Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Φοβερά Οπτασία επί Βασιλέως Λέοντος του Σοφού κατά τον 9ον αιώνα

ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ
ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΔΕΝ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΗΤΑΝ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ
ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 9ον ΑΙΩΝΑ

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ νέος ἦταν πνευματικὸς Πατέρας τοῦ ὁσίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπίσης πολλὰ ἄλλα πνευματικὰ τέκνα μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ μία εὐλαβέστατη γυναῖκα ὀνομαζόμενη Θεοδώρα ἡ ὁποία ὑπηρετοῦσε τὸν Ἅγιο Βασίλειο σὲ ὅλη της τὴ ζωή. Ἔφθασε δὲ ὁ καιρὸς τοῦ θανάτου της καὶ ἀπέθανεν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.

Ἐγὼ δὲ (ὁ Γρηγόριος) εὑρισκόμενος σὲ ἀπορία ζητοῦσα νὰ μάθω καὶ ἐνοχλοῦσα τὸν Ἅγιο γιὰ νὰ μοῦ εἰπῇ ἐὰν ἐσώθη ἡ Θεοδώρα καὶ ποῦ εὑρίσκεται. Ὁ Ἅγιος Βασίλειος μετὰ τὶς πολλές μου ἐνοχλήσεις, μοῦ εἶπεν: «Τέκνον μου Γρηγόριε αὕτη τὴ νύχτα πορεύομαι πρὸς τὴν Θεοδώρα καὶ ἔλθε καὶ σὺ μαζί μου γιὰ νὰ τὴν ἰδῆς.»

Ἐγὼ ἀσπάσθηκα τὴν δεξιά του χεῖρα καὶ πορεύθηκα νὰ κοιμηθῶ. Καὶ γενόμενος σὲ ἔκσταση εὑρέθηκα σὲ ἕνα ἀνηφορικὸ καὶ στενὸ μέρος, καὶ ἐκεῖ βλέπω ὡραιότατα παλάτια ἐξαστράπτοντα καὶ κτυπόντας τὴν πόρτα παρουσιάσθηκαν δυὸ γυναῖκες καὶ μοῦ λέγουν. Αὐτὰ τὰ παλάτια εἶναι τοῦ πατρὸς Βασιλείου ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ λίγο πέρασεν ἀπὸ ἐδῶ καὶ πῆγε νὰ ἰδῆ τὴν Θεοδώρα ἡ ὁποία βρίσκεται ἐδῶ.

Ἀκούωντας δὲ ἡ Θεοδώρα τὸ ὄνομά της, ἔτρεξε στὴν πόρτα, μ᾿ ἐνηγκαλίσθη καὶ μοῦ λέγει:

«Ὤ! τέκνον μου Γρηγόριε! Πῶς ᾖλθες ἐδῶ; Μήπως ἀπέθανες καὶ ᾖρθες ἐδῶ;»

Ἐγὼ τῆς ἀποκρίθηκα:

«Δὲν ἀπέθανα ἀλλὰ εὑρίσκομαι ἀκόμη στὸ σῶμα μου στὸν μάταιο ἐκεῖνο κόσμο. Οἱ εὐχὲς ὅμως τοῦ
πνευματικοῦ μας Πατρὸς Βασιλείου μὲ ἔφεραν ἐδῶ νὰ σὲ δῶ ὅπου πολὺ ἐπιθυμοῦσα καὶ τὸν ἐνοχλοῦσα κάθε ἡμέρα γιὰ νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεσαι, καὶ ἐὰν ἐσώθης. Καὶ σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ πῇς περὶ τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, πόσους πόνους ἔχει καὶ πῶς ἐπέρασες ἀπὸ τὰ φοβερὰ τελώνια τοῦ ἀέρος, καὶ τὶς ἐξετάσεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων. Διότι κι ἐγὼ μέλλω ἐντὸς ὀλίγου καὶ κάθε ἄνθρωπος στὸ τέλος τῆς ζωῆς του νὰ διέλθωμεν.»

Καὶ ἀπεκρίθη ἡ Θεοδώρα καὶ τοῦ λέγει:

«Ὤ! τέκνον μου Γρηγόριε πῶς θὰ σοῦ διηγηθῶ τὸν φόβο καὶ τὸν τρόμον ἐκείνης τῆς ὥρας τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοῦ σώματος; Πῶς θὰ σοῦ ἐξηγήσω τοὺς πόνους καὶ τὶς ὀδύνες τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς; Σοῦ παριστάνω τέκνο μου νὰ τεθῇ ἄνθρωπος γυμνὸς ἐπάνω σὲ κάρβουνα καὶ νὰ διαλύεται ἕως ὅτου ἐξέλθῃ ἡ ψυχή του. Τόσον δριμεῖς καὶ ἀνυπόφοροι εἶναι οἱ πόνοι τοῦ χωρισμοῦ τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὅπως ἐγώ· τοῦ δὲ δίκαιου τέκνον μου Γρηγόριε δὲν γνωρίζω.

Ὅταν βρισκόμουν στὸ κρεβάτι μου καὶ ψυχομαχοῦσα ἔβλεπα γύρω μου τὰ πονηρὰ πνεύματα τῶν δαιμόνων· ἄλλους μὲν σὰν μαύρους σκύλους, καὶ ἐγαύγιζαν, ἄλλους δὲ σὰν ταύρους μουγκρίζοντας καὶ λυσσόντας στρέφοντας τὰ ἄγρια καὶ ἄσχημα πρόσωπά τους κατ᾿ ἀπάνω μου καὶ μὲ φοβέριζαν. Ἐγὼ δὲ ἔστρεφα τὰ μάτια μου σὲ ἄλλο μέρος γιὰ νὰ μὴν βλέπω τὴν ἄσχημη μορφή τους καὶ τὸν θόρυβο ποὺ ἔκαναν· ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο, τέκνο μου Γρηγόριε νὰ ἀποφύγω.

Καὶ ἐνῷ ἤμουν σὲ τόσην στεναχώρια βλέπω ξαφνικὰ δυὸ νέους ἀστραπόμορφους μὲ χρυσᾶ μαλλιά, καὶ στάθηκαν στὰ δεξιὰ τοῦ κρεβατιοῦ μου, καὶ ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἄρχισε νὰ φοβερίζῃ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους δαίμονες λέγοντας:

«Φύγετε παμμίαροι καὶ ἀγριοπρόσωποι διότι δὲν ἔχετε νὰ κερδήσετε τίποτε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή.»

Αὐτοὶ δὲ ἔφεραν τὶς ἁμαρτίες μου ὅσας ἐποίησα ἀπὸ τὰ νιάτα μου, εἴτε σὲ λόγια, εἴτε σὲ πράξεις καὶ ἐφώναζαν ὅλα τ᾿ ἁμαρτήματά μου ἀκόμη καὶ ὅσα δὲν ἔπραξα· ἐγὼ δὲ μὲ φόβω καὶ τρόμω ἐπρόσμενα τὸ θάνατο καὶ ἐξαίφνης ἦλθεν ὁ θάνατος σὰν ἕνας νέος χονδρὸς καὶ ὀργισμένος, σὰν λιοντάρι, φορτωμένος διάφορα ἐργαλεῖα καὶ εἶπαν σ᾿ αὐτὸν οἱ Ἄγγελοι· λῦσαι τὶς ἀρθρώσεις τοῦ σώματος καὶ μὴν τῆς δώσῃς πολλοὺς πόνους διότι τ᾿ ἁμαρτήματά της εἶναι λίγα· τότε ἄρχισεν ἀπὸ τὰ πόδια καὶ ἔλυε τὶς ἀρθρώσεις τοῦ σώματός μου, καὶ τότε αἰσθανόμουν ὅτι νεκρωνόταν τὸ σῶμα μου, καὶ τελικὰ ὁ τύραννος ἐκεῖνος γέμισε ἕνα ποτήρι μὲ πικρὸ περιεχόμενο, μοῦ τὸ ἐπότισε καὶ εὐθὺς ἐξῆλθεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ τὸ σῶμα μου, τότε τὴν παρέλαβαν οἱ δυὸ Ἄγγελοι καὶ ἐγὼ θαύμαζα γιὰ τὰ γινόμενα, διότι δὲν ἤξερα ὅτι συμβαίνουν αὐτὰ στὸν καιρὸ τοῦ θανάτου στὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπον.

Καὶ οἱ Ἄγγελοι ἐξέταζαν τὰ καλὰ ἔργα ποὺ ἔκαμα στὴ ζωή μου, ἂν νήστευσα, ἂν πήγαινα ἐκκλησία καὶ ἂν στεκόμουν μὲ φόβο Θεοῦ, ἂν ἔθρεψα τοὺς πεινῶντες, ἂν ἐπισκέφθηκα ἀσθενεῖς, ἂν δεχόμουν ξένους στὸ σπίτι μου, ἂν ἔδωκα τὸ καλὸ παράδειγμα στοὺς ἄλλους, ἂν ὑπέμεινα βρισιές, ἂν ἀπέφευγα ὅρκους, ἂν δὲν βλασφημοῦσα, ἂν δὲν καλλοπιζόμουν, καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ἐζύγισαν αὐτὰ μὲ τὶς ἁμαρτίες μου οἱ δὲ δαίμονες ἔτριζαν τὰ δόντια τους σὲ μένα καὶ ὁρμοῦσαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων, καὶ νὰ μὲ ρίξουν στὸν ἄχαρον ᾍδην.

Ξαφνικὰ ἦλθεν ὁ πνευματικός μου Πατέρας Βασίλειος καὶ εἶπε πρὸς τοὺς Ἀγγέλους:

«Κύριοί μου ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ψυχὴ μὲ ὑπηρέτησεν στὴ ζωή μου, παρακάλεσα τὸν Κύριον νὰ τὴν συγχωρέσῃ καὶ νὰ τὴ σώσῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν δαιμόνων, καὶ οἱ Ἄγγελοι πετώντας ἀμέσως ἀνεβαίναμεν στὸν οὐρανὸ ἀνατολικά, καὶ ἀνεβαίνοντας συναντήσαμεν:

1. Τελώνιον τῆς καταλαλιᾶς

Ἐδῶ ὑπῆρχε μιὰ σύναξις μαύρων, καὶ μᾶς σταμάτησαν, καὶ λυσσόντας σὰν σκῦλοι ζητοῦσαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων. Καὶ μάρτυς μου ὁ Κύριος τέκνον μου Γρηγόριε, μοῦ ἐφανέρωσαν ὅσους κατέκρινα στὴ ζωή μου καὶ ὄχι μόνο τ᾿ ἀληθινὰ ἀλλὰ μὲ συκοφαντοῦσαν καὶ ἔλεγαν πολλὰ ψέματα ἐναντίον μου. Οἱ δὲ Ἄγγελοι καταφρονήσαντες αὐτούς, καὶ πετώντας τὶς πτέρυγές τους ἀνεβαίναμεν στὸν οὐρανό.
2. Τελώνιον τῆς ὕβρεως

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο συνατήσαμε τὸ Τελώνιον τῆς ὕβρεως, καὶ ἐδῶ πολυαγωνιζόμενοι οἱ Ἄγγελοι, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Πατρός μας Βασιλείου, ἀνεχωρήσαμεν καὶ συνομιλοῦντες οἱ Ἄγγελοι ἔλεγον· ἀληθινὰ μεγάλην ὠφέλειαν βρῆκε αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Βασίλειον.
3. Τελώνιον τοῦ φθόνου

Καὶ ἀνεβαίνοντας ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ φθόνου, καὶ μὴ ἔχοντας τίποτα οἱ δαίμονες ἐναντίον μου ἐπεράσαμεν ἀνενόχλητοι· ἂν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους, οἱ ἀγριοπρόσωποι ἐκεῖνοι μαῦροι νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων· καὶ ἔτσι περάσαμε τὸ Τελώνιον τοῦτο.
4. Τελώνιον τοῦ ψεύδους

Καὶ ἀνεβαίνοντας, σὲ πολὺ ὕψος φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ ψεύδους ὅπου ἐκεῖ πολὺ πλῆθος δαιμόνων μὲ ἄσχημα πρόσωπα ἔτρεχαν κατ᾿ ἀπάνω μου, κραυγάζοντας καὶ λυσσόντας ἔφεραν πολλὲς ἀποδείξεις, καὶ εἶχαν γραμμένα πολλὲς ἀνόητες λέξεις ποὺ ἔλεγα στὴν παιδική μου ἡλικία μέχρι καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὰ ἔλεγα καὶ ζητοῦσαν ἀπολογία ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ οἱ Ἄγγελοι πληρώσαντες ἀπὸ τὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀναχωρήσαμεν.
 5. Τελώνιον τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς

Καὶ ἀνεβαίνοντας ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς, ὅπου ἐκεῖ πλῆθος μαύρων λυσσώντας σὰν σκύλλοι δάγκωναν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ κατατρώγονταν ἀναμεταξύ τους καὶ σὰν ἀγριόχοιροι ὀρμώντας ἐναντίων μου, ἔκαμναν τὰ σχήματα καὶ τὰ καμώματα ποὺ ἔκανα ὅταν θυμωνόμουν καὶ ὅταν ἐκρατοῦσα ἔχθρα καὶ μνησικάκουν μὲ κανένα· καὶ ἐδῶ πληρώνοντας ἀπὸ τὰ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου ἀναχωρήσαμεν.
6. Τελώνιον ὑπερηφανείας

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγον οἱ Ἄγγελοι ἐφθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ὑπερηφανείας καὶ ψάχνοντας πολλὰ οἱ δαίμονες δὲν βρῆκαν τίποτα νὰ μὲ κατηγορήσουν διότι ἤμουν φτωχὴ καὶ περνώντας ἀνενόχλητοι φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς βλασφημίας.
7. Τελώνιον τῆς βλασφημίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς βλασφημίας, καὶ ἀμέσως ὅταν μᾶς εἶδαν οἱ δαίμονες ἔτρεξαν κατ᾿ ἀπάνω μας τρίζοντας τὰ δόντια καὶ βλασφημοῦντες, ἐγὼ ἔτρεμα ἀπὸ τὸν φόβο μου καὶ μοῦ ἔλεγαν ὅτι βλασφήμησα τρεῖς φορὲς στὴ νεότητά μου· οἱ δὲ Ἄγγελοι ἔφεραν ἀπόδειξη ὅτι ἐξομολογήθηκα καὶ ἀνεχωρήσαμεν ἀφήνοντας τοὺς δαίμονες ἄπρακτους.
8. Τελώνιον τῆς φλυαρίας καὶ ἀστειολογίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ τελώνιον τῆς ἀστειολογίας καὶ φλυαρίας καὶ ζητοῦσαν οἱ δαίμονες νὰ δώσω ἀπολογίαν γιὰ τὰ αἰσχρόλογα, τὶς ἀστειολογίες καὶ ἄσεμνα τραγούδια ποὺ ἔλεγα στὴ νεότητά μου καὶ ἀποροῦσα πῶς τὰ θυμοῦνταν, ἐνῷ ἐγὼ ἀπὸ τὴν πολυκαιρία τὰ ξέχασα· καὶ πληρώνοντας οἱ Ἄγγελοι ἀνεχωρήσαμεν.
9. Τελώνιον τοῦ τόκου καὶ δόλου

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τοῦ τόκου καὶ τοῦ δόλου ποὺ ἐξετάζει τοὺς τοκογλύφους καὶ δολίους, καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα οἱ δαίμονες νὰ ἀποδείξουν ἀναχωρήσαμεν.
10. Τελώνιον τῆς ὀκνηρίας καὶ τοῦ ὕπνου

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμε στὸ Τελώνιον τῆς ὀκνηρίας ὅπου οἱ δαίμονες μὲ ἐξέτασαν ἂν κοιμόμουν πολὺ καὶ βαριόμουν νὰ σηκωθῶ νὰ προσευχηθῶ ἢ νὰ πάω στὴν ἐκκλησία ἢ ἂν μποροῦσα νὰ κάμω κανένα καλὸ καὶ ἀμελοῦσα· καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα ἀναχωρήσαμεν ἀνενόχλητοι.
11. Τελώνιον τῆς φιλαργυρίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς φυλαργυρίας στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε πολὺ σκοτάδι καὶ ὁμίχλη· καὶ ἐξετάζοντας οἱ δαίμονες καὶ ἀφοῦ δὲν βρῆκαν τίποτα ἐπειδὴ ἤμουν φτωχή, φύγαμεν ἀνενόχλητοι.
12. Τελώνιον τῆς μέθης

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μέθης, καὶ ὀρμόντας οἱ δαίμονες σὰν λύκοι ἁρπακτικοὶ κατ᾿ ἀπάνω μας, ἐξέταζαν τὸ κρασὶ ποὺ ἤπια σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωή· καὶ μὲ κατηγοροῦσαν ὅτι στὸ τάδε σπίτι ἤπιες τόσα ποτήρια, στὸν τάδε γάμον ἐμέθυσες καὶ ὅσα μοῦ ἔλεγαν ἦσαν ἀληθινά· καὶ πληρώνοντας οἱ Ἄγγελοι ἀναχωρήσαμεν καὶ ἀνεβαίνοντας οἱ Ἄγγελοι ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους:
«Μεγάλον κίνδυνον ἔχει ἡ ψυχή ἕως ὅτου περάσει τὰ ἀκάθαρτα τελώνια τοῦ ἀέρος»,
καὶ ἐγὼ τοὺς λέγω:
«Ναί, κύριοί μου, καὶ νομίζω πὼς κανεὶς ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους δὲν θὰ γνωρίζῃ τὸ τί συμβαίνει μετὰ τὸν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τοὺς δαίμονες τοῦ ἀέρος, καὶ ἀλλοίμονο στοὺς ἀμελεῖς τὸ τί τοὺς περιμένει»·
καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀποκρίθηκαν καὶ εἶπαν:
«Οἱ ἁγίες Γραφὲς ἀναλαμβάνουν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι σκοτισμένοι ἀπὸ τὴν πολυτέλεια, τροφὲς καὶ ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τυφλώνονται καὶ δὲν πιστεύουν ὅτι θὰ πεθάνουν καὶ δὲν φροντίζουν νὰ κάμνουν καλὰ ἔργα γιὰ τὴν ψυχή τους· καὶ ἀλλοίμονο στοὺς ἀμελεῖς διότι τοὺς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες καὶ τοὺς ρίπτουν στὸν σκοτεινὸν ᾍδην μέχρι τῆς κρίσεως ὁπότε θὰ δικασθοῦν καὶ θὰ ἀπολάβη ὁ κάθε ἕνας ὅτι ἔπραξε.»
13. Τελώνιον τῆς μνησικακίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μνησικακίας ποὺ ἐξετάζει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἔχθρα, καὶ δὲν συγχωροῦν τοὺς ἀδελφούς τους. Καὶ ὀρμόντας οἱ δαίμονες κατ᾿ ἀπάνω μου, ἐξέταζαν τὰ κατάστιχά τους, νὰ βροῦν κανένα πταίσιμο νὰ μὲ ἁρπάξουν· καὶ χωρὶς νὰ βροῦν φώναξαν σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ ὅτι ξεχάσαμεν νὰ τὰ γράψουμεν, καὶ ἀναχωρήσαμεν ἀνεβαίνοντας,
καὶ ρώτησα τοὺς Ἀγγέλους πῶς γνωρίζουν οἱ δαίμονες τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνρθώπων, καὶ μοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ Ἄγγελοι:
«Δὲν γνωρίζεις, ὅτι μετὰ τὸ βάπτισμα κάθε χριστιανὸς λαμβάνει ἕναν Ἄγγελο σὰν φύλακα νὰ τὸν φυλάει, καὶ νὰ τὸν ὁδηγῇ στὸ καλό, καὶ νὰ γράφῃ τὰ καλὰ τοῦ ἔργα· ὁμοίως δὲ τὸν ἀκολουθῇ καὶ ἕνας διάβολος καὶ γράφῃ τὶς κακές του πράξεις, καὶ τὶς ἀναγγέλλει στὸ κάθε Τελώνιον ποὺ ἀνήκει ἡ ἁμαρτία καὶ γι᾿ αὐτὸ γνωρίζουν οἱ δαίμονες, καὶ ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ ἀνέρχεται στοὺς οὐρανοὺς τὴν ἐξετάζουν δαίμονες σὲ κάθε Τελώνιον καὶ τοῦτο γίνεται στοὺς ὀρθόδοξους χριστιανοὺς μόνο, στοὺς δὲ ἀπίστους καὶ ἀσεβεῖς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἐξέτασις.»
14. Τελώνιον τῆς μαγείας καὶ γοητείας

Ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μαγείας καὶ γοητείας. Ἐδῶ οἱ δαίμονες ἦσαν σὰν ἄγρια ζῷα· ἄλλοι εἶχαν μορφὴ σκύλλου, ἄλλοι σὰν βόδια, ἄλλοι σὰν φίδια, μὲ ἄσχημη μορφή, ἀλλὰ μὲ θείαν χάρην ὅταν μὲ ἐξέτασαν δὲν βρῆκαν τίποτα, καὶ ἀνεβαίνοντας ρώτησα τοὺς Ἄγγελους μὲ τί τρόπον μποροῦν νὰ σβήσουν ἀπὸ τὰ κατάστιχα τῶν δαιμόνων τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, καὶ οἱ Ἄγγελοί μου ἀποκρίθησαν:
«Συγχωροῦνται τὰ ἁμαρτήματα ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοήσῃ καὶ ἐξομολογηθῇ στὸν πνευματικὸν καὶ κάμῃ τὸν κανόνα ποὺ τοῦ ἔβαλεν τότε ἐξαλείφονται τὰ ἁμαρτήματα ἀπὸ τὰ κατάστιχα τῶν δαιμόνων· καὶ λυσσώντας οἱ δαίμονες τοὺς πολεμοῦν γιὰ νὰ τοὺς ρίψουν σὲ νέα ἁμαρτήματα. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ μετάνοια γίνονται αἰτίες νὰ συγχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περάσουν ἐλεύθερα τὰ ἐναέρια τελώνια. Ἀλλὰ πολλοὶ ἄνθρωποι λέγουν ὅτι τὰ ἐξομολογοῦνται στὸν Θεό· καὶ ἄλλοι πάλι ζητοῦν νὰ εὕρουν πνευματικὸν συγκαταβατικὸν γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν κανόνα· ἀλλὰ αὐτὴ δὲν εἶναι μετάνοια ἀλλὰ πονηρία καὶ ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται. Καὶ ὅπως στὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος ἐκλέγουμεν τὸν καλύτερον ἰατρόν, ἔτσι πολὺ περισσότερον στὴν ἀσθένεια τῆς ἀθάνατης ψυχῆς νὰ ἐκλέγουμε τὸν θεοφοβούμενον καὶ αὐστηρὸν πνευματικό, καὶ νὰ τὸν ἔχει κανεὶς μέχρι τέλους τῆς ζωῆς· ἀλλιῶς πλανοῦνται οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν μποροῦν νὰ περάσουν τὰ τελώνια τοῦ ἀέρος.»

15. Τελώνιον τῆς γαστριμαργίας καὶ πολυφαγίας

Αὐτὰ καθὼς μοῦ ἔλεγαν φθάσαμε στὸ Τελώνιον τῆς γαστριμαργίας καὶ πολυφαγίας, ὅπου οἱ δαίμονες ἦσαν πολὺ χονδροὶ σὰν τοὺς χοίρους, δυνατοὶ καὶ ἄγριοι, καὶ ἔτρεξαν κατ᾿ ἀπάνω μου, γαυγίζοντας, καὶ μοῦ φανέρωσαν τὶς πολυφαγίες ποὺ ἔκαμνα ἀπὸ μικρὴν ἡλικία μέχρι ποὺ γέρασα, καὶ ὅτι δὲν νήστευα Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ μέχρι καὶ τὶς Τεσσαρακοστὰς χωρὶς ἐγκράτεια· καὶ οἱ Ἄγγελοι φέρνοντας τὰ καλά μου ἔργα γιὰ πληρωμὴ ἀναχωρήσαμεν.
16. Τελώνιον τῆς εἰδωλολατρίας

Καὶ φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς εἰδωλολατρίας καὶ διαφόρων αἱρέσεων, καὶ χωρὶς νὰ βροῦν τίποτα οἱ δαίμονες ἀναχωρήσαμεν.
17. Τελώνιον τῆς ἀρσενοκοιτίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ἀρσενοκοιτίας· καὶ ὁ πρῶτος αὐτῶν καθόταν σὰν φοβερὸς δράκοντας ἀλλάζοντας μορφὲς πότε σὰν ἀγριόχοιρος, πότε σὰν ποντικός, πότε σὰν θηριόψαρο καὶ τριγύρω αὐτοῦ βρῶμα καὶ ἀνυπόφορη δυσσωδία καὶ ἐπλάγιαζε ἀσχημονώντας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν βρῆκε τίποτα ἐναντίων μου, ἀναχωρήσαμεν,
καὶ μοῦ ἔλεγαν οἱ Ἄγγελοι ὅτι πολλοὶ φθάνουν μέχρι ἐδῶ ἀνεμπόδιστα, καὶ γιὰ τὴν αἰσχρὴν αὐτὴν πρᾶξιν, καταγκρεμίζονται στὸν σκοτεινὸν καὶ ἄχαρον ᾍδην.
18. Τελώνιον τῶν χρωματοπροσώπων

Καὶ μιλώντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἄνδρες καὶ γυναῖκες, οἱ ὁποῖοι καλλωπίζουν τὰ πρόσωπά τους μὲ διάφορα χρώματα, καὶ μυρωδικὰ καὶ δὲν εὐχαριστοῦνται μὲ τὸ κάλλος ποὺ τοὺς ἔδωσεν ὁ Θεός. Ἐγὼ εἶχα χρωματισθῆ δυὸ φορὲς στὴ ζωή μου καὶ οἱ δαίμονες ἐξέταζαν νὰ μὲ κρατήσουν οἱ Ἄγγελοι ὅμως ἐπάλευαν μὲ πολὺν κόπον φέρνοντας τὶς καλές μου πράξεις, καὶ κερδίζοντας ἀναχωρήσαμεν.
19. Τελώνιον τῆς μοιχείας

Ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς μοιχείας τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τοὺς μοιχοὺς καὶ μοιχαλίδας· δηλαδὴ τοὺς παντρεμένους οἱ ὁποῖοι πηγαίνουν σὲ ξένες γυναῖκες καὶ μολύνουν τὸ στεφάνι τους. Ἐπίσης ἐδῶ στὸ τελώνιον αὐτὸ ἐξετάζονται καὶ οἱ παρὰ φύσιν πράξαντες μὲ τὶς γυναῖκες τους. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶχα εὐθύνη ἀπὸ αὐτά, ἀναχωρήσαμεν χωρὶς πρόβλημα.
20. Τελώνιον τοῦ φόνου καὶ τῆς ἐκτρώσεως

Καὶ ἀνεβαίνοντας φθάσαμεν στοὺς τελωνάρχες τοῦ φόνου οἱ ὁποῖοι ἐξετάζουν τοὺς φονιάδες, μέχρι καὶ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀποβάλλουν ἀπὸ τὴν κοιλία τους βρέφη καὶ μέχρι καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀποφεύγουν τὴν τεκνογονία· καὶ ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀναχωρήσαμεν χωρὶς πρόβλημα.
21. Τελώνιον τῆς κλοπῆς

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς κλοπῆς ποὺ ἐξετάζει τοὺς κλέφτες καὶ ἐξετάζοντάς με καλὰ οἱ δαίμονες δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ ἀναχωρήσαμεν ἀνεμπόδιστα.
22. Τελώνιον τῆς πορνείας

Καὶ ἀνεβαίνοντας πολὺ ψηλὰ φθάσαμεν στὴν θύρα τοῦ Οὐρανοῦ, ὅπου βρίσκεται τὸ Τελώνιον τὸ ὁποῖον ἐξετάζει τοὺς πόρνους. Ὁ ἀρχηγός τους καθώταν σὲ ὑψηλὸ θρόνο καὶ φοροῦσεν φόρεμα ραντισμένο μὲ ἀφροὺς καὶ αἵματα κάθε ἀκαθαρσίας πλημμυρισμένον, τὸ ὁποῖον ἔγινε αὐτὸ ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες τῆς πορνείας. Καὶ ὁρμώντας οἱ δαίμονες κατ᾿ ἀπάνω μου μὲ ἐκατηγοροῦσαν καὶ ἔλεγαν πολλὰ ψέματα, καὶ ἐτόλμησαν νὰ μὲ ἁρπάξουν ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων καὶ νὰ μὲ ρίψουν στὸν ἄχαρον ᾍδην. Οἱ δὲ Ἄγγελοι ἀντίλεγαν σ᾿ αὐτούς, ὅτι εἶχα ἐξομολογηθῆ καὶ παραίτησα ἀπὸ πολὺν καιρὸν αὐτά. Καὶ λέγοντας ψέματα οἱ δαίμονες ἔλεγαν ὅτι δὲν τὰ ἐξομολογήθηκα, οὔτε κανόνα ἔλαβα ἀπὸ πνευματικόν, καὶ οἱ Ἄγγελοι ἀναχώρησαν, τρίζοντας οἱ ἀκάθαρτοι δαίμονες τὰ δόντια τους.

Καὶ προχωρώντας μοῦ λένε οἱ Ἄγγελοι ὅτι πολὺ λίγοι περνοῦν ἀπὸ αὐτὸ τὸ τελώνιο. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ποὺ ἔρχονται μέχρι ἐδῶ πέφτουν στὸν σκοτεινὸν καὶ ἄχαρον ᾍδην.
23. Τελώνιον τῆς ἀσπλαγχνίας

Καὶ ἀνεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στὸ Τελώνιον τῆς ἀσπλαγχνίας, τὸ ὁποῖο ἐξετάζει τοὺς σκληρόκαρδους καὶ ἀνελεήμονες καὶ ἐξετάζοντάς με οἱ δαίμονες καὶ χωρὶς νὰ μὲ βροῦν ἄσπλαγχνον, διότι ἐλεοῦσα τοὺς φτωχούς, καὶ καταντροπιασθέντες οἱ δαίμονες, ἀναχωρήσαμεν ἀπ᾿ αὐτούς.
Ἡ πύλη τοῦ Οὐρανοῦ

Καὶ ἀνεβαίνοντας χαρούμενοι φθάσαμεν στὴν πύλη τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὁποία ἀκτινοβολοῦσε καὶ ἔλαμπε σὰν καθαρὸ χρυσάφι καὶ εἶχεν ὑπερθαύμαστην ὡραιότητα, ποὺ δὲν μπορεῖ γλῶσσα ἀνθρώπου νὰ τὴν διηγηθῆ. Ὁ θυρωρός, ἦταν ἕνας ἀστραπόμορφος νέος μὲ χρυσὰ μαλιὰ καὶ μᾶς δέχθηκε χαρούμενος δοξάζοντας τὸν Θεὸν διότι περάσαμε τὰ ἐναέρια τελώνια τῶν δαιμόνων.

Καὶ περνώντας τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ εἴδαμεν πλῆθος ἀστραπόμορφων νέων οἱ ὁποῖοι ἀκτινοβολοῦσαν σὰν τὸν ἥλιο καὶ χαίρονταν ὅλοι καὶ εὐφραίνονταν, γιὰ τὴν σωτηρία μου· ἐμεῖς πορευθήκαμεν μὲ ἀγαλλίαση καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον γιὰ προσκύνησιν τοῦ ἀστραπόμορφου θρόνου τοῦ Θεοῦ, καὶ Σωτῆρος Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἴδαμεν σύννεφα ὄχι σὰν τὰ συνηθισμένα, τὰ ὁποῖα παραμέριζαν γιὰ νὰ περάσουμεν. Καὶ εἴδαμεν ἄλλο σύννεφο λευκὸ καὶ χρυσόμορφο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξέρχονταν ἀστραπὲς καὶ παραμέρισε κι αὐτὸ ὅπως τὰ ἄλλα καὶ περνώντας αἰσθανθήκαμεν γλυκύτατην εὐωδία ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ ἀοράτου Θεοῦ. Καὶ εἴδαμεν στὸ ἄμεσον ὕψος ἀστραποβόλο τὸν θρόνο τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἡ χαρὰ τῶν δικαίων καὶ ἡ Αἰώνια ἀγαλλίαση. Κ᾿ εἴδαμεν ἐκεῖ πλῆθος ἄπειρον ἀστραπόμορφων νέων, ποὺ φοροῦσαν πολύτιμα φορέματα μὲ χρυσὲς ζῶνες.

Φθάσαμεν ἀπέναντι τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ Ἄγγελοι ποὺ μὲ κρατοῦσαν ἄρχισαν νὰ ψάλλουν καὶ κλίνοντας τὰ γόνατα προσκυνήσαμεν τρεῖς φορὲς τὴν Παναγίαν Τριάδα, καὶ μαζὺ μὲ ἡμᾶς ὅλο τὸ πλῆθος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ποὺ ἦσαν γύρω τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Κ᾿ εὐθέως ἀκούστηκε φωνὴ γλυκύτατη καὶ ἔλεγεν στοὺς Ἀγγέλους ὁδηγῆστε τὴν ψυχὴν αὐτὴν πρῶτα στὸν Παράδεισον καὶ ἔπειτα στὰ καταχθόνια του ᾍδου καθὼς κάνετε σὲ ὅλες τὶς ψυχές. Κ᾿ ἔπειτα ἀναπαύσεται τὴν στὴν κατοικία τοῦ δούλου μου Βασίλειου ποὺ μὲ παρακάλεσεν.

Καὶ συνοδεύοντάς με οἱ Ἄγγελοι μὲ ἔφεραν στὸν Παράδεισον ὅπου εἶδα τὶς κατοικίες τῶν δικαίων ὅπου ἔλαμπαν σὰν ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τῶν ὁποίων ἡ κατοικία ἑκάστου διέφερεν κάθε ἑνὸς ἀνάλογα τῶν ἔργων του. Ἐκεῖ εἴδαμεν τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ ὅπου ἀναπαύονται τὰ τέκνα τῶν ὀρθόδοξων χριστιανῶν ὅσα ἔζησαν στὸν κόσμο ἀναμάρτητα. Ἐκεῖ ἀναπαύονται οἱ ψυχὲς τῶν Δώδεκα Πατριαρχῶν καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ φαίνονταν σὰν νὰ ἦσαν μὲ σώματα, ἀλλὰ χέριν ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς πιάσῃ.

Ὅταν ἐπισκεφθήκαμεν ὅλες τὶς κατοικίες τῶν Ἁγίων οἱ Ἄγγελοι μὲ ἔφεραν στὶς φοβερὲς κολάσεις τοῦ Ἅδη ὅπου κατοικοῦν οἱ ἁμαρτωλοί· καὶ εἶδα τὶς σκοτεινὲς φυλακὲς ὅπου εἶναι κλεισμένες οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν ὡς ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας καὶ σκεπάζονταν ἀπὸ τὴν μαύρην ὁμίχλη τοῦ θανάτου· καὶ ἐκεῖ ἀκούεται τέκνον μου Γρηγόριε τὸ οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο καὶ τοὺς κατατρώγει ἀσταμάτητα ὁ μολυσμὸς καὶ ἡ βρόμα.

Ἀφοῦ γυρίσαμεν ὅλες τὶς κολάσεις τῶν ἁμαρτωλῶν, ὁ ἕνας Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Θεοδώρα ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ πνευματικός σου πατέρας Βασίλειος κάμνει τὸ τεσσαρακοστόν σου μνημόσυνο στὴν γῆ;»

Καὶ λέγοντας αὐτὸ ὁ ἄγγελος μὲ ἄφησαν νὰ ἐμφανισθῶ στὴν πανευφρόσυνη κατοικία τοῦ Παραδείσου, ὅπου ἐδῶ βρίσκονται καὶ ἄλλες ψυχὲς τῶν πνευματικῶν τέκνων τοῦ πατρός μας Βασιλείου. Ἐκεῖ βρισκόταν ὡραιωτάτη τράπεζη ἀκτινοβολώντας διὰ τῶν πολύτιμων λίθων ποὺ ἦταν στολισμένη, καὶ γεμάτη με διάφορα ὡραιότατα ὀπωρικὰ ποὺ ἔτρωγαν ἄνθρωποι ἄϋλοι χωρὶς παχιὲς σάρκες καὶ ἔλαμπαν σὰν ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου τὰ πρόσωπά τους. Ἐκεῖ δὲν διακρίνονταν οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Ὡραιότατοι νέοι τοὺς κερνοῦσαν μὲ ροδοκόκκινο ποτὸ καὶ ὅσοι ἔπιναν χόρταναν ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τότε ὁ Ἅγιος Βασίλειος διέταξε τὴν Θεοδώρα νὰ μὲ ὁδηγήσῃ νὰ ἰδῶ τὸ ὡραιότατο περιβόλι τῆς κατοικίας του. Καὶ ὁδηγώντας με ἡ Θεοδώρα φθάσαμεν στὸ περιβόλι τοῦ ὁποίου ἡ πόρτα καὶ τὰ ψηλὰ τείχη ἦσαν χρυσαφένια, τὸ ὁποῖον ἦταν γεμάτο ἀπὸ ποικιλόμορφα δέντρα φορτωμένα ἀπὸ εὐγευστάτους καὶ ὡραιοτάτους καρποὺς ἄφθαρτους καὶ ἀθάνατους·
καὶ βλέπωντας αὐτὰ ἐγὼ ἔμεινα ἐκστατικός, ἡ δὲ Θεοδώρα εἶπε:
«Αὐτὰ ὅλα ποὺ βλέπεις τὰ ἐχάρισεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς τοῦ πατέρα μας Βασιλείου, γιὰ τοὺς κόπους του καὶ τὴν ἀρετή του, γιὰ νὰ εὐφραίνεται καὶ νὰ ἀναπαύεται μὲ ὅλα τὰ σωσμένα πνευματικά του τέκνα. Φρόντισε καὶ σὺ τέκνον μου Γρηγόριε, ἕως ὅτου βρίσκεσαι στὸν προσωρινὸν κόσμο, νὰ κάμῃς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔλθῃς καὶ σὺ ἐδῶ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε ὁ Θεὸς ἔχει μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτὰ ἑτοιμασμένα γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν Ἀγαποῦν.»

Ἐγὼ ψηλαφίζοντας τὸν ἑαυτό μου ἐὰν ἤμουν μὲ τὸ σῶμα, μοῦ φάνηκε σὰν νὰ ἔπιανα ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, καὶ τότε ᾖλθα στὸν ἑαυτό μου ἐλευθερωθεὶς ἀπὸ τὰ φοβερὰ καὶ ἐξαίσια ἐκεῖνα πράγματα. Καὶ συλλογιζόμενος ὅλα αὐτὰ ἔλεγα· ἄραγε ἀπὸ τὸν διάβολο τὰ εἶδα ὅλα αὐτά; Καὶ σηκώθηκα ἐπορεύθηκα νὰ συναντήσω τὸν ἅγιον Γέροντά μου, καὶ βρίσκοντάς τον, ἔβαλα μετάνοια καὶ πῆρα τὴν εὐλογία του, καὶ μοῦ λέει· ἄραγε ξέρεις τέκνον μου Γρηγόριε, ὅτι αὐτὴν τὴ νύκτα εἴμασταν μαζὶ στὰ οὐράνια καὶ αἰώνια σκηνώματα ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ Θεοδώρα καὶ τὴν εἶδες καὶ μιλήσατε μαζὶ κατὰ τὴν ἐπιθυμία σου, καὶ πήγατε μαζὶ στὸ ὡραιότατο περιβόλι καὶ εἶδες τὰ πανεύοσμα ἐκεῖνα ἄνθη καὶ τοὺς ἀθανάτους ἐκείνους καρποὺς καὶ εἶδες τὰ ὁλόχρυσα ἐκεῖνα παλάτια αὐτὴν τὴ νύκτα, μὴν νομίσεις τέκνον μου ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ὄνειρο.

Ἐγὼ ἀκούοντας αὐτὰ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἅγιου Γέροντα καὶ ἐπιγείου ἀγγέλου λιποθύμησα καὶ ἔμεινα ἄφωνος γνωρίζοντας ὅλα αὐτὰ ὅτι ἔγιναν στ᾿ ἀλήθεια.

Ἔπειτα ὅταν συνῆλθα μοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:

«Καὶ σὺ τέκνον μου Γρηγόριε φρόντισε νὰ διέλθῃς τὴ ζωή σου μὲ ἀγαθοεργίες κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ μετὰ τὸν θάνατό σου θὰ σὲ δεχθῶ στὶς αἰωνίους κατοικίες, τὶς ὁποῖες μοῦ ἐδώρησεν ὁ Κύριος διὰ τὴν πολλήν του ἀγαθότητα. Διότι ἐγὼ θὰ φύγω σὲ λίγο ἀπὸ τὸν μάταιο αὐτὸν κόσμο, καὶ σὺ ὑστερώτερα καὶ θὰ σὲ περιμένω ἐκεῖ στὰ αἰώνια, διότι καθὼς ὁ Κύριος μοῦ ἀπεκάλυψε θὰ διέλθῃς τὴν ζωή σου θεάρεστα. Πρόσεξε τέκνον μου μὴ φανερώσῃς σὲ κανέναν ὅσα εἶδες καὶ ἄκουσες ἐν ὅσῳ ζῶ. Μετὰ ἀπὸ τὸν θάνατό μου γράψε τα αὐτὰ γιὰ ὠφέλεια τῶν Χριστιανῶν ποὺ θὰ τὰ διαβάσουν.»

Ἑὼς ἐδῶ ἀδελφοὶ χριστιανοὶ εἶναι ἡ διήγηση τοῦ θανάτου τῆς Θεοδώρας τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ὁ σοφὸς Γρηγόριος. Ἐπίσης ἔγραψεν πῶς μέλλεται νὰ γίνῃ ἡ φοβερὰ κρίσις τὴν ἡμέρα ἐκείνης της Δευτέρας! Παρουσίας τοῦ Ἀδεκάστου Κριτοῦ περὶ τῆς ὁποίας ἀποκαλύφθηκεν στὸν ἅγιον γέροντα Βασίλειον, καὶ τὸ ὁποῖον βρίσκεται πιὸ κάτω σὲ αὐτὸ τὸ κείμενο γραμμένο.


nektarios.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου