Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Ἱεραποστολή. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος. Μέρος ΣΤ'


Ἱεραποστολή. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος. Μέρος ΣΤ'
 
Προσπαθοῦσα νά πείσω τόν ἑαυτό μου ὅτι ὅλα ἦταν ρόδινα στή Γιζίγ. Στήν πραγματικότητα ὅμως οἱ πρῶτες ἐντυπώσεις ἦταν δυσάρεστες.  Πέρα ἀπό τόν κατοιμημένο χῶρο ἁπλώνονταν θλιβερές, μελαγχολικές, ἄδεντρες καί βαλτώδεις περιοχές, πού κατηφόριζαν ὁμαλά πρός τήν κοίτη τοῦ ποταμοῦ.
Τό χωριό εἶναι χτισμένο σέ μιά κατηφοριά, λίγο ψηλότερα ἀπό τό ποτάμι.
Ἀπέναντί του, σέ ἀπόσταση τριῶν βερστίων, ὑψώνεται τό ὄρος Μπάμπουσκα (Γιαγιά).
Πῆρε αὐτή τήν ὀνομασία, ἐπειδή μαζί μέ τά σύννεφα πού συχνά τό καλύπτουν, θαρρεῖς πώς εἶναι μιά γιαγιά μέ τή χαρακτηριστική της σκούφα. Ὅταν ὁ καιρός εἶναι καλός, στήν κορυφή τοῦ Μπάμπουσκα διακρίνεται ἕνας πελώριος σταυρός.  Τόν ὕψωσε ἐκεῖ ὁ ἀείμνηστος μητροπολίτης Ἰννοκέντιος, τόν καιρό πού ἦταν ἐπίσκοπος Καμτσάτκας, Κουρίλων καί Ἀλεούτων.
Ἡ Γιζίγ εἶναι καλυμμένη σχεδόν πάντοτε μ’ ἕνα σκοῦρο πέπλο ἀπό πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα, πού προκαλοῦν κατάθλιψη καί μελαγχολία.  Τόν ἀέρα μαστίζουν ἀδιάκοπα τ’ ἀλυχτήματα χιλιάδων σκύλων, πού σμίγουν κάθε ἄλλο παρά ἁρμονικά μέ τούς φάλτσους συριγμούς τῶν ἀνέμων.
Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἦταν μικροαστοί ρῶσοι, καμτσαντάλοι καί κοζάκοι. Στά περίχωρα ζοῦσαν νομάδες κοριάκοι, τουγοῦσοι, τσοῦκτσοι, σά να’ ταν βυθισμένοι σέ βαρύ πένθος καί συνάμα νά βασανίζονται ἀπό κάποια ἀπροσδιόριστη ἀρρώστια.
Σιωπηλοί σχεδόν πάντα –μέ δυσκολία τούς ἔπαιρνες μερικά λόγια. Ἡ ζωή τους δύσκολη, τραχειά, μονότονη, χρωματισμένη ἀπό τό σκληρό καθημερινό μόχθο, τή φτώχεια, τίς μολυσματικές ἀσθένειες καί, σάν κορύφωμα ὅλων αὐτῶν, τήν τέλεια ἐγκατάλειψη ἀπό τό κράτος.
Καμιά πρόνοια δέν ὑπῆρχε γι’ αὐτούς τούς δύστυχους ἀνθρώπους. Ἀφημένοι στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, περίμεναν τώρα κάποια παρηγοριά ἀπό μένα, πού τόσο ἀναπάντεχα Ἐκεῖνος εἶχε στείλει ἀνάμεσά τους.
Δύο βαρύτατοι σταυροί γι’ αὐτούς –καί γιά μένα τώρα πιά- ἦταν ὁ τόπος καί τό κλίμα. Ἄν δέν ζήσει κανείς σέ κεῖνες τίς ἀπόμακρες περιοχές, δέν ἀρκεῖ ἡ φαντασία του γιά νά συλλάβει πόσο τραγικές εἶναι οἱ συνθῆκες.
Ἀπέραντη ἡ τούντρα, σκεπασμένη μέ χιόνια ὀκτώ μῆνες τό χρόνο. Ἕνα μονότονο κάτασπρο βασίλειο θανάσιμης σιωπῆς, χωρίς δέντρα, χωρίς κτίσματα, χωρίς ζωή. Τό κρύο τόσο τσουχτερό, πού σοῦ ξεσκίζει λές τίς σάρκες, σοῦ τρυπάει τά κόκαλα.
Ὁ ἥλιος ἀκριβοθώρητος. Γιορταστική εἶναι ἡ μέρα πού καταδέχεται νά στείλει μιάν ἀλαζονική ἀκτίνα του, παραμερίζοντας δυναμικά τά παχιά, μολυβένια σύννεφα.  Καί γρήγορα-γρήγορα, μετανιώνοντας γιά τήν .....ἁπλόχερη καλωσύνη του, κρύβεται πάλι, βυθίζοντας τόν τόπο σέ κεῖνο τό μακρύ, ὑγρό καί παγωμένο σκοτάδι, πού παραλύει τά νεῦρα καί φαρμακώνει τήν καρδιά.
Μέσα σέ τέτοιες συνθῆκες ζοῦσαν οἱ ἀξιολύπητοι ἥρωες τῆς Καμτσατκικῆς γῆς.
Παρηγοριά τους καί παρηγοριά μου, ἀπό τίς πρῶτες ἡμέρες πού βρέθηκα ἐκεῖ, ἦταν οἱ ἐπισκέψεις μου στίς καλύβες τους καί ἡ ἀλληλογνωριμία μας. Μεγάλο σπουδαῖο γεγονός γιά μιά οἰκογένεια ἡ ἐπίσκεψη τοῦ μπάτουσκα.
Ἤμουν τό πρόσωπο πού εἶχε φέρει μιάν εὐχάριστη ἀναστάστωση στή μικρή κοινωνία τους καί εἶχε δώσει μιά διέξοδο στή μονοτονία τῆς ζωῆς τους. Ὅσοι ἦταν χριστιανοί, κυριολεκτικά πετοῦσαν ἀπό χαρά, πού ἐπιτέλους ἔστειλε ὁ καλός Θεός ἕναν ἱερέα γιά νά βαπτίσει τά παιδιά τους, νά τούς παντρέψει, νά τούς κοινωνήσει, νά κηδέψει τούς νεκρούς τους. Κι ὅσοι ἦταν εἰδωλολάτρες, μ’ ἀντιμετώπιζαν μέ πολλή καλωσύνη, πολλή χαρά καί, τό συγκινητικότερο, ἀκτάσχετη δίψα γιά λόγο Θεοῦ.
Δίψα, πού μοῦ ἔφερνε στό νοῦ μιά παρατήρηση τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτη Μόσχας Ἰννοκεντίου (Βενιαμίνωφ): «Ἀπ’ ὅλα τά προτερήματά τους», ἔγραφε σέ κάποια σελίδα τοῦ ἡμερολογίου του ὁ μεγάλος ἱεραπόστολος, ὅταν ἦταν ἀκόμη ἐπίσκοπος τῆς Καμτσάτκας, «ἐκεῖνο πού μοῦ ἔδινε τή μεγαλύτερη χαρά ἦταν ἡ προθυμία, ἤ μᾶλλον ἡ δίψα, ν’ ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ.  Καί ὁ πιό ἀκούραστος ἱεροκήρυκας θά κουραζόταν νά μιλάει σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους, χωρίς καθόλου νά χαλαρωθεῖ ἡ προσοχή καί ὁ ζῆλος τους νά τόν ἀκοῦνε».

Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
σελ.93-97

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου