Εὐλόγιος ὁ λατόμος. (Μέρος Α')
Ζοῦσε κάποτε στήν Αἴγυπτο ἕνας ἅγιος ἐρημίτης, μέ τό ὄνομα Δανιήλ. Αὐτός κάποτε ἐπῆγε στήν πόλι νά πωλήση τά ἔργα τῶν χεριῶν του. Καί ἐκεῖ ἦταν ἄνθρωπος μέ τό ὄνομα Εὐλόγιος, ὁ ὁποῖος ἔσπαζε πέτρες ὅλη τήν ἡμέρα καί δέν γευόταν τίποτε μέχρι τό βράδυ.Ὅταν ἐρχόταν τό βραδάκι, περπατοῦσε σέ ὅλη τήν πόλι καί ὅσους ξένους εὕρισκε, τούς ἔφερε στό σπίτι του, τούς ἔπλενε τά πόδια μέ τά χέρια του, τούς ἐτάϊζε καί κατόπιν ἀπό τά ἀποφάγια τους ἔτρωγε καί ἐκεῖνος καί τά περισσεύμετα τά ἔριχνε στά σκυλιά.
Ὁπότε, πηγαίνοντας ὁ Δανιήλ νά πωλήση τό ἐργόχειρό του στήν πόλι ἐκείνη, ἐβράδυασε. Καί ὁ Εὐλόγιος ἐπῆρε αὐτόν καί ἄλλους ξένους στό σπίτι του. Τούς ἔπλυνε τά πόδια τους καί τούς ἐφιλοξένησε. Αὐτό τό ἔκαμε καί σ᾿ αὐτόν στόν μοναχό καί σέ ἄλλους ἐρημίτες.
Ὁπότε βλέποντας ὁ Δανιήλ τίς καλωσύνες του, ἐθαύμασε καί ἄρχισε νά νηστεύη μέχρι μία ἑβδομαδα, παρακαλώντας τόν Θεό γι᾿ αὐτόν γιά νά τοῦ δώση ὁ Θεός περισσότερη περιουσία καί νά μπορεῖ ἔτσι νά τρέφη περισσότερους ξένους.
Νηστεύοντας καί προσευχόμενος ἐπί τρεῖς καί πλέον ἑβδομάδες ἀδυνάτισε, ὥστε μόλις πού ζοῦσε καί, ἰδού, εἶδε τόν Κύριον, ὁ Ὁποῖος ἦλθε καί μέ τήν θεία Του παρουσία καί ἱεροπρέπεια τοῦ εἶπε:
-Τί συμβαίνει, πάτερ Δανιήλ;


















