Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Γιατί ο Θεός παίρνει πλησίον του νεαρούς ή ώριμους εργάτας της Εκκλησίας; Ἀρχιμανδρίτου Μελετίου Βαδραχάνη


Ἐναγώνιο καί πονεμένο παρουσιάζεται τό ἀνωτέρω ἐρώτημα, κάθε φορά, πού ἀποθνήσκει νεαρό ἤ ὥριμο ἄτομο, πού εἶναι κληρικός, μοναχός ἤ μοναχή, ἀφιερωμένος ἤ ἀφιερωμένη στόν Χριστό καί στό ἔργο του.
Ἐνῶ προσφέρουν τόσα πολλά καί ἐνῶ εἶναι στήν ἀρχή ἤ τήν ἀκμή τῆς δράσεώς τους, πολλές φορές ὁ Θεός τούς παίρνει κοντά του καί ἀφήνει ἀπορφανισμένο τό ποίμνιό του. Καί εἶναι ἀκατάληπτο καί μή ἐξηγούμενο αὐτό τό ἐρώτημα, ἀφοῦ καί ὁ Παῦλος, πού ἐπιθυμοῦσε τόσο πολύ τήν ἕνωσή του μέ τό Χριστό διά τοῦ θανάτου, ἐν τούτοις προτιμοῦσε νά παραμείνει στή ζωή γιά τίς ἀνάγκες τῶν χριστιανῶν (πρβλ. Φιλιπ. 1, 21–26).
Τί ἀπάντηση μπορεῖ νά δοθεῖ στό ἐρώτημα αὐτό; Θά προσπαθήσουμε μερικῶς καί ἐνδεικτικῶς νά παραθέσουμε κάποιες σκέψεις, χωρίς νά ἐξαντλήσουμε ἐντελῶς τό θέμα  

Α΄. Οἱ λέξεις νέος καί γέρος στό χῶρο τῆς Γραφῆς καί τῆς πατερικῆς θεολογίας, στό χῶρο τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν διαφορετική διάσταση καί ἔννοια
α΄) Ὅσον ἀφορᾶ τόν ἴδιο τόν ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου καί γενικώτερα τόν κάθε ἄνθρωπο καί τήν προσωπική του τελείωση ἡ Γραφή ἀναφέρει·
«Γῆρας τίμιον οὐ τό πο- λυχρόνιον οὐδέ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται· πολιά δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις
καί ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος…Τελειωθείς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσεν χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. 4, 8–9·13).

Δηλαδή τό γῆρας γιά τήν Γραφή δέν εἶναι βιολογικό ἀλλά πνευματικό. Ἀσπρομάλλης σεβαστός δέν εἶναι ὁ πο- λύχρονος, ἀλλά ὁ συνετός καί ἅγιος. Ἄν κάποιος ὡρίμασε πνευματικά καί τελειώθηκε,
ἀσχέτως ἄν ἀκόμη εἶναι νέος, εἶναι ἕτοιμος νά ἐκδημήσει ἀπό τόν κόσμο αὐτόν. Ἀγαπήθηκε ἤδη ἀπό τόν Κύριο καί ἁρπάχτηκε μήπως ἡ κακία τοῦ κόσμου καί ἡ δολερή ἁμαρτία κατορθώσουν καί τοῦ ἀλλάξουν τήν σύνεση καί τόν ἀποπλανήσουν ἐν τέλει (Σοφ. Σολ.4,11).
Συνεπῶς καί τόν νέο ὁ Θεός τόν παίρνει στήν ὥρα του καί ὄχι πρίν τῆς ὥρας, ὅπως συν ηθίζουμε νά λέμε  
β΄) Ὅσον ἀφορᾶ τήν προσφορά του στήν Ἐκκλησία λέγει ἡ Γραφή ὅτι «μία μέρα παρά Κυρίου ὡς χίλια ἔτη, καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β΄ Πέτρ. 3, 8). Δηλαδή μία μέρα εὐλογημένη ἀπό τόν Κύριο, γεμάτη ἀπό τή χάρη του καί τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τόσο μεγάλη καί καρποφόρα ὅσο χίλια χρόνια ἀνθρώπινης προσπαθείας καί δράσεως καί προσφορᾶς.
Ἀντιθέτως χίλια χρόνια αὐτόνομης, ἀνθρωποκεντρικῆς δράσεως καί πολιτισμοῦ εἶναι γιά τόν Κύριο μιά μέρα ἀσήμαντη καί ἀνυπολόγιστη. Ἄς στρέψουμε γιά λίγο τή σκέψη μας στόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο π.χ. γιά νά αἰσθητοποιήσουμε τά ὅσα λέμε.
Ὅταν πῆγε στήν Κων/πολη, οἱ ἀρειανοί εἶχαν ἐπικρατήσει γιά 40 χρόνια. Οἱ ναοί εἶχαν καταληφθεῖ ὅλοι ἀπʼ αὐτούς. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως ἦταν ἀρειανός. Ἡ κοσμική διοίκηση, μέχρι πού ἦλθε ὁ Μέγας Θεοδόσιος ὁ Α´ ἦταν μ᾽ αὐτούς.
Τό ὀρθόδοξο ποίμνιο μετά ἀπό ὅλη αὐτή τήν μακρόχρονη περιπέτεια ἐλάχιστο καί τρομοκρατημένο. Κι ὅμως ὁ Γρηγόριος κατόρθωσε μέσα σέ δύο χρόνια, πού παρέμεινε ὡς Ἐπίσκοπος νά ἐπικρατήσει ξανά ἡ ὀρθοδοξία, νά καταλάβουν οἱ ὀρθόδοξοι καί πάλι τούς Ἱ. Ναούς, ἀκόμη καί τόν καθεδρικό, νά φύγει ὁ ἀρειανός ἐπίσκοπος καί νά καταλάβει τή θέση του ὁ Γρηγόριος.
Τέτοια ἦταν ἡ ἀναζωογόνηση τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε ὄχι μόνο νά ἐπικρατήσει, ἀλλά νά διοργανωθεῖ καί ἡ σύγκληση τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 381 ἡ ὁποία θά ὁλοκληρώσει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τήν καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν, καί θʼ ἀνακηρύξει τήν ἀρχιεπισκοπή Κων/πόλεως σέ Πατριαρχεῖο δεύτερο τῇ τάξει μετά τό Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης.

Ἄν σκεφθεῖ κανείς τήν ἀσθενική κράση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος λέγει χαρακτηριστικά ὅτι «μετεῖχε τοῦ βίου τόσο λίγο, ὥστε ἁπλῶς καί μόνο νά ἀναπνέει» (ἐπιστολή 241 πρός Ἀβούργιον), τό πόσο βασανισμένος καί θλιμμένος ἦταν ἀπό διάφορες αἰτίες καί τό πόσο σπασμένα ἦταν τά νεῦρα του πρίν ἀναλάβει Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ἀπίστευτο καί ἀκατανόητο πῶς μπόρεσε μέσα σέ δύο χρόνια νά κάνει, ὅσα δέν θά ἔκαναν ἄλλοι Ἀρχιεπίσκοποι σέ πολλαπλάσια χρόνια.
Καί συνολικά νά δοῦμε τό χρόνο τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου καί τῶν ἄλλων δύο Ἱεραρχῶν Βασιλείου καί Χρυσοστόμου θά δοῦμε ὅτι πεθάνανε ὅλοι νέοι.
Περίπου, 63 ἐτῶν ὁ Γρηγόριος, 54 ἐτῶν ὁ Χρυσόστομος, 49 ἐτῶν ὁ Βασίλειος.
Κι ὅμως στό ἐλάχιστο χρονικό διάστημα, πού ἔζησαν προσέφεραν τόσα πολλά στήν Ἐκκλησία. Ἀκόμη κι αὐτός ὁ Χριστός μας, πού ἔζησε 33 χρόνια, ἐργάσθηκε μόνο γιά τρία χρόνια. Κι ὅμως σʼ αὐτά τά τρία χρόνια πέτυχε τά πάντα.  
Δέν θά ἦταν καλύτερο καί πιό ὠφέλιμο γιά τούς ἀνθρώπους ὁ Χριστός νά παρατείνει τή διαμονή του πάνω στή γῆ; Νά τόν εἴχαμε γιά πάρα πολλά χρόνια κοντά μας αἰσθητά καί ἀντιληπτά;
Ἡ ἱστορική πραγματικότητα, πού προέκυψε ἀπό τή θεία θέληση βέβαια, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἦταν ἀρκετά τά τρία χρόνια δράσεως τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἐπιτευχθεῖ ὁ σκοπός τῆς ἐνσαρκώσεώς του. Συνεπῶς δέν χρειάζεται πολύς χρόνος γιά νά ὠφελήσουν τήν Ἐκκλησία οἱ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου· χρειάζεται ὅμως ὁπωσδήποτε, οἱ λίγες ἤ πολλές μέρες, πού θά τούς ἀφήσει ἡ θεία πρόνοια νά ἐργασθοῦν, νά εἶναι ἡμέρες Κυρίου.
Καί γιά νά ἐπιτευχθεῖ αὐτό χρειάζεται ἡ ποικίλη συνδρομή τῶν χριστιανῶν στήν ἱεραποστολική προσπάθεια τῶν ἐργατῶν τῆς Ἐκκλησίας. Νά εἶναι συνεργοί, συνακόλουθοι καί συνοδοιπόροι στό δύσκολο καί ἐπικίνδυνο ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς.
Νά εἶναι συναγωνιστές (Ρωμ. 15, 30) καί συνυπουργοί (Β΄ Κορ. 1, 11) διά τῆς προσευχῆς στό ὑψηλό ἀξίωμά τους. Νά εἶναι οἱ Κυρηναῖοι (Ματθ. 27, 32), πού θά σηκώνουν κάποτε τό βαρύ σταυρό τους καί θά τούς ἀνακουφίζουν προσωρινά, δίνοντάς τους κουράγιο νά συνεχίσουν  
Δυστυχῶς αὐτά πολλές φορές δέν συμβαίνουν. Κι ἐνῶ οἱ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου βρίσκονται στήν προσωπική τους Γεθσημανή οἱ χριστιανοί κοιμοῦνται (Ματθ. 26, 40) ἤ καί συντάσσονται μέ τούς ἐχθρούς τους (Ματθ. 26, 47) γιά νά λυπηθοῦν καί νά ξεσπάσουν σέ θρήνους (Λουκ. 23, 27), ὅταν τούς δοῦν στό σταυρό ἤ τόν τάφο καί φυσικά νά ρωτήσουν μέ ἀπορία· «Θεέ μου, πῶς τό ἐπέτρεψες αὐτό»;  

Β΄. Τήν Ἐκκλησία τήν διοικεῖ οὐσιαστικά ὁ Χριστός, προσωπικά καί ὑπεύθυνα. Ὁ Ἰωάννης ὁ Θεο- λόγος, ὅπως μᾶς περιγράφει ἡ Ἀποκάλυψη, βλέπει ὅραμα στήν Πάτμο. Βλέπει τόν Χριστό «ἐν μέσῳ τῶν ἑπτά λυχνιῶν», νά ἔχει «ἐν τῇ δεξιᾷ χειρί αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά, καί ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ρομφαία δίστομος ἐκπορευομένη» (Ἀποκ. 1,13·16). Τί συμβολίζει τό ὅραμα αὐτό; Ὅτι ὁ Κύριος εὑρίσκεται ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας καί ἐνοικεῖ ἐν αὐτῇ.
Εἶναι παρών κατά δυναμικό καί ὄχι στατικό τρόπο. Κάνει κουμάντο, ἐποπτεύει, διοικεῖ, δίνει διαταγές. Αὐτό πού λέγει στό τέλος τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, «Ἰδού ἐγώ μεθʼ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀμήν» (Ματθ. 28, 20), δέν εἶναι κάτι ἀφηρημένο, κάτι φιλοσοφικό, κάτι νεφελῶδες, ἀλλά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός ὀντολογικά εἶναι μέσα στή Ἐκκλησία του καί κρατᾶ στό χέρι του τούς ἑπτά ἀστέρες, τούς ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι πρέπει νά κάνουν ὅτι ἐκεῖνος θέλει, νά εἶναι «τοῦ χεριοῦ του»· καί ἀλλοίμονο ἄν δέν εἶναι.
Βέβαια ὁ Χριστός ἀσκεῖ τήν διοίκηση καί διά μέσου ἀνθρώπων κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν. Ἀλλά αὐτός εἶναι πού δίνει τή χάρη καί τή δύναμη νά ἐνερ- γοῦν (Ἀποκ. 3, 7–9)· αὐτός εἶναι πού τούς στηρίζει στούς πειρασμούς (Λουκ. 22, 31) αὐτός εἶναι πού ἀνοίγει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων (Πρξ. 16, 14) γιά νά δεχθοῦν τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Καί τό ὅτι παίρνει κοντά του τούς ἀγαπημένους του ὑπηρέτες, τό κάνει –σύν τοῖς ἄλλοις– γιά νά καταλάβουμε ὅτι αὐτός εἶναι πού στηρίζει, ἐνισχύει, καί ζωοποιεῖ τήν Ἐκκλησία καί κινεῖ τά πάντα ἀσχέτως ἄν χρησιμοποιεῖ στό ἔργο του καί τούς ἀνθρώπους.
Ὁ μακαριστός πρώην Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἔλεγε συχνά «οὔτε μέ μᾶς ἄρχισε ὁ Χριστιανισμός οὔτε σέ μᾶς τελειώνει. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας κι αὐτός τήν κατευθύνει καί τήν ζωοποιεῖ. Μή ποῦμε ὅτι ἐμεῖς στηρίζουμε τήν Ἐκκλησία».
   
Γ΄. Ὑπάρχει ἡ ἐν χρόνῳ ἀλλά καί ἡ ὑπέρ χρόνον ἱεραποστολή καί ποιμαντική δράση ὅλοι μας καί δέν ἀντιλαμβανόμαστε ξεκάθαρα εἶναι ὅτι ἡ ἱεραποστολική καί ποιμαντική δράση τῶν ἐργατῶν τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται στήν σωματική τους παρουσία ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί μετά τήν ἔξοδό τους –αἰωνίως καί συνεχῶς– μέχρι τήν Β΄ Παρουσία.
Μέ τήν προσευχή τους, μέ τήν ἀόρατη ἀλλά ὀντολογική πνευματική τους παρουσία, μέ τίς διδαχές τους προφορικές ἤ γραπτές, μέ τά τυχόν θαύματά τους, μέ τήν χάρη τῶν ὀστῶν τους συνεχίζουν νά μᾶς καθοδηγοῦν καί νά μᾶς ἐνισχύουν. Ὅπως ἡ σωματική ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ, μετά τήν ἀνάληψή του, στεναχώρησε καί λύπησε τούς μαθητές του, πλήν ὅμως κακῶς καί ἀδικαιολόγητα, διότι ὁ ἴδιος βεβαίωσε ὅτι «Ἰδού ἐγώ μεθʼ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28, 20) καί «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγώ ἀπέλθω. Ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύ- σεται πρός ὑμᾶς» (Ἰω. 16, 7).
Ἔτσι καί ἡ σωματική ἀπουσία τῶν ἐργατῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πικραίνει καί μᾶς στενοχωρεῖ, πλήν ὅμως κακῶς καί ἀδικαιολογήτως γιά τούς λόγους, πού ἤδη παραθέσαμε. Συνεπῶς «ἀλληλούϊα (αἰνεῖτε τόν Θεό)· ἡ σωτηρία καί ἡ δόξα καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅτι ἀληθιναί καί δίκαιαι αἱ κρίσεις αὐτοῦ» (Ἀποκ. 19,1).

πηγή www.pmeletios.com
Ορθόδοξος Τύπος 15/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου