Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία -Κεφάλαιον 8ον "Η συνάντηση με την αλήθεια" (Τελευταίο)

Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ




Το παρόν πόνημα είναι μία αυθεντική μαρτυρία, μία συγκλονιστική κατάθεση ενός πρώην μοναχού του παπικού δόγματος, που έθεσε ως προτεραιότητα στην ζωή του την ανεύρεση της Αλήθειας. Η αφορμή ήταν ένα έγγραφο που ανακάλυψε όταν ταξινομούσε και αξιολογούσε το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης της μονής στην οποία ανήκε. Αυτό το έγγραφο πυροδότησε μέσα του μία κρίση συνειδήσεως η οποία τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον πνευματικό του πατέρα, τους φίλους του, τους συμμοναστές του, την ιεραρχία και με αυτή την ίδια εκκλησία του, μαζί με όλα τα δόγματά της και τις «αλήθειες» της.
Η επίπονη πορεία του εν λόγω μοναχού όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία» αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα, ότι για την απόκτηση της Αλήθειας, κάθε άνθρωπος οφείλει να θυσιάσει τα πάντα.
Το παρόν βιβλίο συστήνεται προς ανάγνωση σαν μία αναγκαιότητα, σε όλους τους ακολούθους της παπικής εκκλησίας. Επίσης, είναι ένα εξαιρετικό βοήθημα για τους Ορθοδόξους για να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν καλύτερα την μεγάλη δωρεά που λάβαμε από τον Θεό, να είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού.

Η δολοφονία τού σεβ. Παύλου ντε Μπαγιεστέρ, δεν κατέστη δυνατή να σταματήσει το έργο του. Το βιβλίο του παραμένει ένα μνημείο κατά τής Παπικής πλάνης, με πλήρη τεκμηρίωση όλων όσων ισχυρίζεται, μέσα από παπικά έγγραφα και επίσημα αρχεία τού Παπισμού. Είναι συγκλονιστικό να βλέπει κάποιος τόσο καθαρά, ότι ο παπισμός δεν είναι απλώς μια αίρεση πλάνης, αλλά και σκόπιμης παραποίησης τής αλήθειας, θυσιασμένης στο βωμό τής παπικής ισχύος.

(Για να διαβάστε περασμένα κεφάλαια πατήστε πάνω στα περιεχόμενα)

Περιεχόμενα


Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο
Η συνάντηση με την αλήθεια
Κατ’  αυτό το διάστημα, ανεξάρτητα από όλα τα προαναφερθέντα γεγονότα, ήλθα για πρώτη φορά σε άμεση επαφή με την Ορθοδοξία.
Πριν προχωρήσω στην απαρίθμηση των γεγονότων, οφείλω να σημειώσω ότι η ιδέα μου για την Εκκλησία αυτήν είχε αρχίσει να σχηματίζεται από τις αρχές ήδη της οδύσσειάς μου.
Αφ ενός ορισμένες συζητήσεις που για πολύ καιρό είχα κάνει επί εκκλησιαστικών θεμάτων με μία πανεπιστημιακή ομάδα ορθοδόξων Πολωνών, οι οποίοι πέρασαν από την πατρίδα μου, αφ ετέρου οι σημειώσεις που λάμβανα από το Οικουμενικό Συμβούλιο σχετικά με την ύπαρξη και την δράση των ορθοδόξων της Δύσεως, είχαν ειλικρινά κινήσει το ενδιαφέρον μου.
Επιπλέον, τελευταίως άρχισα να λαμβάνω διάφορες εκδόσεις Ρώσσων και Ελλήνων του Λονδίνου και του Βερολίνου και μερικά σπουδαία συγγράμματα που εκδίδονταν από τον αρχιμανδρίτη Νικόλαο Κατσανεβάκη στην Νεάπολη, τα οποία είχαν κερδίσει την συμπάθειά μου.
Όλα αυτά συνέτειναν φυσικά λίγο λίγο στην ολική εξάλειψη των προκαταλήψεών μου, που υποθάλπει ως προς τήν Ορθοδοξία ο Ρωμαιοκαθολικισμός, του οποίου τα επίσημα κείμενα διδασκαλίας προς την μαθητιώσα νεολαία διδάσκουν ότι «το σχίσμα της Ανατολής, το λεγόμενο Ορθοδοξία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα σύνολο χωρίς ζωή, μουμιοποιημένο και απεξηραμμένο· μικρές τοπικές Εκκλησίες χωρίς κανένα των χαρακτηριστικών και διακριτικών γνωρισμάτων της αληθινής του Χριστού Εκκλησίας»[1]. Δηλαδή «ένα αξιοθρήνητο σχίσμα, το οποίο ως πατέρα είχε τον διάβολο και ως μητέρα την υπερηφάνεια του πατριάρχη Φωτίου»[2].
Όταν με προσωπική μου πρωτοβουλία άρχισα τις σχέσεις μου δι' αλληλογραφίας με σεβαστό μέλος της ορθοδόξου ιεραρχίας της Δύσεως, χάριν της δικής μου κρίσεως, που οφειλόταν σε όλες αυτές τις γενικές πληροφορίες, ήμουν ήδη σχεδόν εξ ολοκλήρου ικανός να λάβω αντικειμενική γνώση των όσων αυτός ο επίσκοπος θα μου ανέφερε ως προς την ορθόδοξη διδασκαλία. Με άλλα λόγια, ήμουν σε θέση να εξετάζω απροκατάληπτα τα σχετικά με την σύσταση και την θεολογική κατάσταση των αποστολικών εκκλησιών.
Κατά την διάρκεια των σχέσεων αυτών δεν άργησα να διακρίνω τον υπάρχοντα παραλληλισμό μεταξύ της αρνητικής μου θέσεως απέναντι στον παπισμό και της εκκλησιολογικής διδασκαλίας τήςΟρθοδοξίας. Ενώ εγώ καταπολεμούσα «ό,τι δεν έπρεπε να υπάρχει», η Ορθοδοξία αντιθέτως προσέφερε «ό,τι οφείλει να υπάρχει».
Ανέφερα τον παραλληλισμό αυτόν στον σεβαστό εκείνον ιεράρχη, λόγω των αμοιβαίων σχέσεών μας, και συμφώνησε μαζί μου στο σημείο αυτό, αν και με κάποια επιφύλαξη, επηρεασμένος από το γεγονός της παραμονής μου μεταξύ των προτεσταντών.
Οφείλω εδώ να παρατηρήσω ότι οι αντιπρόσωποι της Ορθοδοξίας στην Δύση δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τον προσηλυτισμό, καθώς είναι αντίθετος με την αντίληψή τους περί της εκκλησιαστικής καταστάσεως στην Ευρώπη και με τον στενά ποιμαντικό μόχθο τους, μεταξύ τών Ελλήνων και των Ρώσσων, των οποίων η πνευματική φροντίδα τους έχει ανατεθεί.
Όταν η αλληλογραφία μας είχε πια προχωρήσει πολύ και μέσω αυτής είχαν επεκταθεί ήδη οι σχέσεις μου μέχρι και σε αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τότε μόνο αποφασίστηκε να μου συστήσουν την μελέτη του περίφημου έργου του Σεργίου Boulgakoff «Η Ορθοδοξία»[3] και την όχι λιγότερο βαθειά εργασία του μητροπολίτου Βερολίνου Σεραφείμ με τον ίδιο τίτλο[4]. Από την αρχή της αναγνώσεως των έργων αυτών αισθάνθηκα τον εαυτό μου να συνταυτίζεται με το πνεύμα των συγγραφέων τους. Δεν συνάντησα καμία παράγραφο που να μην μπορέσω να την παραδεχθώ και να την εγκολποθώ ενσυνείδητα.
Τόσο σε αυτά τα έργα όσο και σε πολλά άλλα, που άρχισα να λαμβάνω από την Ελλάδα συνοδευόμενα από ενθαρρυντικές επιστολές, με εξέπληττε η ευαγγελική καθαρότητα της διδασκαλίας της Ορθοδοξίας, της οποίας οι πιστοί είναι αναμφίβολα οι μοναδικοί σήμερα χριστιανοί του κόσμου που πιστεύουν ό,τι και εκείνοι των κατακομβών· οι μοναδικοί και αληθινά πιστοί, οι οποίοι δικαιούνται να επαναλαμβάνουν με εύλογη υπερηφάνεια την πατερική φράση: «Πιστεύουμε σε ό,τι παραλάβαμε από τους Αποστόλους, σε ό,τι οι Απόστολοι από τον Χριστό και σε ό,τι ο Χριστός από τον Θεό Πατέρα».
η αυτούς τους λόγους του Τερτυλλιανού: «Μόνον εμείς είμαστε σε κοινωνία με τις αποστολικές
Εκκλησίες, γιατί η διδασκαλία μας είναι η μόνη η οποία δεν διαφέρει από την δική τους διδασκαλία. Αυτή είναι η μαρτυρία της αλήθειας μας»[5].
Την περίοδο αυτήν έγραψα την «Έννοια της Εκκλησίας κατά τους Πατέρες της Δύσεως» και το «Ο Θεός μας, ο Θεός σας κι ο Θεός»[6], του οποίου την έκδοση στην Νότιο Αμερική αναγκάστηκα αργότερα να διακόψω, για να μην προσφέρω ένα όπλο, τόσο εύκολο όσο και επικίνδυνο, στην προτεσταντική προπαγάνδα.
Με συμβούλευσαν τότε από την ορθόδοξη πλευρά να αφήσω κατά μέρος την απλώς και μόνον αρνητική μου στάση απέναντι στον παπισμό, στάση στην οποία είχα προσκολληθεί, και να επιδοθώ σε μίαν εργασία συγκεντρώσεως και αυτοεξετάσεως για την ανεύρεση του θετικού και συγκεκριμένου προσωπικού μου «Πιστεύω», με το οποίο θα μπορούσαν να εξετάσουν την ακριβή θεολογική μου θέση και να μετρήσουν τις αποστάσεις που θα μπορούσε αυτή να έχει από τον Αγγλικανισμό αφ ενός και από την Ορθοδοξία αφ ετέρου.
Ο κόπος αυτός δεν ήταν ούτε εύκολος ούτε σύντομος, εφόσον με υποχρέωνε σε μία ευρύτατη έρευνα, αφού επρόκειτο για μία πίστη στην οποία αναμφίβολα δεν ήμουν ακόμη θεολογικά κατηρτισμένος. Γιατί δεν επρόκειτο να εξαλείψω απλώς τα δόγματα του παπικού πρωτείου και των προνομίων του και να μείνω πιστός στην υπόλοιπη ρωμαϊκή διδασκαλία, αλλά έπρεπε να κάνω μία βαθειά εργασία αναλύσεως και διευκρινίσεως μεταξύ θεμελιωδών αληθειών του χριστιανισμού και των παπικών δογματικών ορίων κάθε τάξεως και κάθε είδους, πάνω στα οποία εδραιώθηκαν κατά την διάρκεια των αιώνων τα πολιτικο-εκκλησιαστικά συμφέροντα του Βατικανού για την πραγματοποίηση των ιμπεριαλιστικών του σκοπών πάνω στην Εκκλησία· κι αυτό επειδή δεν ήθελα να περιπέσω στο ίδιο λάθος με τους παλαιοκαθολικούς, οι οποίοι, σκανδαλισμένοι από την διακήρυξη του δόγματος του αλαθήτου κατά την Σύνοδο του Βατικανού, εγκατέλειψαν τον Πάπα, έμειναν όμως με την ίδια, ρωμαϊκή θεολογία, την συνυφασμένη με τόσα άλλα νόθα δόγματα, προλήψεις και δεισιδαιμονίες.
Μπροστά στην τεράστια δυσκολία της εργασίας αυτής, προτίμησα να εκφράσω την στάση μου με όσο το δυνατόν γενικότερες και θετικότερες λέξεις. Εκφράσθηκα λοιπόν ως εξής: «Πιστεύω σε ό,τι περιέχουν τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και σε κάθε διδασκαλία που πηγάζει αμέσως από το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με την ερμηνεία της κατά παράδοσιν εκκλησιαστικής διδασκαλίας, δηλαδή των Οικουμενικών Συνόδων και της ομόφωνης συγκαταθέσεως των αγίων Πατέρων».
Από την στιγμή εκείνην άρχισα να αισθάνομαι ότι η συμπάθεια των προτεσταντών προς το πρόσωπό μου ελαττωνόταν ραγδαία, με εξαίρεση την μερίδα των αγγλικανών, των οποίων η κατανόηση και η ηθική ενθάρρυνση με ακολουθούσε καθ όλη την δυσχερή αυτήν περίοδο. Και μόνο τότε οι ορθόδοξοι, αν και με πολύ αργούς ακόμη ρυθμούς, άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον, να εγκαταλείπουν την προκατάληψη απέναντί μου και να με θεωρούν ως έναν «ενδεχόμενο και ενδιαφέροντα κατηχούμενο».
Τα λόγια ενός ορθοδόξου πολωνού επιστήμονα (στον οποίον οι Ουνίτες[7], αφού πληροφορήθηκαν την επιρροή και τα πλούτη του, του πρότειναν πάση θυσία να μεταστραφεί στον παπισμό) με έπεισαν για την πίστη της Ορθοδοξίας στις ουσιώδεις αλήθειες του πρώτου χριστιανισμού.
Ο φίλος μου τους έλεγε τα εξής: «Ισχυρίζεσθε ότι οφείλω να αρνηθώ την ορθόδοξη πίστη μου για να γίνω τέλειος χριστιανός.
Καλώς! Η ορθόδοξη πίστη μου αποτελείται από τα παρακάτω στοιχεία: Ιησούς Χριστός, Ευαγγέλιο, Σύνοδοι και άγιοι Πατέρες. Ποιο η ποια από αυτά τα στοιχεία πρέπει να αρνηθώ για να γίνω, όπως λέτε, “τέλειος χριστιανός”»; Και όταν αλλάζοντας την πολιτική τους του πρότειναν να μην αρνηθεί κανένα από αυτά, αλλά τουλάχιστον να αναγνωρίσει τον Πάπα ως αλάθητο αρχηγό της Εκκλησίας, αποκρίθηκε απλά: «Να αναγνωρίσω τον Πάπα; Αυτό θα ήταν σαν να τα αρνιόμουν όλα!» Κατάλαβα λοιπόν ότι, πράγματι, κάθε χριστιανός έχει την δυνατότητα να θυσιάζει ένα μέρος από το σύνολο της διδασκαλίας του για να φθάσει σε μία πληρέστερη καθαρότητα της πίστεώς του, με εξαίρεση τον ορθόδοξο χριστιανό, καθώς μόνο αυτός παραμένει σταθερά στην ουσία του χριστιανισμού, η οποία αποτελεί την αποκαλυφθείσα αλήθεια, την αιώνια και αμετάβλητη.
Ένας ρωμαιοκαθολικός, για παράδειγμα, μπορεί να αρνηθεί τον Πάπα, όπως έκανα εγώ, η να αναιρέσει την περί καθαρτηρίου διδασκαλία η να φέρει αντιρρήσεις στους όρους της εν Τριδέντω Συνόδου, χωρίς γι' αυτό να πάψει να είναι χριστιανός. Με τον ίδιο τρόπο ένας προτεστάντης μπορεί να αρνηθεί τις διδασκαλίες των μεγάλων μεταρρυθμιστών σχετικά με την θεία χάρη και τον «προορισμό» και να παραμένει ωστόσο το ίδιο χριστιανός.
Μόνον ο ορθόδοξος είναι εκείνος που δεν διαθέτει στην πίστη του άλλα στοιχεία, εκτός από τις ουσιώδεις και βασικές αλήθειες του χριστιανισμού, οι οποίες αποκαλύφθηκαν άμεσα από τον Θεό δια του Ιησού Χριστού. Η Ορθοδοξία είναι η μόνη Εκκλησία που ποτέ δεν δέχθηκε να προτείνει στους πιστούς της τίποτα άλλο, εκτός από εκείνο το οποίο «πάντοτε, παντού και από τους πάντες» θεωρήθηκε ως η από Θεού αποκαλυφθείσα διδασκαλία[8]. Γι' αυτό, το να ασπαστεί κανείς την Ορθοδοξία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο εναγκαλισμός της πίστεως του Ευαγγελίου στην πρωταρχική της διαύγεια, ενώ αντίθετα αν την αρνηθεί και αποστατήσει από αυτήν, είναι σαν να αρνείται και να αποστατεί από τον χριστιανισμό εξ ολοκλήρου.
Η Ορθοδοξία είναι η μοναδική εκείνη Εκκλησία η οποία, ως πιστός θεματοφύλακας της ευαγγελικής πίστεως, «ουδέποτε άλλαξε κάτι σε αυτήν ούτε αφαίρεσε ούτε πρόσθεσε»[9]· «δεν απέκοψε τα ουσιώδη ούτε συσσώρευσε τα επουσιώδη ούτε έχασε κάτι δικό της ούτε άρπαξε κάτι ξένο, πάντοτε συνετή και πιστή σε όσα κληρονόμησε»[10], γιατί γνωρίζει ότι στην πίστη που της δόθηκε άπαξ και εξ αρχής[11] δεν επιτρέπεται ούτε η ελάχιστη αλλαγή, ούτε καν από «άγγελο εξ ουρανού»[12]· πόσω μάλλον από γήϊνον άνθρωπο, ψεύτη και αμαρτωλό!...
Η Ορθοδοξία είναι η αληθινή νύμφη του Χριστού «μη έχουσα σπίλον η ρυτίδα η τι των τοιούτων, αλλ' ούσα αγία και άμωμος»[13]. Αυτή είναι η Αγία Εκκλησία του Θεού, η μοναδική Του[14], «η αληθινά Καθολική Εκκλησία, η οποία μάχεται εναντίον όλων των αιρέσεων. Να μάχεται μπορεί. Να ηττάται όμως ποτέ. Μολονότι όλες οι αιρέσεις και τα σχίσματα από αυτήν ξεπήδησαν ως άχρηστα κλήματα, κομμένα από το καθαυτό αμπέλι, αυτή όμως παραμένει σταθερή στην ρίζα της, στην ένωσή της με τον Θεό»[15]. Όποιος την ακολουθεί, τον Θεό ακολουθεί· όποιος ακούει την φωνή της, του Κυρίου την φωνή ακούει[16]· και όποιος την παρακούει, γίνεται εθνικός[17].
Πεπεισμένος μετά από όλα αυτά, δεν αισθανόμουν πλέον τον εαυτό μου τόσον έρημο και μόνον απέναντι στον παντοδύναμο Ρωμαιοκαθολικισμό αφ ενός, και στην όλο και περισσότερο εμφανή ψυχρότητα των προτεσταντών απέναντί μου αφ ετέρου. Συναισθανόμουν ότι υπήρχαν στην Ανατολή, και διασκορπισμένοι σε ολόκληρο τον κόσμο, εκατομμύρια αδελφών μου χριστιανών, εκείνοι που αποτελούσαν την Ορθόδοξη Εκκλησία, με τους οποίους βρισκόμουν ήδη σε κοινωνία πίστεως και διδασκαλίας.
Την παπική συκοφαντία για την θεολογική μουμιοποίηση τής Ορθοδοξίας ούτε καν την συνυπολόγισα, δεδομένου ότι είχα κατανοήσει πια ότι αυτή η επίμονη σταθερότητα της Ορθοδοξίας στην αλήθεια που είχε κληρονομήσει δεν αποτελούσε μία στάση ακίνητη, απαθή και λιθοποιημένη, αλλά ήταν ομολογία πίστεως διαρκούς ροής, όπως το ρεύμα ενός καταρράκτη, το οποίο φαίνεται πάντοτε το ίδιο, ενώ τα νερά του είναι διαρκώς διαφορετικά και εναλλάσσονται κάθε στιγμή παράγοντας νέους ήχους και αρμονίες. Επίσης, οι ορθόδοξοι άρχιζαν σιγά-σιγά να με θεωρούν δικό τους.
«Το να συζητούμε με αυτόν τον Ισπανό για την αλήθεια της Ορθοδοξίας δεν αποτελεί προσηλυτισμό», έγραφε τότε ένας αρχιμανδρίτης, «αλλά συζήτηση μαζί του περί μίας διδασκαλίας και ενός θρησκευτικού πνεύματος, τα οποία είναι τόσο δικά μας, όσο και δικά του· με την διαφορά ότι εμείς απλώς τα κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, ενώ εκείνος πέτυχε να τα ξεθάψει από το βάρος δεκαπέντε αιώνων της ιστορίας της Εκκλησίας της Δύσεως».
Ήταν λοιπόν σαφέστατο ότι η φυσική πορεία των «ψυχικών μου ανησυχιών», όπως έλεγε ο πνευματικός μου, με είχε οδηγήσει ασυναίσθητα στους κόλπους της ίδιας της Μητρός Εκκλησίας, της Ορθοδοξίας. Επιπλέον, κατά την διάρκεια της τελευταίας εκείνης περιόδου, ήμουν ήδη, χωρίς να το αντιληφθώ, ορθόδοξος. Και όπως οι μαθητές στον δρόμο προς Εμμαούς, έτσι κι εγώ βάδιζα δίπλα στην θεία Αλήθεια, χωρίς να την αναγνωρίζω μέχρι να φθάσω στο τέρμα της πνευματικής μου οδοιπορίας.
Όταν έφθασα στην πλήρη πεποίθηση όλων αυτών των πραγμάτων, κατάλαβα ότι δεν μου έμενε πλέον τίποτα άλλο, παρά να ενεργήσω κατά συνέπειαν. Έγραψα λοιπόν μία μακρά έκθεση της όλης μου περιπτώσεως και της εξελίξεώς της στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως και στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών μέσω της διευθύνσεως της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επίσης, με παρόμοιο τρόπο εξέθεσα σαφώς την απόφασή μου στις ιεραρχίες και σε άλλα μέλη των διαφόρων Εκκλησιών με τις οποίες είχα αναπτύξει σχέσεις.
Και αισθανόμενος ότι κατέχω τον πολύτιμο εκείνο μαργαρίτη για τον οποίον αξίζει κανείς να θυσιάζει όσα έχει[18], εγκατέλειψα την πατρίδα μου και πήγα στην Γαλλία, όπου ήλθα σε πλήρη επαφή με τους ορθοδόξους αδελφούς μου, που μόλις είχα γνωρίσει. Προτίμησα όμως να αφήσω να περάσει ορισμένος ακόμη χρόνος προτού γίνω κανονικό μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με σκοπό την μεγαλύτερη ωρίμανση της τόσο σημαντικής μου αποφάσεως.
Τέλος, έκανα το οριστικό βήμα ζητώντας επισήμως την είσοδό μου στην αληθινή Εκκλησία του Χριστού.
Όλοι ομοφρόνως αποφασίσαμε να λάβει χώρα το γεγονός αυτό στην ίδια την Ελλάδα, την κατ’ εξοχήν χώρα τής Ορθοδοξίας, όπου εξάλλου έπρεπε να μεταβώ, προκειμένου να ακολουθήσω θεολογικές σπουδές.
Φθάνοντας στην Αθήνα, παρουσιάσθηκα στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος μου επεφύλαξε την πιο πατρική υποδοχή, και του οποίου η αγάπη, η στοργή και το ενδιαφέρον διατηρούνται αδιάκοπα μέχρι σήμερα και με συνοδεύουν σε κάθε βήμα της νέας μου εκκλησιαστικής ζωής. Το ίδιο θα μπορούσα να πω και για τον τότε Πανοσιολογιώτατο Πρωτοσύγκελλο, σήμερα θεία χάριτι Επίσκοπο Ρωγών, αληθινό πατέρα, του οποίου το ενδιαφέρον προς εμένα ήταν πάνω από κάθε προσδοκία μου.
Περιττό να αναφέρω ότι μέσα σε τέτοιο περιβάλλον στοργικής αγάπης, η αγία Σύνοδος δεν άργησε να αποφασίσει την οριστική μου είσοδο στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κατά την διάρκεια της συγκινητικότατης κατ’ εμέ ακολουθίας του χρίσματος, με την χορήγηση του οποίου έγινα πλέον μέλος της πραγματικής αμπέλου, τιμήθηκα με το όνομα του Αποστόλου των Εθνών και στην συνέχεια έγινα δεκτός στην Ιερά Μονή Παναγίας Πεντέλης ως μοναχός. Λίγους μήνες αργότερα χειροτονήθηκα εις διάκονον «δι' επιθέσεως των χειρών» του Επισκόπου Ρωγών.
Αν αφαιρέσει κανείς τις αδιάκοπες ενοχλήσεις που προέρχονταν από τα μέλη του σκοτεινού τάγματος των εν Ελλάδι ρωμαιοκαθολικών ελληνορύθμων, των οποίων η φαντασία δεν εξαντλείται ποτέ στην κατασκευή παντός είδους συκοφαντιών, αισθάνομαι τον εαυτό μου ευτυχή, καθώς περιβάλλεται από την αγάπη, την συμπάθεια και την κατανόηση της αγιωτάτης Ελλαδικής Εκκλησίας, της σεβαστής Ιεραρχίας, των διαφόρων θρησκευτικών οργανώσεων και, γενικά, όλων εκείνων που μέχρι τώρα με τίμησαν με την πνευματική τους γνωριμία.
Από όλους αυτούς, τους κατά την πίστη πατέρες και αδελφούς μου, και από εκείνα τα πρόσωπα που μέσω των εγγράφων μου πληροφορήθηκαν ευμενώς την υπόθεση και την συνολική οδύσσειά μου, ζητώ την συνδρομή των προσευχών τους, για να δεχθώ την άνωθεν χάρη, ώστε να παραμείνω άξιος και συνεπής απέναντι στην τόσο εξαίρετη ευεργεσία του Πανάγαθου Θεού.

 

Σημειώσεις

[1] Βλ. π.χ. Απολογητική του Π. Juan Ruano Ramos προς χρήση των μαθητών της Μέσης Εκπαιδεύσεως, Barcelona 1948.
[2] Ιδού ο χαρακτηρισμός της Ορθοδοξίας από την απολογητική σκοπιά του Ρωμαιοκαθολικισμού: α) Η Ορθοδοξία δεν είναι η Μία Εκκλησία, γιατί απομακρύνθηκε από το κέντρο της ενότητας που είναι ο Πάπας. β) Δεν είναι η Αγία Εκκλησία, καθώς αποτελεί ένα κλήμα που αποκόπηκε από τον κορμό του αμπελιού, μέσα στο οποίο κυκλοφορούν η χάρις και η αγιότητα· και αυτό είναι η παπική Εκκλησία. γ) Έπαψε να είναι η Καθολική Εκκλησία από τότε που αποσχίσθηκε από την Ρώμη, τον πυρήνα και το σύμβολο της καθολικότητας. δ) Ούτε είναι Αποστολική, εφόσον δεν κατάγεται από τους Αποστόλους, αλλά από τον Φώτιο και τον Κηρουλάριο. Αυτόθι, μέρος Β΄, Διακριτικά γνωρίσματα της αληθούς του Χριστού Εκκλησίας.
[3] Serge Boulgakoff, L Orthodoxie, edit. Felix Alcan, Paris 1933.
[4] Metropolite Seraphim, L Eglise Orthodoxe, Payot, Paris 1952.
[5] Τερτυλλιανού, De Prascript. Haretic., XXI.
[6] Nuestro Dios, vuestro Dios y Dios, Buenos Aires 1951.
[7] Οι Ουνίτες (από το Unitas, που σημαίνει Ένωση) αποτελούν το κατασκοπικό τάγμα των παπικών ελληνορρύθμων, οι οποίοι μεταμφιεσμένοι σε ορθοδόξους κληρικούς διενεργούν τον προσηλυτισμό στα ορθόδοξα κράτη.
[8] «Quod semper, quod ubique, quod ab omnibus». Βλ. ανωτέρω.
[9] Αγ. Βικεντίου του εκ Λειρίνου, Commonitorium, 23, 16.
[10] Αυτόθι.
[11] Ιούδ. 3.
[12] Γαλ. 1, 8.
[13] Εφεσ. 5, 27· Ωριγένους, εις Έξοδον, Ομιλ. 9η.
[14] Άσμα Ασμάτων 6, 9.
[15] Αγ. Αυγουστίνου, Serm. De Symbol. Catech., 40, 635.
[16] Βλ. Λουκ. 10, 16.
[17] Ματθ. 18, 17.
[18] Πρβ. Ματθ. 13, 44-46.

Έκδοσις Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Μαχαιρά
«Έτοιμοι αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος». (Α' Πέτρ. 3,15)
Εικόνα εμπροσθοφύλλου: Ο νεαρός Φραγκίσκος ως μοναχός του τάγματος του αγίου Φραγκίσκου (Καπουτσίνοι).
© Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά


Ιστορική αναφορά: Ο ανά χείρας τόμος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1954 από τον συγγραφέα του π. Παύλο ντε Μπαγιεστέρ, υπό τον τίτλο «Η μεταστροφή μου εις την Ορθοδοξίαν».
Η παρούσα έκδοση, στην οποία το κείμενο μεταφέρθηκε εκ του πρωτοτύπου στην Νέα Ελληνική, πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2009 σε 5000 αντίτυπα.

Τ.Θ. 25272, 1308 Λευκωσία, Κύπρος
Τηλ.: 00357 22359334 Τηλεομοιότυπο: 00357 22359333
Ηλεκτρονική διεύθυνση: grammateia@maherasmonastery.org.cy
ISBN: 978-9963-648-20-7
oodegr.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου