Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Οἱ πρῶτοι πειρασμοί τοῦ Δοκίμου Κωνσταντίνου. Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε.


Οἱ πρῶτοι πειρασμοί τοῦ Δοκίμου Κωνσταντίνου
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε
Κεφάλαιο δεύτερο. 

 
῞Οταν ὁ ἀδελφός Κωνσταντῖνος ἦτο τσοπάνης μέ τά βόδια τῆς Μονῆς, ἔμενε στό κελλί μ' ἕναν ἄλλο 'Αδελφό, ὀνόματι Νικόλαο, στόν ὁποῖον τοῦ ἄρεσε πολύ ἡ τάξις καί ἡ καθαριότης. ῞Οταν ἐπέστρεψε κάποτε ἀπό τό διακόνημα ὁ Κωνσταντῖνος, ἔβγαλε τά τσαρούχια του ἔξω καί μπῆκε μέσα στό κελλί, χωρίς νά τινάξη τά ροῦχα του. 'Ο Δόκιμος Νικόλαος, ὅταν τόν εἶδε, τοῦ ἔδωσε μία μέ τό χέρι, διότι δέν διατηροῦσε τήν καθαριότητα.
Τότε ὁ Κωνσταντῖνος ἐπῆγε στούς μεγαλυτέρους 'Αδελφούς, ξυπόλυτος καί μισόγυμνος, ὅπως ἦτο, καί τούς εἶπε αὐτό πού τοῦ συνέβη, ἐνῶ αὐτοί τόν ἐπέπληξαν λέγοντάς του: «'Αδελφέ Κωνσταντῖνε, ποῦ εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ στό σῶμα σου;»
'Αργότερα μᾶς ἔλεγε ὁ π. Κλεόπας: «Νά, πῶς μέ παρηγόρησαν οἱ μεγαλύτεροι 'Αδελφοί μου! καί μή ἔχοντας καταφύγιο, μ' ἐπῆρε ὁ ἀδελφός Βασίλειος, ὁ μελισσοκόμος τῆς Σκήτης, καί μέ φιλοξένησε γιά λίγο καιρό σέ μιά ἀποθήκη, ὅπου διατηροῦσε τίς κυψέλες».
Μᾶς ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας:«῞Οταν ἤμουν νεαρός, ἐρχόμουν ἀπό τόν σταῦλο τό βράδυ κι ἀναπαυόμουν μέχρι τά μεσάνυκτα. Εἴμασταν τέσσερεις ὑποτακτικοί στόν προϊστάμενό μας Πέτρο Γκανέα. Αὐτός εἶχε τό κελλί του καί ὅλοι ἐμεῖς κοιμώμασταν κάτω στήν ψάθα, διότι τά κελλιά μας ἦσαν πολύ μικρά. ῏Ηταν ὁ Συμεών, ὁ Νέστωρ, ὁ Παῦλος κι ἐγώ.
«῎Αϊντε, Κώστα, Νέστορ, Συμεών, Παῦλε, δέν ἀκούσατε τήν φωνή τοῦ 'Αρχαγγέλου;» ῏ Ηταν ἡ νυκτερινή  καμπάνα γιά τήν 'Ακολουθία. «Μή τεμπελιάζετε! ῎Αϊντε στήν προσευχή!» Μᾶς καλοῦσε στήν προσευχή, διότι, ἄν δέν ἐπηγαίναμε στόν ῎Ορθρο, τήν ἡμέρα ἐκείνη δέν μᾶς ἔδιναν φαγητό.

῎Αϊντε, Κώστε, βάλε καί τά τσαρούχια σου!» Τότε ἦτο χειμῶνας καί ἐγώ, ἐπειδή δέν ἤμουν ποδεμένος, ἔτρεχα στήν ἐκκλησία ξυπόλυτος. Τά τσαρούχια μου ἦσαν βρεγμένα καί εὑρίσκοντο κοντά στήν σόμπα τοῦ κελλιοῦ. ῎Εμεινα ξυπόλυτος στήν ἐκκλησία κι αὐτός ὁ Πέτρος Γκανέα εἶπε στόν Γέροντα π. 'Ιωαννίκιο «Γέροντα τό παιδί αὐτό στέκεται στήν γωνία, πίσω ἀπό τήν πόρτα καί περπατάει ξυπόλυτο καί στό χιόνι. Δέν θά ἀρρωστήση;»
Καί ὁ Γέροντας τοῦ ἀπήντησε: «῎Αφησέ τον, νά ἀσκῆται».
'Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ 'Ησυχαστής
῞Οταν εὑρίσκοντο κάποτε οἱ 'Αδελφοί Βασίλειος καί Κωνσταντῖνος μέ τά πρόβατα στά δάση τῆς Σύχλας, συνάντησαν παρά πολλούς ἡσυχαστάς, κοντά στήν σπηλιά τῆς 'Οσίας Θεοδώρας καί στήν κορυφή Ρίπα τοῦ Κορόϊ, τρία χιλιόμετρα μακριά ἀπό τήν σκήτη Σύχλα.
Κάποια φορά εὑρῆκαν μία ἐρημική σπηλιά, κάτω ἀπό τίς ρίζες τῶν δένδρων στά βάθη τῶν 'Ορέων. 'Εκτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά δέν ἀπήντησε κανείς. Μπῆκαν μέσα, εἶδαν ἕνα τραπεζάκι καί ἕνα χαρτί τό ὁποῖο ἔγραφε: «'Εδῶ κατοικεῖ τό ἀγρίμι τῆς γῆς ἂ. ἄ. ». ῞Ενας ἀπό τούς 'Αδελφούς εἶπε: «Πόσους κρυμμένους δούλους ἔχει ὁ Θεός στά δάση αὐτά!»
Μετά ἀπό μερικές ἡμέρες ἔμαθαν τό μυστήριο τῆς σπηλιᾶς, διότι ἔφθασε ἕνα βράδυ στήν στάνη τῆς Σκήτης ὁ πατήρ πού ἀσκήτευε σ'  αὐτή τήν σπηλιά. ῏Ηταν ὁ ἱεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ 'Ησυχαστής. ῏Ηλθε μέ τόν ντορβᾶ στήν πλάτη του, ἔχοντας μέσα τό κρανίο ἑνός 'Οσίου, τό ὁποῖον εὑρῆκε στό δάσος κατά τρόπο θαυμαστό καί τό ὁποῖο ἐξέδιδε μία ὡραία εὐωδία. Μετά ὁ ἱεροδιάκονος ἐπῆγε μαζί μέ τούς 'Αδελφούς ἀπό τό μαντρί τῶν ζώων στόν 'Ηγούμενο τῆς Σκήτης. Τοῦ εἶπαν πῶς εὑρέθη αὐτό τό ἅγιο Λείψανο, τό ὁποῖον ἔφεραν μαζί τους. 'Η ἱστορία του ἔχει ὡς ἑξῆς.
<Τό περασμένο καλοκαίρι, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Προφήτου 'Ηλιοῦ, ἀφοῦ ἱερούργησα στήν Θεία Λειτουργία τῆς Σκήτης Σύχλας, ἐπέστρεφα στήν καλύβα μου στό δάσος. Στόν δρόμο, ἐπειδή ἤμουν κουρασμένος, ξάπλωσα καί κοιμήθηκα λίγο σ' ἕνα ξέφωτο. Ξαφνικά ὅμως ἕνα ἀόρατο χέρι μοῦ ἔστρεψε τό κεφάλι ἐκεῖ πού ἦσαν τά πόδια μου. 'Ενόμισα ὅτι θά ἦτο δαιμονικός πειρασμός. Ξάπλωσα κι ἀποκοιμήθηκα πάλι. Καί πάλι τό ἴδιο χέρι μέ ξύπνησε. 'Εκείνη τήν στιγμή βλέπω νά στέκεται στόν ἀέρα ἕνας ὅσιος ἀσκητής. ῏Ητο ντυμένος μέ ράσα, χωρίς σκοῦφο στό κεφάλι, μέ λευκά μαλλιά ριγμένα στίς πλάτες, μέ γένεια κανονικά, μέ πρόσωπο λαμπρό καί κρατοῦσε ἕνα κομποσχοίνι στό χέρι. Στήν συνέχεια μοῦ εἶπε μέ σιγανή φωνή:
-Μή φοβᾶσαι, πάτερ Χριστοφόρε. Εἶμαι ἕνας ταπεινός δοῦλος τοῦ Χριστοῦ πού ἀσκήτευσα σ' αὐτόν τόν τόπο, ἄγνωστος σέ ὅλους πρίν ἀπό πολλά χρόνια. 'Ετελείωσα τήν ζωή μου ἐδῶ καί τά λείψανά μου παραμένουν μέχρι τώρα ἄταφα. Λοιπόν, σήκω καί ἔχε ἐμπιστοσύνη. Βάδισε πρός τά δεξιά ἑκατό βήματα. Θά εὕρης δίπλα σ' ἕνα βράχο τά ὀστᾶ μου. Νά πάρης ὡς εὐλογία μόνο τό κεφάλι μου καί νά τό ἔχης μαζί σου σ' ὅλη σου τήν ζωή, διότι αὐτό θά σοῦ εἶναι μεγάλη βοήθεια. Τά ὑπόλοιπα λείψανά μου ὅμως νά μή τολμήσης νά τά πάρης, ἀλλά νά τά ἐνταφιάσης σ' ἐκεῖνο τό μέρος.
Τότε ἐγώ ἔκανα τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μήπως εἶναι πανουργία τοῦ δαίμονος καί ἀνεχώρησα γιά νά εὕρω τά Λείψανα. 'Αφοῦ τά εὑρῆκα, ἄρχισα νά προσεύχωμαι. Μετά τά ἀσπάσθηκα, ἐξεπλήρωσα τήν ἐντολή του καί ἀνεχώρησα μέ τό κρανίο του μέσα στόν ντορβᾶ μου γιά τήν καλύβα μου.
Αἰσθανόμουν πολύ εὐτυχής καί γεμᾶτος ἀπό πνευματική ἀγαλλίασι. 'Αλλά ἀναρωτιώμουν τίνος εἶναι αὐτό τό κρανίο. Προσευχόμενος γιά πολλή ὥρα, ἐμφανίσθηκε μπροστά μου ὁ ῞Οσιος καί μοῦ εἶπε: «Πάτερ Χριστοφόρε, σ' εὐχαριστῶ, διότι ἔθαψες τά ὀστᾶ μου καί ἔκανες ὑπακοή κρατῶντας μόνο τό κρανίο μου. 'Εάν τώρα ἐπιθυμῆς νά μάθης καί τ' ὄνομά μου, ὀνομάζομαι ἱερομόναχος μεγαλόσχημος Παῦλος>. ῎Ημουν ὁ Πνευματικός τῆς 'Αγίας Θεοδώρας τῆς Σύχλας».
Αὐτός ὁ 'Ιεροδιάκονος παρέμεινε στήν Σκήτη Συχαστρία τρεῖς ἡμέρες ἐπιτελῶντας καθημερινῶς τήν Θεία Λειτουργία μαζί μέ τόν ἡγούμενο π. 'Ιωαννίκιο. ῞Ολοι, ἐν τῶ μεταξύ οἱ Πατέρες ἀσπάσθηκαν τό ἅγιο Κρανίο τοῦ ὁσίου Παύλου.
Μετά ὁ πατήρ Χριστοφόρος ἐπέστρεψε στό δάσος μεταφέροντας καί τό κρανίο τοῦ 'Οσίου. Ματαίως προσεπάθησαν οἱ Πατέρες τῆς Συχαστρίας νά εὕρουν τήν σπηλιά του, διότι κανείς δέν τήν ἤξερε.
 'Αναφέρει ἡ παράδοσις τοῦ τόπου ἐκείνου ὅτι μεταξύ τῆς Σκήτης Σύχλα καί τῆς περιοχῆς Ρίπα τοῦ Κορόϊ ὑπάρχει ἕνας μυστικός τόπος τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖον κανείς δέν μπορεῖ νά ἀνακαλύψη. 'Εκεῖ ἀγωνίσθηκαν διά μέσου τῶν αἰώνων πολλοί ἅγιοι 'Ησυχαστές. ῎Ισως ἐκεῖ νά ἐκοιμήθη καί ὁ πατήρ Χριστοφόρος μέ τό κρανίο τοῦ ὁσίου Παύλου στήν ἀγκαλιά του.

Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου 
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω 
1999
Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας   Κλεόπας Ηλίε - Ιωαννίκιος Μπάλαν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου