Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Ἱεραποστολή. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος. Μέρος Η'


 Ἱεραποστολή. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος. Μέρος Η'

Πρίν προχωρήσω ὅμως, νομίζω πώς πρέπει νά κάνω μιά παρένθεση καί ν’ ἀναφερθῶ στίς γενικότερες συνθῆκες ζωῆς τῶν ντόπιων κατοίκων τῆς ἱεραποστολικῆς μου περιοχῆς –κοριάκων τσούκτσων, τουγγούσων, λαμούτων, ἀλεούτιων, ὀρετσένων, ἐβένων καί μερικῶν ἀκόμη μικροτέρων ἐθνοτήτων –γιά τίς ὁποῖες ἔχω ἤδη κάνει σκόρπιες νύξεις.
Ὅταν πῆγα ἐκεῖ, στά 1907, κάθε ἄλλο παρά ἀνθρώπινη ἦταν ἡ ζωή τους. Τό βιοτικό τους ἐπίπεδο καὶ ἡ πολιτιστική τους στάθμη μέ δυσκολία ξεπερνοῦσε τά ἐπίπεδα τοῦ ἀνθρώπου τῶν σπηλαίων!  Ὑπερβολή; Ἴσως. Ὄχι μεγάλη ὅμως. Καί νά γιατί:
Πρῶτα-πρῶτα, ἦταν ὅλοι τους ἐντελῶς ἀγράμματοι. Ἡ γλώσσα τους, συνοθύλευμα πρωτόγονων ἄναρθρων φθόγγων, ἠχοῦσε στ’ αὐτιά παράξενα. Ἦταν φτωχή σέ λεξιλόγιο, σέ ἐκφραστικότητα, σέ νοήματα –γι’ αὐτό καί τήν ἔμαθα πολύ γρήγορα. Φυσικά, ἀλβάβητο καί γραπτός λόγος δέν ὑπῆρχαν.
Ὕστερα, ζοῦσαν κάτω ἀπό φρικτές συνθῆκες, σέ ἄθλιες ὑπόγειες τρῶγλες, ὅπως ἀνέφερα πιό πάνω. Ἔμπαινες μέσα ἀπό μιά μικρή κάθετη τρύπα, πατώντας σ’ ἕνα σκαλισμένο κορμό δέντρου, πού χρησίμευε γιά σκάλα. Αὐτή ἡ τρύπα ἦταν ταυτόχρονα ἡ μοναδικὴ πόρτα, τό μοναδικό παράθυρο, ὁ μοναδικός ἀεραγωγός καί ἡ μοναδική καπνοδόχος τοῦ σπιτοῦ! 
Ἡ φωτιά ἄναβε ἀκριβῶς κάτω ἀπό τήν τρύπα, πλάι στόν ξύλινο στύλο, γιά νά διευκολύνεται ἡ ἔξοδος τοῦ καπνοῦ. Ἑπομένως, γιά νά κατεβεῖ κανείς, ἔπρεπε νά περάσει μέσ’ ἀπ’ τόν πηχτό καπνό, πού ἔβγαζαν τά ὑγρά ξύλα τῆς φωτιᾶς.
 Σοῦ κοβόταν ἡ ἀναπνοή, τά μάτια σου ἔτσουζαν καί σ’ ἔπιανε ἕνας μακρύς, βασανιστικός βήχας. Κι ὅταν ἔφτανες ἐπιτέλους, σέ κακό χάλι, στό τελευταῖο σκαλί τοῦ στύλου, ἔπρεπε νά προσέξεις νά μήν πέσεις μέσα στή φωτιά ἤ, τό φοβερότερο, μέσα στό καζάνι μέ τό κοχλαστό νερό, πού ἔβραζε πάνω της!
Μέσα σ’ ἐκείνους τούς ὑγρούς τάφους, σάν ἀρουραῖοι ζοῦσαν ἄνθρωποι καί ζῶα. Ὅλο τό «σπίτι» τό ἀποτελοῦσε ἕνα καί μοναδικό δωμάτιο. Ἐκεῖνο ἦταν ὁ χῶρος ὑποδοχῆς καί μαγειρεῖο καί ὑπνοδωμάτιο καί τραπεζαρία καί ἀποχωρητήριο καί σταύλος!  Μιά ἀποπνικτική ἀποφορά ἀπό καπνιά, ὑγρασία, ἀκαθαρσίες καί λίπος φώκιας σοῦ ἔφερνε λιποθυμία.  Κι ἐκεῖνο πού ἀντίκρυζες μόλις τά μάτια στου συνέρχονταν ἦταν –πῶς νά τό πῶ;- ἕνα κουβάρι ἀπό ἀνθρώπους, ζῶα, ἀντικείμενα....
Ὤ, τώρα πού τά θυμᾶμαι, τώρα πού τά θυμᾶμαι.. Οἱ ἀγαπημένοι μου καμτσαντάλοι... Μ’ ὅλη τους τή μιζέρια καί τή δυστυχία, ἦταν ψυχές ὑπέροχες, ἀθῶες. Ἦταν ἀληθινές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, κι ἄς μήν Τόν εἶχαν γνωρίσει ὥς τότε.
Τήν κοινωνία τους χαρακτήριζε ἡ ἀπουσία τῆς κακίας, τῆς ὀργῆς καί τῆς αἰσχρολογίας. Ἴσως φαίνεται ἀπίστευτο, ἀλλά δέν γνώριζαν τί θά πεῖ θυμός, διαμάχη, μίσος, ἀδικία.  Νά τσακώνονται μεταξύ τους ποτέ δέν εἶδα. Ἕναν ὀργισμένο δὲν συνάντησα. Κλοπή καί ἀπάτη τί σημαίνουν δέν γνώριζαν. Ἦταν εὔπιστοι σάν παιδιά καί καθαροί στήν καρδιά.
Ζώντας κοντά τους ἔνιωθα νά παίρνω κάτι ἀπό τήν καθαρότητα καί τήν ἁγνότητά τους, τήν τόσο ζωντανά ζωγραφισμένη στά ἐκφραστικά τους μάτια.  Πῶς νά ξεχάσω ἐκεῖνο τό οὐράνιο βλέμμα, τό θλιμμένο, παρακλητικό καί γεμάτο ἐλπίδα γιά βοήθεια; Ὅλοι εἶχαν ἀνάγκη ἀπό βοήθεια, μιά καί ὅλες οἱ οἰκογένειες μαστίζονταν ἀπό πολύμορφες ἀσθένειες. Ἡ ὑποτυπώδης σ’ ὅλη τή χώρα πρόνοια γιά τό φτωχό λαό, σ’ αὐτή τήν ξεχασμένη γωνιά τοῦ ρωσικοῦ κράτους ἦταν ἐντελῶς ἀνύπαρκτη. Ἀνασκουμπώθηκα λοιπόν.  Μαζί μέ τήν ψυχή τους ὄφειλα νά φροντίσω καί γιά τό σῶμα τους, ἀφοῦ κανείς ἄλλος δέν φρόντιζε.
Εἶχα μαζί μου ἕνα καλά ἐξοπλισμένο φαρμακεῖο ἐκστρατείας, μέ φάρμακα, ἐνέσεις, ἀλοιφές καί ἐπιδέσμους. Οἱ λίγες πρακτικές μου γνώσεις τελειοποιήθηκαν ἀναγκαστικά μέ τό χρόνο καί τήν πείρα.
Ὅλοι σχεδόν ὑπέφεραν ἀπό ψώρα.
Γιά δύο λόγους κυρίως: Πρῶτα, γιατί δέν πλένονταν ποτέ.  Κι ἔπειτα, γιατί τό μοναδικό τους ἔνδυμα ἦταν ἕνας χονδρός μανδύας ἀπό δέρμα ταράνδου, μέ γούνα μέσα κι ἔξω.  Τόν φοροῦσαν κατάσαρκα χειμώνα –καλοκαίρι, χωρίς ποτέ νά τόν βγάζουν καί χωρίς ποτέ νά τόν πλένουν.
Κολλοῦσε πάνω τους, γινόταν ἕνα μέ τό κορμί τους.  Καί, μαζί μέ τήν ἀπλυσιά καί τά σωματικά ἐκκρίματα, τούς ἐρέθιζε τό δέρμα τόσο, ὥστε γέμιζαν ἐξανθήματα καί μετά πληγές.  Βασανιστικός κνησμός καί ἀφόρητοι πόνοι τούς ταλαιπωροῦσαν.
Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτούς ὑπέφεραν καί ἀπό τράχωμα, ἐξαιτίας τοῦ καπνοῦ καί τῆς ἀκάθαρτης κατοικίας. Σέ κάθε περιοδεία εἶχα μαζί μου τουλάχιστον 20 πούντι (330 περίπου κιλά! )  ψευδαργυρο-υδραργυροῦχο ἀλοιφή, πού τούς ἀνακούφιζε ἀπό τόν πόνο καί τόν κνησμό.
Μέ περίμεναν πάντα μέ ἀνυπομονησία καί μέ ὑποδέχονταν σάν λυτρωτή τους.  Τούς καλοκαιρινούς μῆνες κατέβαιναν μέχρι τήν ἀκροθαλασιιά, καί σάν πλησίαζε τό πλοῖο, ρωτοῦσαν μέ ἀγωνία:
-Μήπως εἶναι μέσα στό πλοῖο ὁ παπα-Νέστορας μέ τήν καλή ἀλοιφή;
Καί ἄν ὁ παπα-Νέστορας μέ τήν «καλή ἀλοιφή» ἦταν μέσα, τόν ἔπαιρναν συνοδεία καί τόν ἔφερναν νά δεῖ καί νά περιποιηθεῖ τούς ἀρρώστους.
Ἀξέχαστες θά μοῦ μείνουν οἱ ὀδυνηρές ἐμπειρίες πού εἶχα, ἀσκώντας τή διακονία τοῦ πρακτικοῦ γιατροῦ καί φαρμακοποιοῦ. Μερικές, γιά παράδειγμα, θά μεταφέρω στό χαρτί.
Σέ μιά τρώγλη εἶδα ἕνα δεκάχρονο ἀγοράκι μέ νεκρική ὄψη νά σέρνεται σά σκουλήκι στή γῆ, γυμνό, γεμάτο ἀπό κακοφορμισμένες πληγές πού ἔτρεχαν πύον.  Μέ πνιχτά βογγητά καί μ’ ἕνα παρατεταμένο κλάμα ζητοῦσε βοήθεια.
Πρίν ἐπέμβω, εἶδα τή μητέρα νά προσπαθεῖ νά καταπραΰνει τό  βάσανο τοῦ παιδιοῦ της μέ τρόπο πρωτόγονο καί ἀηδιαστικό.  Πῆρε ἕνα στομωμένο βρώμικο μαχαίρι, καί ἄρχισε νά ξύνει τά ξεραμένα καύκαλα τῶν πληγῶν του. Ἐκεῖνο βογγοῦσε τώρα ἀπό πόνο καί ἀνακούφιση μαζί, ἀνακούφιση ἀπό τόν ἐξίσου βασανιστικό κνησμό.
Ἡ σκηνή μοῦ προκάλεσε σκοτοδίνη.  Μά πιό πολύ ἔφριξα ὅταν ἡ μάνα, ἀφοῦ τελείωσε τήν «ἰατρική ἐπέμβασή»της, «καθάρισε» μ’ ἕνα βρωμερό δερμάτινο κουρέλι τίς πληγές καί τό μαχαίρι. Σκούπισε μετά τό μαχαίρι στόν ποδόγυρο τοῦ φορέματός καί ἄρχισε νά κόβει τό γιοῦκολ, τό πολυκαιρισμένο ἄνοστο ψάρι, πού ἀποτελοῦσε τήν κύρια τροφή τῶν ἰθαγενῶν, ὅπως ἔχω πεῖ.

Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
σελ.97-110

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου