Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Γέρων Σωφρόνιος Γρηγοριάτης. Μέρος Β'


Γέρων Σωφρόνιος Γρηγοριάτης  (+ 1907 - 1977)
Μέρος Β'
  Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

-῎Εχουμε ἀκούσει, Γέρο Σωφρόνιε, ὅτι εἶχες πολλές περιπέτειες στήν μοναχική σου ζωή. Θά ἤθελες νά μᾶς εἰπῇς κάτι συνοπτικά;
Ἐγώ αὐτά πού ἔχω περάσει, θά χρειασθῇ ὁλόκληρο βιβλίο νά γραφοῦν. Ἀλλά θά σᾶς πῶ τά βασικώτερα ἀπό τά βάσανά μου.
῞Οταν εἶχα συμπληρώσει ἑπτά χρόνια στό Μοναστήρι, ἡλικίας τότε 30 ἐτῶν, μ᾿ ἔστειλαν στό Μετόχι Βούλτσιστα τῆς Κατερίνης. Ἐπειδή πράγματι ἤμουν ὀξύθυμος καί νευρώδης, ἐμάλωσα μέ τούς ἐκεῖ Πατέρες κι αὐτοί μ᾿ ἔδιωξαν. ῎Εφυγα. Ἐβάδισα περί τά 4 χιλιόμετρα καί ἔφθασα στό Αἰγίνιο. Ἐκεῖ μέ συνάντησε ὁ ἀγροφύλακας τοῦ γειτονικοῦ χωριοῦ καί μοῦ εἶπε: «Πέταξε τά ράσα καί πήγαινε νά παντρευτῇς, διότι οὔτε στό Μοναστήρι σέ δέχονται οἱ Πατέρες»
-Ἐγώ τοῦ εἶπα: Ἐάν δέν μέ θέλουν στό Μοναστήρι μου, μέ θέλει ἡ Παναγία. ῎Εφθασα στήν Θεσσαλονίκη, καί λόγῳ τρικυμίας, δέν ἔφευγε καράβι γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος. Στήν πόλι δέν ἐγνώριζα κανέναν καί εἶχα μόνον 75 δραχμές. Ἐπί δέκα ἡμέρες ἐκοιμώμουν στά ἑβραϊκά μνήματα καί ζοῦσα μέ ξηροφαγία. Μέ κυρίευσαν λογισμοί ἀπελπισίας. Ἐπήγαινα στήν παραλία πέρα-δῶθε καί ὁ λογισμός μέ ἐπίεζε νά πέσω μέσα. ῞Ενας τελώνης μέ εἶδε λυπημένον καί μέ πλησίασε.
-Ἀπό ποῦ εἶσαι, πάτερ;
-Ἀπό τό ῞Αγιον ῎Ορος, τήν Μονή Γρηγορίου.
-Ἀπό ποῦ κατάγεσαι;
-Ἀπό τό ῾Ηράκλειο Κρήτης.
-῎Εε, πᾶμε νά πιοῦμε ἕνα καφέ.
Ἐπήγαμε στό καφενεῖο, ἀλλά δέν μποροῦσα νά πιῶ καφέ γιατί μέ ἔτρωγε τό σαράκι τοῦ λογισμοῦ. Μοῦ λέγει ὁ τελώνης: «Πᾶμε στό σπίτι μου νά γνωρίσῃς καί τήν γυναῖκα μου πού εἶναι καί πατριώτισσά σου». Ἐπήγαμε. Μοῦ ἔβαλαν νά φάγω. Μά δέν μποροῦσα. Ἐκεῖνος ἔδιωξε τήν γυναῖκα του, μέ ἐπλησίασε καί μοῦ εἶπε: «Βλέπω ὅτι κάτι σέ ἀπασχολεῖ. Εἴμεθα πατριῶτες καί εἴμεθα στήν ξενητειά. Πρέπει νά ὑποστηρίξουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ποῦ θέλεις νά σέ πάω; Στό ῞Αγιον ῎Ορος; Στήν Κρήτη; Ἐγώ θά σέ πάω. Μή στενοχωριέσαι».
 Ὠνομαζόταν Κωνσταντῖνος Τσαγκαράκης. ῾Ο Θεός νά τόν ἁγιάση (ἀναλύθηκε ὁ παπποῦς σέ δάκρυα). Τό πρωῒ μοῦ ἔβγαλε εἰσιτήριο καί μπῆκα στό βαπόρι γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος. Τί νά σοῦ πῶ, βρέ ἀδελφέ μου; Μόλις πάτησα τό πόδι μου στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας, ἡ καρδιά μου φτερούγιζε ἀπό χαρά. Πετοῦσα στόν Οὐρανό καί ὅλοι οἱ λογισμοί τῆς ἀπελπισίας ἔφυγαν.
῏Ηλθα στήν πόρτα τῆς Μονῆς Κωνσταμονίτου, καί ἐζήτησα τόν ἡγούμενο Συμεών, ὁ ὁποῖος ἦταν καί πατριώτης μου. Τοῦ εἶπα τήν ἱστορίαν μου, καί μοῦ εἶπε «:Νά πᾶς στήν Μονή σου καί ἐάν δέν σέ δεχθοῦν νά ἔλθῃς πάλι ἐδῶ». Πράγματι ἐπῆγα καί εὑρῆκα στήν πόρτα τόν Γέρο Βαρλαάμ. Μοῦ εἶπε: «Φῦγε, δέν σέ γνωρίζουμε». Ἐπῆγα πάλι στόν ῾Ηγούμενο τῆς Κωνσταμονίτου, καί κεῖνος μ᾿ ἔστειλε πάλι στήν Γρηγορίου. ῏Ηλθα καί ἐζήτησα τόν ῾Ηγούμενο Ἀθανάσιο, ἀλλά ὁ θυρωρός δέν μοῦ ἐπέτρεψε νά μπῶ μέσα. Ἐπέστρεψα στήν Κωνσταμονίτου καί ὁ ῾Ηγούμενος μοῦ εἶπε: «Θά πᾶς γιά τρίτη καί τελευταία φορά. Πᾶρε αὐτό τό σχῆμα στά χέρια σου πού σοῦ δίνω.
῞Οποιος σοῦ ἀπαγορεύσει νά μπῇς μέσα, πές του: «῾Ορῖστε, πάρε τό σχῆμα μου κι ἐγώ φεύγω γιά τόν κόσμο καί θά εἶσαι ἐσύ ὑπόλογος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά τό κατάντημά μου» Πράγματι ἐπῆγα. ῏Ηταν στήν πύλη ὁ Γέρο Βικέντιος. Ἐζήτησα νά ἰδῶ τόν ῾Ηγούμενο, καί ἐκεῖνος προφασίσθηκε. Τοῦ εἶπα, ὅ,τι μέ εἶχε συμβουλεύσει ὁ Κωνσταμονίτης ῾Ηγούμενος. Ἐκεῖνος θορυβήθηκε, ἀλλά δέν μοῦ ἐπέτρεψε νά μπῶ μέσα. Τέτοιες ὁδηγίες εἶχε πάρει ἀπό τούς ἀνωτέρους του.
Φεύγοντας ἐγώ ἐπῆγα στήν Μονή Ξηροποτάμου, ὅπου ἔμεινα ἀρκετό καιρό. Συχνά ἐπήγαινα στήν Κωνσταμονίτου, ἀλλά σέ καμμιά ἄλλη Μονή δέ ἐσύχναζα. Μετά ἀγόρασα σπίτι στήν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ὅπου καί ἔμεινα περί τά 5 χρόνια.
῾Ο Γέροντάς μου παπᾶ Θανάσης, ὅταν ἔμαθε ὅτι ἦλθα τρεῖς φορές στό Μοναστήρι, ἔστειλε ἔμπιστο πρόσωπο καί μέ ἐκάλεσε νά ἔρθω στήν Μονή. Πράγματι ἦλθα καί εἰδοποίησα μ᾿ ἕνα Μοναχό νά ἔλθῃ ὁ ῾Ηγούμενος στό γεφυράκι τοῦ χειμάρρου Χρέντελι. Ἐκεῖ θά μέ συναντήσῃ.
῏Ηλθε ἐκεῖ ὁ Γέροντάς μου, μέ ἀγκάλιασε καί ἔκλαιγε. Τοῦ εἶπα: «Ἐγώ, Γέροντα, ἔγινα ἀπό ἐσᾶς Μεγαλόσχημος Μοναχός. ῎Εδωσα τίς φρικτές ὑποσχέσεις ἐνώπιόν σας. Οὐδέποτε διαννοήθηκα νά φύγω ἀπό τήν Μετάνοιά μου.
Καί ἐάν ἐσεῖς δέν θά μέ ἐδεχόσαστε, θά  ἔδενα μιά κλωστή καί θά ἐγύριζα τριγύρω στό ῞Αγιον ῎Ορος. Ἐάν μέ δεχθῆτε, ἐγώ ἐπιθυμῶ νά ἀποθάνω στό Μοναστήρι μου».
῎Εγινε Γεροντική σύναξις καί ἀπεφάσισαν νά μέ κρατήσουν παμψηφεί. Μοῦ ἔδωσαν διακόνημα τοῦ παραμάγειρα, μάγειρας ἦταν τότε ὁ π. Ἀρσένιος. ῾Ο ῾Ηγούμενος Βησσαρίων μέ βοήθησε πολύ. Δόξα σοι ὁ Θεός.
-Τώρα στά γεράματα, πόσα κομποσχοίνια κάνεις στό κελλί σου, π. Σωφρόνιε;
Προσεύχομαι ὅσο μπορῶ περισσότερο. Πάντως ὐποχρεωτικά κάθε ἡμέρα θά κάνω 20 κομποσχοίνια τοῦ Χριστοῦ, 20 τῆς Παναγίας, 20 σ᾿ ὅλους τούς ῾Αγίους καί σέ μερικούς ὀνομαστικῶς, 3 γιά τούς Προστάτας μας, 1 γιά τόν ῾Ηγούμενό μας, 1 γιά τούς Κτήτορες, εὐεργέτας καί ἀφιερωτάς. ῞Οταν δέν μπορῶ νά ἔλθω στόν ῾Εσπερινό, κάνω 25 κομποσχοίνια, γιά τό Ἀπόδειπνο κάνω 12 καί γιά τόν ῎Ορθρο 40, ἐνῶ γιά τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας τούς λέγω ἀπέξω δύο φορές τήν ἡμέρα.

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω  
2005

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας   π.Δαμασκηνός - Γρηγοριάτικο γεροντικό
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου