Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο. - Οι πρώτες αμφιβολίες

Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ



Το παρόν πόνημα είναι μία αυθεντική μαρτυρία, μία συγκλονιστική κατάθεση ενός πρώην μοναχού του παπικού δόγματος, που έθεσε ως προτεραιότητα στην ζωή του την ανεύρεση της Αλήθειας. Η αφορμή ήταν ένα έγγραφο που ανακάλυψε όταν ταξινομούσε και αξιολογούσε το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης της μονής στην οποία ανήκε. Αυτό το έγγραφο πυροδότησε μέσα του μία κρίση συνειδήσεως η οποία τον οδήγησε σε σύγκρουση με τον πνευματικό του πατέρα, τους φίλους του, τους συμμοναστές του, την ιεραρχία και με αυτή την ίδια εκκλησία του, μαζί με όλα τα δόγματά της και τις «αλήθειες» της.
Η επίπονη πορεία του εν λόγω μοναχού όπως καταγράφεται στο βιβλίο «Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία» αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα, ότι για την απόκτηση της Αλήθειας, κάθε άνθρωπος οφείλει να θυσιάσει τα πάντα.
Το παρόν βιβλίο συστήνεται προς ανάγνωση σαν μία αναγκαιότητα, σε όλους τους ακολούθους της παπικής εκκλησίας. Επίσης, είναι ένα εξαιρετικό βοήθημα για τους Ορθοδόξους για να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν καλύτερα την μεγάλη δωρεά που λάβαμε από τον Θεό, να είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού.

Η δολοφονία τού σεβ. Παύλου ντε Μπαγιεστέρ, δεν κατέστη δυνατή να σταματήσει το έργο του. Το βιβλίο του παραμένει ένα μνημείο κατά τής Παπικής πλάνης, με πλήρη τεκμηρίωση όλων όσων ισχυρίζεται, μέσα από παπικά έγγραφα και επίσημα αρχεία τού Παπισμού. Είναι συγκλονιστικό να βλέπει κάποιος τόσο καθαρά, ότι ο παπισμός δεν είναι απλώς μια αίρεση πλάνης, αλλά και σκόπιμης παραποίησης τής αλήθειας, θυσιασμένης στο βωμό τής παπικής ισχύος.
Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο.
Οι πρώτες αμφιβολίες



Η μακρά και επίπονη πορεία της μεταστροφής μου στην Ορθοδοξία άρχισε μία ημέρα, καθώς ήμουν απασχολημένος με την ανασύνταξη των καταλόγων της βιβλιοθήκης του ρωμαιοκαθολικού μοναστηριού στο οποίο ανήκα. Το μοναστήρι αυτό, ένα από τα ωραιότερα της Βόρειας Ισπανίας, ανήκει στο μοναχικό τάγμα του αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης και είναι κτισμένο στην ακτή της Μεσογείου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Βαρκελώνη, την γενέτειρά μου.
Οι ηγούμενοι του μοναστηριού μου είχαν αναθέσει να διορθώσω τους καταλόγους των έργων και των συγγραφέων της πλούσιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης μας, έτσι ώστε να ενημερώνονταν για όλες τις ανυπολόγιστης αξίας απώλειες που είχε υποστεί κατά την διάρκεια του τελευταίου ισπανικού εμφυλίου πολέμου, οπότε το μοναστήρι μας πυρπολήθηκε και εν μέρει καταστράφηκε από τους κομμουνιστές.
Μια βραδιά λοιπόν που ήμουν πνιγμένος στην δουλειά, κρυμμένος πίσω από βουνά παλιών βιβλίων και μισο-καμένων χειρογράφων, έκανα μίαν ανακάλυψη που μου προξένησε μεγάλη έκπληξη. Μέσα σε έναν φάκελο που περιείχε έγγραφα αναφερόμενα στην Ιερά Εξέταση του έτους 1647 βρήκα κάποιο αντίγραφο ενός διατάγματος του πάπα Ιννοκεντίου Ι΄ στα λατινικά, στο οποίο αναθεματιζόταν ως αιρετικός κάθε χριστιανός που θα τολμούσε να πιστέψει, να ακολουθήσει η να μεταδώσει την διδασκαλία του αποστόλου Παύλου περί της αυθεντίας του αποστολικού του αξιώματος.[1] Στην συνέχεια, το παράδοξο αυτό έγγραφο υποχρέωνε όλους τους πιστούς, με την απειλή της μεταθανάτιας τιμωρίας, να πιστέψουν ότι ο απόστολος Παύλος σε ολόκληρη την αποστολική του δράση και ζωή, δηλαδή από τότε που έγινε χριστιανός μέχρι και τον θάνατό του, δεν είχε ασκήσει το αποστολικό του έργο ελεύθερα και ανεξάρτητα από επίγεια εξουσία. Αντιθέτως, βρισκόταν κάθε στιγμή υπό την μοναρχική εξουσία του αποστόλου Πέτρου, του πρώτου των Παπών και ηγετών της Εκκλησίας. Και μάλιστα, συμπλήρωνε ότι την απολυταρχική αυτή εξουσία κληρονόμησαν αποκλειστικά και μόνο, μέσω απ’ ευθείας διαδοχής, οι επόμενοι Πάπες, Επίσκοποι Ρώμης.
Ομολογώ ότι αν είχα βρει στην μοναστηριακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο απαγορευμένο από τον «Index»,[2] δεν θα μου προξενούσε περισσότερη κατάπληξη. Φυσικά, δεν αγνοούσα τις υπερβολές στις οποίες είχαν πέσει τα δικαστήρια της Ιεράς Εξετάσεως κατά τον Μεσαίωνα και τους μεταγενεστέρους χρόνους σχετικά με τα δογματικά θέματα.
Ήταν μία εποχή κατά την οποία προσπαθούσαν πάση θυσία να κατασκευάσουν μία θεολογική δικαιολογία για τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες του παπισμού. Για την επιτυχία του σκοπού αυτού, η Ρώμη είχε δώσει ρητές διαταγές στους θεολόγους και ιεροκήρυκές της, να αποδείξουν με κάθε τρόπο ότι οι Πάπες είχαν πάρει από τον Θεό την εξουσία να βασιλεύουν σαν καίσαρες σε ολόκληρη την οικουμενική Εκκλησία, ως κληρονόμοι του πρωτείου του αποστόλου Πέτρου.
Έτσι, οργανώθηκε στην Δύση αληθινή εκστρατεία δυσφημίσεως της ορθόδοξης διδασκαλίας σχετικά με το πρωτείο τιμής του αποστόλου Πέτρου. Ο σκοπός ήταν διπλός: να θεμελιωθεί μία θεολογική δικαίωση του παποκαισαρισμού αφ ενός, και να μειωθεί η σημασία της θέσεως των Πατριαρχών της Ανατολής ως προς τις αξιώσεις του ρωμαίου συναδέλφου τους αφ ετέρου. Ένα από τα κυριότερα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού ήταν η δημοσίευση εκπληκτικής πληθώρας νοθευμένων η απλώς εσφαλμένων εκδόσεων των αγίων Πατέρων.
Στα νοθευμένα αυτά συγγράμματα καταβαλλόταν προσπάθεια, μέσω της παρερμηνείας ορισμένων ευαγγελικών χωρίων,[3] να εμφανιστεί το περίφημο Primatus Petri ως ένα εξαιρετικό προνόμιο που ο Θεός παραχώρησε στον απόστολο Πέτρο και στην συνέχεια στους υποτιθεμένους διαδόχους του, τους ρωμαίους Ποντίφηκες. Σύμφωνα με το προνόμιο αυτό, οι Πάπες της Ρώμης είχαν το δικαίωμα να ασκούν δικτατορική εξουσία, πρακτικά απόλυτη, πάνω στην οικουμενική Εκκλησία, απέναντι στην οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία εμφανιζόταν να επαναστατεί.
Έτσι, πλήθος «ανθολογιών» και «αλύσεις» πατερικών[4] χωρίων σχετικών με το παπικό πρωτείο, τα περισσότερα απολύτως ψευδή και τα υπόλοιπα παραποιημένα, με ελάχιστη βάση αυθεντικού περιεχομένου, τυπώθηκαν στα μοναστηριακά τυπογραφεία των κυριοτέρων μοναχικών ταγμάτων της Δύσεως και κυκλοφόρησαν σε καταπληκτική αφθονία στην Μεσογειακή Ευρώπη.[5] Αν ωστόσο οι πιστοί διανοούνταν ότι ο απόστολος Παύλος και οι άλλοι Απόστολοι δεν βρίσκονταν υπό την απόλυτη εξουσία του λεγομένου Πρώτου Πάπα Σίμωνος Πέτρου, τότε ολόκληρο το οικοδόμημα της διαστρεβλωμένης διδασκαλίας του παπισμού κατέρρεε από μόνο του. Για τον λόγο αυτόν, οι επίσκοποι της Ρώμης δεν σταμάτησαν ποτέ να καταδικάζουν, να αναθεματίζουν και να τρομοκρατούν με πνευματικές και μεταθανάτιες τιμωρίες εκείνους που θα τολμούσαν να εκδηλώσουν και την παραμικρότερη αμφιβολία πάνω σε αυτό το ζήτημα. Τα δε δικαστήρια της Ιεράς Εξετάσεως υπό το έμβλημα «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» πήραν [6] την εντολή να χρησιμοποιούν άλλες πιο πιεστικές μεθόδους, να στέλνουν στην πυρά και τα βασανιστήρια και να ρίχνουν σε καυτό λάδι η να γδέρνουν ζωντανούς τους πιο επίμονους και «αμετανόητους» χριστιανούς, «εν ονόματι της Αγίας Τριάδος και για το γενικό καλό της Εκκλησίας».
Παρ’ όλα αυτά δεν περίμενα ποτέ ότι ο φανατισμός της Εκκλησίας μου θα την ωθούσε μέχρι το σημείο να τολμήσει να απαγορεύσει και να καταδικάσει διδασκαλίες που περιέχονται με απόλυτη σαφήνεια στις Άγιες Γραφές και διδάχθηκαν από τους ιδίους τους Αποστόλους, όπως συνέβαινε με το έγγραφο που κρατούσα στα χέρια μου.
Το έγγραφο αυτό ξεπερνούσε κάθε όριο, διότι ο αναθεματισμός των πιστών που ακολουθούσαν την διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, ισοδυναμεί με αδιανόητη καταδίκη της ορθόδοξης διδασκαλίας του Αποστόλου αυτού, ο οποίος στην δεύτερη προς Κορινθίους επιστολή του δηλώνει απερίφραστα ότι δεν είναι σε τίποτα κατώτερος σε σχέση με οποιονδήποτε από τους υπολοίπους Αποστόλους.[7] Το διάταγμα λοιπόν εκείνο του πάπα Ιννοκεντίου Ι΄ μου φαινόταν τόσο απίστευτο, ώστε προτίμησα να εξετάσω την εκδοχή κάποιου τυπογραφικού λάθους η ίσως κάποιας ολέθριας παραποιήσεως του αυθεντικού κειμένου του, πράγμα το οποίο συνέβαινε άλλωστε αρκετά συχνά την εποχή κατά την οποία εκδόθηκε το έγγραφο εκείνο.[8] Εν πάση περιπτώσει όμως, είτε ήταν αυθεντικό είτε πλαστογραφημένο είτε απλώς παραποιημένο, κατέληξα στην σκέψη ότι το κείμενο αυτό αποτελούσε μέσα στην μοναστηριακή βιβλιοθήκη μας ένα βιβλιογραφικό στοιχείο πραγματικά περίεργο και άξιο κάθε προσοχής και μελέτης. Πολύ γρήγορα όμως το ενδιαφέρον μου μετατράπηκε σε σύγχυση, όταν ύστερα από παραβολή του κειμένου στήνΚεντρική Βιβλιοθήκη της Βαρκελώνης διεπίστωσα ότι το έγγραφο αυτό όχι μόνο ήταν απολύτως αυθεντικό, αλλά και ότι δεν ήταν μοναδικό στο είδος του.
Πράγματι, σε δύο προηγούμενες αποφάσεις της Ιεράς Εξετάσεως από εκείνην του έτους 1647, δηλαδή το 1327 [9] και το 1351,[10] οι πάπες Ιωάννης ΚΒ΄ και Κλήμης ΣΤ΄ είχαν αναθεματίσει και καταδικάσει κάθε άνθρωπο και θεωρία που θα τολμούσε να αρνηθεί ότι ο απόστολος Παύλος υπάκουε στις διαταγές του πρώτου των Παπών, αποστόλου Πέτρου, οι οποίες δεν ελέγχονταν από κανέναν, και ότι βρισκόταν υπό την απόλυτη εξουσία του.
Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο Μαρτίνος Ε΄ είχε αναθεματίσει τον Ιωάννη Χους στην Σύνοδο της Κωνστάντζας.[11] Και μεταγενέστερα ο Πίος Θ΄ στην Σύνοδο του Βατικανού,[12] ο Πίος Ι΄ το 1907 και ο Βενέδικτος ΙΔ΄ το 1920 είχαν επαναλάβει τις ίδιες καταδίκες με τον πιο επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο.[13]
Αφού αποκλείστηκε λοιπόν έτσι κάθε πιθανότητα λάθους η πλαστογραφήσεως, δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι με όλην αυτή την υπόθεση άρχισε να γεννιέται μέσα μου ένα οδυνηρό συνειδησιακό πρόβλημα. Διότι προσωπικά μου ήταν φυσικά αδύνατο να πιστέψω ότι ο απόστολος Παύλος καθοδηγείτο από κάποιαν ανθρώπινη εξουσία. Η ανεξαρτησία και το αδέσμευτο του αποστολικού του έργου στους εθνικούς σε σύγκριση με το έργο του αποστόλου Πέτρου στους Ιουδαίους, αποτελούσε για μένα ένα σοβαρότατο γεγονός, που δεν επιδεχόταν την παραμικρή αμφισβήτηση.[14]
Ο απόστολος Παύλος, «απόστολος ουκ εξ ανθρώπων ουδέ δι ανθρώπων» ,[15] θεωρούσε τον Σίμωνα Πέτρο ως δεύτερο μετά τον Ιάκωβο μεταξύ των «δοκούντων στύλοι είναι», τους οποίους αρέσκεται να ονομάζει έτσι, γιατί «νομίζουν» ότι αποτελούν «κάτι» μέσα στην Εκκλησία του Χριστού.[16] Προσθέτει όμως στην συνέχεια ότι η θέση που παίρνουν εκείνοι τον αφήνει αδιάφορο, καθώς πρόκειται απλώς για προσωπικές εκτιμήσεις, τις οποίες ο Θεός δεν λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν.[17] Εν πάση περιπτώσει όμως, ο απόστολος Παύλος δηλώνει κατηγορηματικά ότι όποιοι κι αν είναι οι άλλοι Απόστολοι, αυτός δεν ήταν κατώτερος κανενός.[18] Αυτό για μένα ήταν σαφέστατο, αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψιν η ερμηνεία των αγίων Πατέρων, η οποία σε αυτό το σημείο δεν αφήνει καμία απολύτως αμφιβολία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει για τον απόστολο Παύλο: «Διακηρύσσει την ισότητά του με τους άλλους αποστόλους, και επιθυμεί να συγκριθεί όχι μόνο με τους υπολοίπους, αλλά και με τον πρώτον από αυτούς, για να αποδείξει ότι όλοι είχαν το ίδιο αξίωμα» .[19]
Και πράγματι, με απόλυτη ομοφωνία όλοι οι Πατέρες διδάσκουν ότι: «Όλοι οι λοιποί Απόστολοι ήταν ό,τι και ο Πέτρος, δηλαδή προικισμένοι με την ίδια τιμή και εξουσία» .[20]
Είναι αδύνατο ο απόστολος Παύλος να κηδεμονευόταν από κάποια ανώτερη εξουσία κάποιου άλλου Αποστόλου, γιατί το αξίωμα του Αποστόλου είναι «η μεγαλύτερη εξουσία, η αληθινή κορυφή όλων των εξουσιών» .[21]
Γι’ αυτό ο άγιος Κυπριανός υποστηρίζει ότι: «Όλοι αυτοί είναι ομοίως ποιμένες, παρότι είναι ένα το ποίμνιο. Και αυτό ομοφρόνως από τους Αποστόλους ποιμαίνεται» .[22]
Και ο Αμβρόσιος ο Μεδιολάνων προσθέτει: «Εάν ο απόστολος Πέτρος είχε κάποιο προβάδισμα σε σχέση με τους υπολοίπους, αυτό ήταν προβάδισμα ομολογίας και όχι τιμής· πίστεως και όχι τάξεως» .[23]
Δικαιολογημένα λοιπόν ο ίδιος αυτός άγιος έγραφε αναφερόμενος στον Πάπα: «Δεν μπορούν να έχουν την κληρονομία του αποστόλου Πέτρου εκείνοι οι οποίοι δεν τηρούν την ίδια με εκείνον πίστη» .[24]
Το ζήτημα λοιπόν ήταν σαφέστατο. Και παρ’ όλα αυτά, το ρωμαιοκαθολικό δόγμα, που δίδασκε τα άκρως αντίθετα στο συγκεκριμένο θέμα, μου έθετε το φοβερό δίλημμα να διαλέξω συνειδητά και να ταχθώ είτε με το Ευαγγέλιο και την Παράδοση είτε με την διδασκαλία της Εκκλησίας μου.
Διότι κατά το ρωμαϊκό εκκλησιολογικό δόγμα, για να σώσει ο χριστιανός την ψυχή του [25] πρέπει απαραίτητα να πιστεύει ότι η Εκκλησία αποτελεί μοναρχία,[26] της οποίας μονάρχης είναι ο Πάπας.[27] Γι' αυτό η Σύνοδος του Βατικανού, συνοψίζοντας επ’ αυτού όλες τις προηγούμενες καταδίκες, κήρυξε επισήμως ότι: «Αν κάποιος πει [...] ότι ο Πέτρος –πρώτος Πάπας και Επίσκοπος Ρώμης– δεν στέφθηκε από τον Χριστό ως πρίγκηπας των Αποστόλων και ορατή κεφαλή της στρατευομένης Εκκλησίας [...] ας είναι αναθεματισμένος»
.[28]
Πώς θα μου ήταν δυνατόν να συμβιβάσω δύο τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες δογματικές τοποθετήσεις;

Σημειώσεις

[1] Διάταγμα του Sancti Officii της 21ης Ιανουαρίου 1647, το οποίο εγκρίθηκε και απεστάλη από τον πάπα Ιννοκέντιο Ι΄. Βλ. το κείμενο στο Du Plessis dArgente, 3, 2, 218.
[2] ο «Index Librorum Prohibitorum» (Πίνακας Απαγορευμένων Βιβλίων) είναι ο επίσημος κατάλογος που εκδίδει το Βατικανό, όπου καταχωρούνται όλα τα βιβλία το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στην διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
[3] Συγκεκριμένα: Ματθ. 16, 18-19·Λουκ. 22, 31-32· Ιω. 21, 15-17.
[4] Αλύσεις (catenae) ονομαζόταν η διαδοχική παράθεση ερμηνευτικών χωρίων των αγίων Πατέρων με ταυτόχρονη αναφορά στα ερμηνευόμενα χωρία της Αγίας Γραφής.
[5] Όλα αυτά τα γεγονότα δεν μπορούσαν παρά να αναγνωριστούν κι από τους ίδιους τους ρωμαιοκαθολικούς ιστορικούς. Βλ. π.χ. G. Greenen, Dictionnaire de Theologie Catholique, Paris 1946, XVI, 1, σ. 745-746· J. Madoz, S. J., Une nouvelle redaction des textes pseudopatristiques sur la Primaute, dans Pocuvre de Jacques de Viterbe? (Gregorianum, τ. XVII, [1936], σ. 563-583)· R. Ceiller, Histoire des Auteurs Ecclesiastiques, Paris, τ. VIII, σ. 272. Και επίσης: F. X. Reusch, Die Falschungen in dem Tractat des Thomas von Aquin gegen die Griechen (Abhandlungen der K. Bayer, III, cl. XVIII, Bd. III,Munich, 1889)· C.Werner, Der heilige Thomas von Aquin, I, Ratisbone, 1889, σ. 763.
[6] «Licet facere mala ut veniaut bona».
[7] Β΄ Κορ. 11, 5 και 12, 11: «Λογίζομαι γαρ μηδέν υστερηκέναι των υπερλίαν αποστόλων».
[8] Βλ. G. Greenen, Dictionnaire de Theologie Catholique, Paris 1946, τ. XVI, 1, σ. 745 κ.ε.· R. Ceiller, Histoire des Auteurs Ecclesiastiques, Paris, τ. VIII, σ. 272.
[9] Την 23η Οκτωβρίου του 1327, στην απόφαση «Licet Iuxta Doctrinam». «Ioannis XXII, Constitutio, qua dammantur errores Marsilli Patavini et Ioannis de Ianduno». Βλ. κείμενο στο Du Plessis d Argente, 1, 365.
[10] Την 29η Σεπτεμβρίου του 1351, στην παπική επιστολή «Super Quibusdam» προς τον Καθολικό Παρηγορητή των Αρμενίων. Βλ. κείμενο στο Καρδιναλίου Μπαρόνιο, Χρονικά, 1351, αρ. 3.
[11] Articuli 30 Ioannis Huss damnati a Concilio Constantiniensi et Martino V, Artic/7.
[12] Η Σύνοδος του Βατικανού, η οποία συγκλήθηκε στην βασιλική του αγίου Πέτρου της Ρώμης από την 8η Δεκεμβρίου 1869 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1870, καθόρισε ότι το παπικό πρωτείο ήταν το πιο σημαντικό δόγμα του χριστιανισμού και επιβεβαίωσε την θεωρία του αλαθήτου του Πάπα. Βλ. κείμενα στο Conc. Vatic., Const. Dogmat., Sess. 4, Const. 1, Bulla «Pastor Aeternus», κεφ. 1. (Denzinger, Enchiridion, 139, 1667-1683).
[13] Πίος Ι΄ στο διάταγμα «Lamentabili», του οποίου το κείμενο βρίσκεται στο Actae Sanctae Sedis, 40/1907/, 470-478. Βλ. επίσης: Concilii Florentini Decreta, Decretum unionis Graecorum, in Bulla Eugenii IV «Laetentur Coeli» Professio fidei Graecii prascripta a Gregorio XIII per Constitutionem 51 "Sanctissimus Dominus noster"· Professio fidei Orientalibus prascripta ab Urbano VIII et Benedicto XIV per Constitutionem 79 «Nuper ad Nos».
[14] Βλ. Γαλ. 2, 7-8.
[15] Γαλ. 1, 1.
[16] Αυτόθι 2, 9.
[17] Αυτόθι 2, 6.
[18] Αυτόθι 2, 6-9.
[19] Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Σχόλια στην προς Γαλάτας επιστολή 2, 3.
[20] «Hoc erant utique et cacteri Apostoli quod fuit Petrus, pari consortio praediti et honoris et potestatis»: Άγ. Κυπριανός, De Unitate Ecclesiae, IV· Άγ. Βασίλειος, Εις Ησαΐαν, 2· Άγ. Ισίδωρος Hispaleusis (της Σεβίλλης), De Officiis, Liber II, cap. 5, κ.λπ.
[21] Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Περί χρησιμότητος των Αγίων Γραφών, Πράξεις, 3.
[22] Άγ. Κυπριανός, De Unitate Ecclesiae, V.
[23] Αγ. Αμβροσίου, Lib. De Incarnatione, 7.
[24] Αγ. Αμβροσίου, De Poenitentia, 7. Στην Δύση κυκλοφορούν εκδόσεις των έργων του αγίου Αμβροσίου, στις οποίες έχουν αντικαταστήσει τον λατινικό όρο «Fidem» με τον όρο «Sedem» κι έτσι το κείμενο γίνεται: «Δεν μπορούν να έχουν την κληρονομία του Πέτρου εκείνοι οι οποίοι δεν κάθονται στην ίδια με εκείνον έδρα». Το ίδιο το κείμενο όμως, το οποίο έτσι χάνει την λογική του έννοια, κραυγάζει ότι πρόκειται περί πλαστογραφήσεως.
[25] Μαρτίνος Ε΄, Βούλα «Inter Cunctas», 8 Calend. Martii 1418. Gerson, de Statu Sum. Pontif. Consid., I.
[26] Devoti, Instit. Canonicae, Prolegom., Cap. 2, Βενέδικτος ΙΔ΄, De Synod. Diocesan, 2,1.
[27] Βενέδικτος ΙΔ΄, αυτόθι σε χωρίο που μνημονεύθηκε προηγουμένως.
[28] «Si quis dixerit [...] Petrum non esse a Christo contutum Apostolorum Principem et totius Ecclesiae Militantis Visibile Caput [...] anathema sit», Concilii Vaticani, Constit. Dogmat., Sess. 4, Const. 1, Bulla «Pastor Aeternus», Cap. I.

Έκδοσις Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Μαχαιρά
«Έτοιμοι αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος». (Α' Πέτρ. 3, 15)
Εικόνα εμπροσθοφύλλου: Ο νεαρός Φραγκίσκος ως μοναχός του τάγματος του αγίου Φραγκίσκου (Καπουτσίνοι).
© Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά

Ιστορική αναφορά: Ο ανά χείρας τόμος εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1954 από τον συγγραφέα του π. Παύλο ντε Μπαγιεστέρ, υπό τον τίτλο «Η μεταστροφή μου εις την Ορθοδοξίαν».
Η παρούσα έκδοση, στην οποία το κείμενο μεταφέρθηκε εκ του πρωτοτύπου στην Νέα Ελληνική, πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2009 σε 5000 αντίτυπα.
ISBN: 978-9963-648-20-7

oodegr.com
Συνεχίζεται......

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου