Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Δυσκολίες. Μέρος Γ'. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος


Δυσκολίες. Μέρος Γ' 
    Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα 

Μετὰ τούς τοπικούς ρώσους κρατικούς ὑπαλλήλους, τό μεγαλύτερο ἐμπόδιο στή διεξαγωγή τῆς ἱεραποστολικῆς διακονίας μου ἦταν οἱ μεγάλες ἀποστάσεις.  Τό χωριά τῶν ἰθαγενῶν –κοριάκων, τσούκτσων, τουγγούσων, κ.ἄ. -ἀπεῖχαν μεταξύ τους δεκάδες ἤ καί ἑκατοντάδες βέρστια.  Τίς ἀποστάσεις αὐτές τό χειμώνα μποροῦσα νά τίς διανύσω μόνο μέ ἕλκηθρα καί τό καλοκαίρι μέ ἄλογα καί κάρα.
Κι ἔπρεπε νά πληρώνω μεταφορικά ἕξι καπίκια ἀνά βέρστι, ὅταν ὁ μισθός μου ἦταν σαράντα ρούβλια τό μήνα (1 ρούβλι=100 καπίκια).  Πῶς τά’ βγαζα πέρα; Ὁ Θεός ξέρει....
Πρέπει νά σημειώσω, ὅτι γιά κάθε μετακίνησή μου χρειαζόμουν ἀπαραίτητα τέσσερα ὥς πέντε ἕλκηθρα ἤ κάρα: γιά ρουχισμό, τροφές ἀνθρώπων καί ζώων, φάρμακα κάθε εἴδους, ἱεραποστολικό ὑλικό.
Τά μεγάλα ἕλκηθρα σέρνονται ἀπό δώδεκα ὥς εἴκοσι σκυλιά συνήθως, ἤ ἀπό ταράνδους σπανιότερα. Εἶναι ἔτσι κατασκευασμένα, πού ὁ ἐπιβάτης μόνο ξαπλωμένος μπορεῖ νά ταξιδεύει, μέ τά χέρια κολλημένα στό σῶμα, ὅπως ὁ νεκρός στό φέρετρο!
Ὁ ὁδηγός (καγιούρ) κάθεται στά πόδια τοῦ ἐπιβάτη καί κατευθύνει τά σκυλιά μέ μακριά λουριά. Ἀλλοίμονο ὅμως, ἄν μυριστοῦν κάποιο ἄγριο ζῶο στό πέρασμά τους. Κανείς δέν μπορεῖ νά τά συγκρατήσει. Ἀρχίζουν νά τρέχουν σάν τρελά πρός τήν κατεύθυνση τοῦ ζώου, ἐνῶ μάταια ὁ ἀγωγιάτης ἀγωνίζεται νά τά φέρει στή σωστή πορεία.
Τό ἕλκηθρο συνήθως ἀναποδογυρίζει, ὁ ἀγωγιάτης κι ὁ ἐπιβάτης τινάζονται στό χιόνι καί τά σκυλιά χάνονται οὐρλιάζοντας στήν καταχνιά. Μετά ἀπό ὥρα πολλή καί ὁδοιπορία κοπιαστική μέσα στό παχύ στρῶμα τοῦ χιονιοῦ, θά βρεθοῦν σταματημένα ἀρκετά μακριά, περιμένοντας τό ἀφεντικό τους σά νά μή συμβαίνει τίποτα....
Ἡ διαμόρφωση τοῦ ἐδάφους τῆς Καμτσάτκας εἶναι τόσο ἀνώμαλη, ὥστε μέ τό παχύ στρῶμα τοῦ χιονιοῦ, πού σκεπάζει τή χερσόνησο σχεδον ὅλο τό χρόνο, δημιουργοῦνται πολυάριθμες παγίδες θανάτου, ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνες στά νυκτερινά ταξίδια. 
Τά ἕλκηθρα μιά ἀνεβαίνουν σέ κορυφές, μιά κατεβαίνουν σέ χαράδρες, καί κάθε στιγμή κινδυνεύουν νά συντριβοῦν μέσα σέ ὕπουλες σχισμές, καμουφλαρισμένες ἀπό τό χιόνι. Καί ἀλλοίμονο στούς ταξιδιῶτες πού θά πέσουν σέ χιονοθύελλα. Ἄν εἶναι μέρα, ἔχουν λίγες, ἐλάχιστες ἐλπίδες νά γλυτώσουν. Ἄν εἶναι νύχτα δέν ἔχουν καμιά, ἐκτός κι ἄν γίνει θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά καί τό καλοκαίρι τά ταξίδια δέν εἶναι ἀκίνδυνα.  Τότε μπορεῖς νά ταξιδεύεις μόνο καβάλα στ’ ἄλογα, γιατί ἔχεις νά περάσεις στενά κι ἀπόκρημνα μονοπάτια, ἀναρίθμητα ποταμάκια ἤ χειμάρρους, μικρές λίμνες, ἐπικίνδυνους βάλτους.
Τό φθινόπωρο πάλι καί τήν ἄνοιξη οἱ δρόμοι εἶναι γεμάτοι παχειά λάσπη ἤ μαλακό χιόνι, καί τά σκυλιά δυσκολεύονται νά προχωρήσουν.  Τότε ἀναγκάζεσαι νά χρησιμοποιεῖς τά σκί καί νά πηγαίνεις μπροστά ἀπό τά ἕλκηθρα. 
Γιά μένα, πάντως, ἡ χειρότερη διαδρομή ἦταν ἐκείνη πού ἔκανα μέσ’ ἀπό τήν παγωμένη θάλασσα, ὅταν ἔπρεπε ἀναγκαστικά νά διασχίσω τόν κόλπο Πενζένσκ, στό βόρειο τμῆμα τῆς θάλασσα Ὀχότσκ.
Ἡ περιοχή αὐτή εἶναι γεμάτη γιγάντιους ὄγκους ἀπό πάγο σέ διάφορες μορφές καί σχήματα, πού συνθέτουν ἕνα ἀσυνήθιστο τοπίο ἀπό κάτασπρα ἀλλόκοτα βουνά, αἰχμηρά βράχια, ἀπότομες πλαγιές, φοβερές χαράδρες. Κι αὐτό τό τοπίο δέν εἶναι σταθερό.
Ἀπό τίς πλυμμήρες καί τίς παλίρροιες ἀλλάζει συνεχῶς μορφή. Κάθε φορά πού περνοῦσα ἀπό κεῖ -ὄχι μόνο μέρα, ἀλλά πολλές φορές καί νύχτα- νόμιζα πώς βρισκόμουν σέ διαφορετικό μέρος. Ἄφηνα τά σκυλιά νά μέ ὁδηγήσουν μέ τό ἔνστικτό τους. Ἄν δέν μέ προστάτευε ὁ Θεός, θά εἶχα βρεῖ φρικτό θάνατο σέ κάποια ἀπό κεῖνες τίς παγωμένες χαράδρες.
Μέ τέτοιες συνθῆκες γίνονται τά ταξίδια στή Καμτσάτκα.
Πῶς νά μή σκιρτᾶ λοιπόν ἀπό χαρά ἡ καρδιά τοῦ ταξιδιώτη, ὅταν, καταπονημένος ἀπό τόν κόπο, τήν πείνα, τό κρύο καί τό φόβο, ἀντικρύζει κατοικημένο μέρος; Πρῶτα διακρίνει κοκκινωπούς ἀπό τίς φλόγες καπνούς νὰ βγαίνουν μέσ’ ἀπό τίς τρῶγλες. 
Κι ἔπειτα διακρίνει μέ δυσκολία μέσα στήν καταχνιά κάποιες σκοῦρες φιγοῦρες -ἀνθρώπους, σκυλιά, ταράνδους- νά τριγυρνοῦν ἔξω ἀπό τίς τρῶγλες σάν ἀεικινητα μυρμήγκια γύρω στή φωλιά τους. Σ’ ὅποια τρώλγη κι ἄν μπεῖς, θά βρεῖς ἀγάπη καί θαλπωρή.
 Ἀφοῦ καί τά σκυλιά, μόλις δοῦν ἀπό μακριά τούς φωτεινούς καπνούς, γαυγίζουν χαρούμενα καί τρέχουν μέ περισσότερη ὁρμή, γιατί ξέρουν πώς ἐκεῖ θά φᾶνε καί θά ξαποστάσουν. Μετά ἀπό ἕνα κοπιαστικό κι ἐπικίνδυνο ταξίδι, οἱ ἄθλιες καί δύσοσμες τρῶγλες φαίνονται στόν παγωμένο καί πεινασμένο ταξιδιώτη σάν παλάτια.

Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
σελ.137-144

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου