεί το σύστημα αυτού καθώς ο αρχιτέκτων οικοδομεί ανάκτορον τι ή ναόν, χρησιμοποιών εμπειρικάς και μεταφυσικάς εννοίας ως υλικά οικοδομής και φροντίζων ουχί τοσούτον περί της συμφωνίας της ιδεώδους οικοδομής αυτού προς την αντικειμενικήν αλήθειαν του είναι, όσον περί του μεγαλείου και της αρμονικής ακεραιότητος του συστήματος αυτού από λογικής απόψεως.

Πολλοί μεγάλοι άνθρωποι όσον παράδοξον και αν είναι τούτο δεν ηδυνήθησαν να αντισταθούν εις τον κατ’ ουσίαν αφελή αυτόν πειρασμόν του οποίου κεκρυμμένη αρχή είναι η υπερηφανία.

Τα γεννήματα της ευφυΐας του διανοητικού θεολόγου είναι δι’ αυτόν πολύτιμα, ως εις την μητέρα είναι ηγαπημένα τα τέκνα ο καρπός της κοιλίας αυτής. Αγαπά την δημιουργίαν αυτού ως εαυτόν διότι ταυτίζεται μετ’ αυτής, εγκλωβισμένος εις την σφαίραν αυτής. Εις τοιαύτας περιπτώσεις ουδεμία εξωτερική επέμβασις δύναται να βοηθήση αυτόν και εάν ο ίδιος δεν αποκολληθή από του νομιζομένου πλούτου αυτού τότε ουδέποτε θα φθάσει εις την καθαράν προσευχήν και την αληθή θεωρίαν.

Πολλοί θεολόγοι-φιλόσοφοι, όντες κατ’ ουσίαν ορθολογισταί ανέρχονται εις την υπερλογικήν, θα ελέγομεν, σφαίραν της διανοήσεως, αλλ’ αύτη η σφαίρα δεν είναι εισέτι ο Θείος κόσμος. Περικλείεται εις τα όρια της ανθρωπίνης κτιστής φύσεως, και ως τοιαύτη είναι εφικτή εις το λογικόν κατά την φυσικήν τάξιν των πραγμάτων.

Αι ενοράσεις του νοός αυτών δεν χωρούν εις τα πλαίσια του εννομικού συλλογισμού, τουτέστι της τυπικής λογικής, αλλά μεταβαίνουν εις την σφαίραν της μεταλογικής και του αντινομικού συλλογισμού, αλλά και εν τούτω δεν παύουν να είναι κατ’ ουσίαν αποτέλεσμα διανοητικής }208} εργασίας.

Η υπερνίκησις του στενού εννομικού ορθολογισμού είναι ένδειξις υψηλής διανοητικής καλλιεργείας αλλά δεν είναι εισέτι η «αληθής πίστις» και η αυθεντική θεωρία του Θεού.

Οι άνθρωποι ούτοι πολλάκις κατέχοντες αξιολόγους ικανότητας προς λογικήν διανόησιν, ένεκα ακριβώς αυτών των ικανοτήτων και εν πλήρει συνεπεία προς αυτάς ανέρχονται εις την επίγνωσιν της σχετικότητος των νόμων της ανθρωπίνης διανοήσεως και του αδυνάτου της συμπεριλήψεως παντός του είναι εν τοις χαλυβδίνοις στεφάνοις των λογικών συλλογισμών. Δια της επιγνώσεως αυτής αναβαίνουν εις θεωρίαν υπερβαίνουσαν την τυπικήν λογικήν, αλλά και τότε θεώνται απλώς την ωραιότητα του κτισθέντος κατ’ εικόνα Θεού νοός. Επειδή δε οι το πρώτον εισερχόμενοι εις την σφαίραν ταύτην της «σιωπής του νοός» αισθάνονται «μυστικιστικόν τι δέος» νομίζουν ότι η θεωρία αυτών είναι πείρα μυστικής Θεοκοινωνίας, ενώ τω όντι ίστανται εισέτι εντός των ορίων της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως.

Αι κατηγορίαι τας οποίας χειρίζεται ο νους-λογικόν εις παρομοίας καταστάσεις εξέρχονται πέραν των ορίων των διαστάσεων του χρόνου και του χώρου, εις δε τον επόπτην αυτών δίδουν αίσθημα τι αιωνίου σοφίας. Ταύτα είναι τα τελευταία όρια εις τα οποία δύναται να φθάση ο διανοούμενος νους κατά τας οδούς της φυσικής αναπτύξεως και αυτογνωσίας αυτού ήτις δυνατόν να λάβη μορφήν φωτοειδούς αυτοθεωρίας. Η εμπειρία αύτη, ανεξαρτήτως πώς θα ερμηνευθή ήτοι ποίαν δογματικήν διατύπωσιν θα προσλάβη είναι κατ’ ουσίαν εμπειρία «πανθεϊστικής» τάξεως.

Φθάνων «μέχρι συντελείας φωτός μετά σκότους», ο άνθρωπος θεάται την νοεράν αυτού ωραιότητα, την οποίαν πλείστοι εξέλαβον ως Θεότητα. Το υπ’ αυτών θεώμενον φως είναι φως, ουχί όμως το Φως }209} εκείνο το Αληθινόν, «εν ώ σκοτία ουκ έστιν ουδεμία», αλλά το φυσικόν φως του νοός του κατ’ εικόνα Θεού κτισθέντος ανθρώπου.

Τούτο το φως του νοός υπερέχον κατ’ αξίαν του φωτός πάσης άλλης εμπειρικής γνώσεως δικαίως δύναται να κληθή σκότος, διότι είναι το «κενόν» της απεκδύσεως και ο Θεός εν αυτώ ουκ έστι. Και ίσως εν τη περιπτώσει ταύτη ή εν άλλη τινί, αρμόζει να μνησθώμεν των λόγων του Κυρίου: «Σκόπει ουν μη το φως το εν σοι σκότος εστί;». Όντως η πρώτη κοσμική προϊστορική καταστροφή η πτώσις του Εωσφόρου, υιού της πρωΐας, γενομένου πρίγκιπος του σκότους, ήτο αποτέλεσμα αυτοερωτικής θεωρίας της ωραιότητος αυτού· θεωρίας ήτις κατέληξεν εις αυτοθέωσιν.

… η εγγύησις της αληθούς Θεοκοινωνίας … υποκειμένη εις τον λογικόν ημών έλεγχον είναι η προς τους εχθρούς αγάπη.

Ας μη τολμά τις να υποτιμά το «ψυχολογικόν» τούτο κριτήριον διότι τοιαύτη ψυχική κατάστασις είναι αποτέλεσμα αληθούς Θεϊκής ενεργείας. Ο σώζων Θεός, }210} σώζει τον όλον άνθρωπον, ούτως ώστε ουχί μόνον ο νους-πνεύμα αλλά και τα ψυχικά συναισθήματα και το λογικόν και αυτό το σώμα το παν καθαγιάζεται υπό του Θεού.

… είμεθα πλήρως πεπεισμένοι ότι η μόνη οδός προς κατανόησιν της αληθείας διέρχεται δια της πίστεως και της ζώσης πείρας, τουτέστιν είναι η οδός της ιδίας της υπάρξεως. Ενταύθα όμως οφείλομεν να υποδείξωμεν ότι η αυθεντική εκείνη πείρα την οποίαν εννοούμεν δεν εξαρτάται εκ μόνης της προαιρέσεως του ανθρώπου, αλλά δίδεται εις αυτόν άνωθεν, ως δώρον ευδοκίας. Η φιλοσοφική και πανθεϊστική πείρα είναι δυνατή εντός των ορίων της φυσικής ικανότητος και προαιρέσεως του ανθρώπου, αλλ’ η χριστιανική πείρα της υπέρ φύσιν κοινωνίας μετά του Υποστατικού Θεού εξέρχεται των ορίων της προαιρέσεως του ανθρώπου.

Η χριστιανική ζωή είναι συμφωνία δύο θελήσεων, της Θείας-ακτίστου και της κτιστής-ανθρωπίνης. Ο Θεός δύναται να εμφανισθή εις τον άνθρωπον εν πάσαις ταις οδοίς ανά πάσαν στιγμήν χρόνου και εν παντί πνευματικώ ή φυσικώ τρόπω, αλλ’ ο Ίδιος, επέκεινα ών παντός εξαναγκασμού ουδέποτε παραβιάζει το αυτεξούσιον της εικόνος Αυτού. Εάν η κτιστή ελευθερία στρέφεται αυτοερωτικώς προς εαυτήν ή θεωρεί εαυτήν ως άκτιστον θείαν αρχήν, παρά το κατά το φαινόμενον ύψος }211} της θεωρίας αυτής την οποίαν και περιεγράψαμεν ανωτέρω, ο άνθρωπος μένει κλειστός εις την ενέργειαν της Θείας χάριτος.

Εις πάσαν απόπειραν λογικοποιήσεως της πνευματικής πείρας βλέπομεν την δυνατότητα των πλέον διαφόρων αντιρρήσεων. Αύτη η δυνατότης των αντιρρήσεων προέρχεται εκ του ότι έκαστος εξ ημών εν τη ιδεώδει σφαίρα της κοσμοθεωρίας αυτού είναι ελεύθερος να εκλέξη οιανδήποτε ιεραρχίαν αξιών.

Δια προσεκτικής αυτοαναλύσεως ο άνθρωπος ανακαλύπτει το ψυχολογικόν προσόν της λογικής σκέψεως, όπερ δύναται να καθορισθή ως η εσωτερική αξιοπιστία της διανοήσεως ημών, ή άλλως ως το υποκειμενικώς προφανές του ορθού των λογικών ημών συμπερασμάτων. Υπάρχει καταναγκασμός τις εις τα επιχειρήματα του λογικού ημών, εις τας αποδείξεις αυτού και απαιτείται μεγάλη καλλιέργεια και βαθεία πνευματική πείρα ίνα καταστή φανερά η παράδοξος αύτη απάτη. Δια την απαλλαγήν εκ της εξουσίας αυτής απαραίτητος τυγχάνει η Θεία βοήθεια. }212}

Η ανακάλυψις της «γοητείας» αυτής μέχρις ωρισμένου ορίου είναι δυνατή και εις τας οδούς της θεωρητικής αναλύσεως των βασικών αρχών της διανοήσεως ημών, ήτοι των αρχών της ταυτότητος και της επαρκούς αιτιολογήσεως.

Η πρώτη ήτοι η αρχή της ταυτότητος είναι η στατική θέσις της διανοήσεως ημών η ασάλευτος βάσις αυτής νεκρά εν τη ακινησία αυτής.

Η δυναμική θέσις της διανοήσεως ημών εκφράζεται δια της δευτέρας αρχής της «επαρκούς» αιτιολογήσεως. Η αιωνόβιος πείρα της ιστορίας απέδειξε μετά μεγάλης πειστικότητος την συμβατικότητα της αρχής ταύτης. Η κρίσις περί της επαρκούς αιτιολογήσεως είναι πάντοτε υποκειμενική: Ό,τι  ο είς θεωρεί ως επαρκές δεν είναι κατ’ ανάγκην τοιούτον και δια τους άλλους. Και εάν εξετάσωμεν βαθύτερον το πρόβλημα, θα ίδωμεν ότι κατ’ ουσίαν η τελείως επαρκής αιτιολόγησις απαιτεί απόλυτον παγγνωσίαν.

Ο ορθόδοξος ασκητής ανακαλύπτει την σχετικότητα της ανθρωπίνης σκέψεως δι’ άλλου τρόπου και γενικώς αναζητεί την λύσιν των υπαρξιακών προβλημάτων εις τας οδούς της πίστεως και της προσευχής. Στηρίζεται ουχί επί της αδυνάτου κρίσεως αυτού αλλ’ εις τον Μέγαν Θεόν. Πιστεύει ότι αι εντολαί του Χριστού αποτελούν το αλάνθαστον μέτρον «τον κανόνα της αληθείας». Πιστεύει ότι αι εντολαί ως εκ της φύσεως αυτών δεν είναι ει μη η Θεία δύναμις, αυτή αύτη η αιώνιος ζωή, και ούτως οδηγείται εις αδιάκοπον τοποθέτησιν ενώπιον της κρίσεως του Θεού, της μόνης δικαίας. Παν έργον πας λόγος εκάστη εσωτερική κίνησις της σκέψεως ή της αισθήσεως έστω και η μικροτέρα το παν, υποβάλλεται εις την κρίσιν του λόγου του Χριστού. }213}

Η υπερηφάνια είναι εχθρά προς τον Θείον νόμον. Διαστρέφουσα αύτη την Θείαν τάξιν των όντων, φέρει πανταχού την διάσπασιν και τον θάνατον. … Εγκαθιστώσα εαυτήν εις την πρώτην θέσιν διεξάγει αγώνα προς κυριαρχίαν επί πάντων έχουσα κεφαλαιώδες αυτής όπλον το λογικόν (ratio).

Το λογικόν προβάλλει τα ίδια αυτού επιχειρήματα και απορρίπτει ως παραλόγους τας εντολάς του Χριστού, και μάλιστα την λέγουσαν «Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε». Λέγει ότι η ικανότης της κρίσεως αποτελεί το διακριτικόν προτέρημα του ανθρώπου εις αυτήν την ικανότητα περικλείεται η υπεροχή αυτού έναντι όλου του κόσμου, χάρις δε εις αυτήν και μόνον δύναται ο άνθρωπος να δεσπόζη του παντός.

Απρόσωπον κατά τους νόμους της λειτουργίας αυτού το λογικόν, όν κατ’ ουσίαν μία εκ των εκδηλώσεων της ανθρωπίνης υποστάσεως, μία εκ των ενεργειών αυτής }214} –εν ή περιπτώσει παρέχεται εις αυτό πρωτεύουσα θέσις εν τη πνευματική οντότητι του ανθρώπου-, βαθμηδόν καταλήγει εις το σημείον να αγωνίζηται πλέον κατά της πηγής αυτού τουτέστι της «υποστατικής» αρχής.

Αναβαίνον ως φαντάζεται μέχρι των υψίστων κορυφών, καταβαίνον ως νομίζει, μέχρι των εσχάτων αβύσσων, το λογικόν προσπαθεί να ψηλαφήση τα όρια του είναι, ίνα δώση εις παν τον ιδιάζοντα εις τούτο (το λογικόν) «ορισμόν». Μη επιτυγχάνον δε του σκοπού τούτου, καταπίπτει εξηντλημένον και αποφαίνεται: «Ουκ έστι Θεός».

Συνεχίζον τον αγώνα επικρατήσεως μετά τόλμης εν ταυτώ και μετά νοσταλγίας λέγει:

«Εάν υπάρχει Θεός πώς είναι δυνατόν να αποδεχθώ ότι ούτος ο Θεός δεν είμαι εγώ;»

Μη εγγίσαν τα όρια του κοσμικού είναι και αποδούν εις εαυτό το άπειρον εγείρεται υπερήφανον έγερσιν και συμπεραίνει:

«Εξηρεύνησα το παν και ουδαμού εύρον τι μείζον εμού· άρα εγώ ειμί Θεός».

Τω όντι ο νους-λογικόν, όταν επ’ αυτού και εν αυτώ συγκεντρούται η πνευματική ύπαρξις του ανθρώπου, βασιλεύει και εξουσιάζει επί της προσιδιαζούσης αυτώ αφηρημένης σφαίρας τοσούτον ώστε δεν ευρίσκει τι υψηλότερον αυτού και ως εκ τούτου αποδέχεται εν τέλει θείαν εν αυτώ αρχήν.

Τούτο αποτελεί το έσχατον όριον της διανοητικής φαντασίας και συγχρόνως το έσχατον βάθος πτώσεως και σκότους.

Υπάρχουν άνθρωποι οίτινες σπεύδουν εις συνάντησιν των απαιτήσεων αυτών του λογικού και αποδέχονται αυτάς ως την αλήθειαν, αλλ’ ο ορθόδοξος ασκητής έρχεται }215} εις πόλεμον κατ’ αυτών. Κατά την σύγκρουσιν ταύτην εμφανίζεται η επέμβασις αλλοτρίων δυνάμεων. Ο κατ’ αυτών αγών προσλαμβάνει τραγικόν χαρακτήρα και μεγίστην έντασιν, η δε νικητήριος έκβασις δια τον ασκητήν δεν καθίσταται δυνατή ει μη μόνον δια της πίστεως της νικώσης τον κόσμον. «Παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον· και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον η πίστις ημών».

Προς λύσιν των προβλημάτων τούτων ο μοναχός δεν κάθηται επί ανέτου καθίσματος γραφείου, αλλ’ εν τη σιγή της νυκτός, μακράν του κόσμου, κεκρυμμένος από των οφθαλμών και των ακοών των ανθρώπων, προσπίπτει μετά μεγάλου κλαυθμού ενώπιον του Θεού εν προσευχή:

Πνεύματι ατενίζει την χαίνουσαν ενώπιον αυτού άβυσσον του «εξωτέρου σκότους» και δια τούτο η προσευχή αυτού ζέει … Ο λόγος αυτού καθίσταται ανίσχυρος ίνα καταδείξη το μυστήριον του θεάματος τούτου και την δύναμιν του αγώνος αυτού όστις δυνατόν να διαρκέση επί έτη, έως ότου καθαρθή ο άνθρωπος εκ των παθών αυτού έως ότου έλθη το Θείον Φως, όπερ θα αποκαλύψη το ψευδές των κρίσεων ημών, ενώ συγχρόνως θα μεταρσιώση την ψυχήν εις τας απείρους διαστάσεις της αληθούς ζωής.

Έλεγεν (ο Σιλουανός) ότι η αιτία του πολέμου έγκειται ουχί εις το λογικόν καθ’ εαυτό αλλ’ εις την υπερηφανίαν του πνεύματος ημών. Εκ της υπερηφανίας ενδυναμούται η ενέργεια της φαντασίας, ενώ δια της ταπεινώσεως αναχαιτίζεται. Η υπερηφανία φυσιούται εκ της επιθυμίας να δημιουργήση τον ίδιον αυτής κόσμον, }216} ενώ η ταπείνωσις ευγνωμόνως δέχεται την ζωήν παρά του Θεού. }217}

Ο Γέρων υπεγράμμιζε μετ’ επιμονής ότι η οδός των αγίων έγκειται εις το ότι ταπεινούμενοι καθαίρουν τον νουν αυτών από πάσης φαντασίας.

«… Δια της αυτοκατακρίσεως η ψυχή ταπεινούται και δεν υπάρχουν πλέον εντός αυτής λογισμοί αλλά καθαρώ νοΐ ίσταται ενώπιον του Θεού.

Ιδού η πνευματική σοφία».

Δια του λογικού διαπερά ο άνθρωπος }219} τον ουρανόν σκοπεύων να αρπάση το πυρ της Θεότητος αλλ’ ένεκα του τύφου αυτού απωθείται υπό του Θεού (ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ).

Αι Θείαι θεωρίαι παρέχονται εις τον άνθρωπον ουχί όταν επιδιώκη αυτάς σκοπεύων προ παντός αυτάς, αλλ’ όταν η ψυχή κατέρχηται εις τον άδην της μετανοίας και αληθώς αισθάνηται εαυτήν χείρονα πάσης της κτίσεως. Αι δε θεωρίαι αι βιαίως κατακτώμεναι δια του λογικού δεν είναι αληθιναί ήγουν θείας προελεύσεως αλλά «κατά το δοκούν». Και όταν το δοκούν τούτο εκλαμβάνηται ως η αλήθεια τότε εν τη ψυχή του ανθρώπου δημιουργείται κατάστασις παρακωλύουσα και αυτήν την δυνατότητα ενεργείας της χάριτος τουτέστι της αληθούς θεωρίας.

Δια της κατά χάριν θεωρίας αποκαλύπτονται πράγματα υπερβαίνοντα και την πλέον δημιουργικήν φαντασίαν, ως περί τούτου λέγει ο θείος Παύλος: «ά οφθαλμός ουκ είδε …». Όταν παρομοίως προς τους Αποστόλους, ο άνθρωπος δια της χάριτος αρπαγή εις την όρασιν του Θείου Φωτός, κατόπιν θεολογεί «διηγούμενος» ό,τι είδε και εγνώρισεν. Η πραγματική θεολογία δεν είναι επινόησις του ανθρωπίνου λογικού ή αποτέλεσμα κριτικών μελετών αλλ’ εκμυστήρευσις περί της κρείττονος εκείνης υπάρξεως εις την οποίαν εισήχθη ο άνθρωπος τη επενεργεία του Αγίου Πνεύματος. Άλλοτε παρέχεται και λόγος προς έκφρασιν του ορωμένου, άλλοτε συναντώνται δυσκολίαι προς εξεύρεσιν λόγων και εννοιών δι’ ών δύναται να εκφρασθή έστω και παραπλησίως εκείνο όπερ κείται πέραν πάσης γηΐνης εικόνος και εννοίας. Όμως παρά πάσας τας δυσκολίας ταύτας και το αναπόφευκτον των διαφόρων μορφών εκφράσεως, εκείνος όστις εγνώρισεν, ούτος και εν άλλη λεκτική μορφή δύναται να διακρίνη την αυθεντικήν θεωρίαν από της απατηλής θεωρίας του λογικού στοχασμού, όσον και αν ο στοχασμός ούτος τυγχάνη μεγαλοφυής. }220}

ΕΚΔ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ 1999, ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΓΔΟΗ. Μετάφρασις εκ του Ρωσικού υπό του συγγραφέως και υπό του Ιερομονάχου Ζαχαρίου.

www.rel.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου