Ἡ πτώση. (Μέρος B')
Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν
Σιγά-σιγά ἔβγαλε κακό ὄνομα σ’ ὁλόκληρη τήν πόλη. Οἱ παλιοί γνωστοί του καί ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί λυπόντουσαν τό κατάντημά του. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς, πού λεγόταν Βασιλεύς* (Κύριο ὄνομα ὄχι συνηθισμένο σήμερα. Ὁ ὁμώνυμος ἅγιος ἱερομάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀμασείας, ἑορτάζεται στίς 26 Ἀπριλίου), τοῦ ἔλεγε συχνά πυκνά:-Ἀλίμονό σου, ταλαίπωρε Νήφωνα! Ἔτσι πού κατάντησες, εἶσαι ζωνταός νεκρός! Διορθώσου πιά...
Μερικές φορές, ὅταν ἄκουγε τέτοια λόγια ὁ Νήφων, συναισθανόταν τίς ἁμαρτίες του. Ἔπεφτε σέ συλλογή, ἀναστέναζε, ξεσποῦσε σέ δάκρυα. Δέν μποροῦσε ὅμως ν’ ἀφήσει τά πονηρά του ἔργα, γιατί πολύ γρήγορα ἡ δύναμη τῆς συνήθειας τόν ἔσερνε στά ἴδια, σάν ἄλογο χαλινωμένο. Καί τότε ἡ ἀπόγνωση, τό μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα τά κακά, ἐρχόταν νά συμπληρώσει τό ἔργο τῆς ψυχικῆς καταστροφῆς τοῦ νέου: ‟Τώρα πιά δέν ὑπάρχει γιά σένα μετάνοια’’, τοῦ ψιθύριζε. ‟Κοίταξε νά μή στερηθεῖς τουλάχιστον τά ἐπίγεια....’’.
Τόσο σφιχτοδεμένο κοντά του τόν εἶχε ὁ διάβολος, πού, ὄχι μόνο προσευχή δέν μποροῦσε νά ψελλίσει, μά ὧρες-ὧρες ἔνιωθε ἀβάσταχτη δυσφορία, σά νά τοῦ εἶχαν ἀκουμπήσει μιά βαρειά πλάκα πάνω στό στῆθος.
Ἡ καλή γυναίκα τοῦ στρατηλάτη, βλέποντάς τον σέ τέτοια χάλια, ἔκλαιγε καί ὀδυρόταν.
-Ἄχ, τί ἔπαθα, ἡ ἁμαρτωλή! Τί πειρασμός εἶναι τοῦτος πού μέ βρῆκε; ἔλεγε καί ξανάλεγε.















