Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

24 Μαΐου Συναξαριστής

 
Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου, Συμεών Ὁσίου, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Μελετίου τοῦ Στρατηλάτου, Σεραπίωνος Ἐπισκόπου, Ἰωάννου, Στεφάνου, Καλλινίκου, Φήστου, Φαύστου, Αἰδεσίου, Μαρκέλλου, Θεοδώρου, Μελετίωνος, Σεργίου, Μαρκελλίνου, Φήλικος, Φωτεινοῦ, Θεοδωρίσκου, Μερκουρίου, Διδύμου, Χριστίνου, Κυριακού, Καρτερίου, Σωσάννης, Μαρκιανῆς, Παλλαδίας, Γρηγορίας καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς μυσίων χιλίων Μαρτύρων, Ἐλπιδίου Ἐπισκόπου, Βικεντίου Ὁσίου, Κυριακοῦ Ὁσίου, Νικήτα τοῦ Στυλίτου τοῦ Ὁσιομάρτυρα, Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου, Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κάρραις Συρίας.


Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου

Βλέπετε αὐτὴ τὴν κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς χάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Πήγασε ἀπὸ θλίψη. Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δέ, τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο. Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα;
Τὸ πέτυχε μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία.
 Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. β ,8 – 11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξουμε τὴν ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴν πρὸς τοὺς ὁμοφύλους
ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσουμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμό, γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. β, 21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μιὰ ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σὲ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἐφ. α’, 20)
Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους καὶ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκᾶ κδ’, 50).
Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβή, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τὴ λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους.
Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατί δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο της καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατί ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι.
Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τοῦτο τὸ γλυκὸ καὶ σημαντικὸ καὶ συνηθισμένο του προσφώνημα. Τὴν διπλὴ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας.
Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα – φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατί εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του.
Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του καθ’ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του.
 Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατί κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατί καθιστᾶ φαγητό του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως.
Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατί τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ’ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.
Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά.
 Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιά της μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.
Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. κδ’, 30).
Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε, ἔτσι καὶ ἐμεῖς ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε ὅλοι.
Τὴν ἀνάληψη ὅμως δὲν θὰ πετύχουμε ὅλοι, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου σταύρωσαν τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς μετανοίας, μόνο αὐτοὶ θὰ ἀναληφθοῦν μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση σὲ νεφέλες πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου στὸν ἀέρα. (Α’ Θεσ. δ’, 17).
Ἂς ἔρθουμε στὸ ὑπερῶο μας, στὸ νοῦ μας προσευχόμενοι, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου καὶ νὰ προσκυνήσουμε Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τῇ ἐπαγγελίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.
Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν, πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς, ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος, καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ἐκ τοῦ ὄρους Σῶτερ τῶν Ἐλαιῶν, σαρκὶ ἀνελήφθης, καθορώντων τῶν Μαθητῶν· ὅθεν σου τὴν θείαν, Ἀνάληψιν ὑμνοῦμεν, δι’ ἧς ἡμᾶς πρὸς δόξαν, ὕψωσας ἄρρητον.



Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ ἐν τῷ Θαυμαστῷ ὄρει

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν καὶ ἡ μητέρα του Μάρθα, ἐνῶ ὁ πατέρας του Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ (527-565 μ.Χ.).
Σὲ ἡλικία ἕξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος φονεύθηκε μέσα στὴν οἰκία του ποὺ κατέρρευσε ἀπὸ σεισμό, μὲ θεία ὑπόδειξη ὁδηγήθηκε στὴ Σελεύκεια καὶ παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ προστασία καὶ καθοδήγηση τοῦ περίφημου γιὰ τὶς ἀρετές του ἀσκητὴ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε κοντὰ στὸ ὄρος τοῦ χωριοῦ Πίλασα.
Ἀπὸ αὐτὸν ὁ Ὅσιος Συμεὼν διδάχθηκε τὰ ὑψηλὰ διδάγματα τῆς Χριστιανικῆς πολιτείας. Μιμούμενος τὸν διδάσκαλό του ἀνήγειρε στύλο καὶ ἀφοῦ ἀνῆλθε ἐπ’ αυτoῦ, παρέμεινε προσευχόμενος ἐπὶ δώδεκα ἔτη.
Ἀφοῦ διέπρεψε στὴν ἀρετὴ καὶ ὁσιότητα καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν θερμότητα τῆς πίστεως καὶ τὴ διαφλέγουσα αὐτὸν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ, ἀξιώθηκε παρ’ Αὐτοῦ διὰ τῆς χάριτος τῆς προοράσεως καὶ τῆς θεραπείας κάθε ἀσθένειας.
Ἔτσι προανήγγειλε τὴν κοίμηση τοῦ διδασκάλου του, τὴν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἐφραίμ (545 μ.Χ.), τοὺς σεισμοὺς τῆς Ἀντιόχειας καὶ Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) καὶ ἄλλα γεγονότα.
Ἀφοῦ κατῆλθε ἀπὸ τὸν στύλο, μετέβη στὸ λεγόμενο Θαυμαστὸ ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ ἵδρυσε μοναστήρι γιὰ τοὺς μαθητές του, ἀνήγειρε γιὰ τὸν ἑαυτό του στύλο, καὶ ἀνεβασμένος ἀπὶ αὐτοῦ παρέμεινε προσευχόμενος ἐπὶ σαράντα ἔτη.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιοσύνης του εἶχε διαδοθεῖ σὲ ὅλη τὴ χώρα, πλῆθος δὲ συνέρεε πρὸς αὐτὸν αἰτώντας τὴν ἴαση καὶ τῆν εὐλογία του. Ὁ δὲ Ἐπίσκοπος Σελευκείας, ἀφοῦ προσῆλθε καὶ ἀνέβηκε στὸν στύλο, τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο.
Ἔτσι θεοσεβῶς, μὲ κάθε σκληραγωγία, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Συμεών, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 590 μ.Χ., σὲ ἡλικία ὀγδόντα πέντε ἐτῶν.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς ἀείφωτος λύχνος δωρεῶν τῆς ἀσκήσεως, ἐν τῷ Θαυμαστῷ Πάτερ Ὄρει, διαπρέψας ἀνέλαμψας, καὶ κλίμακα ἐκ γῆς, πρὸς οὐρανὸν, τὸν στῦλόν σου ὑπέθου ἀληθῶς, Συμεὼν θαυματοφόρε τοῖς εὐσεβῶς, προστρέχουσι τῇ Μάνδρᾳ σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιο. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ ἄνω ποθῶν, τῶν κάτω μεθιστάμενος, καὶ ἄλλον οὐρανόν, τὸν στῦλον τεκτηνάμενος, δι’ αὐτοῦ ἀπήστραψας, τῶν θαυμάτων τὴν αἴγλην Ὅσιε, καὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύεις ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ὄρος κατοικήσας τὸ Θαυμαστόν, τὸν ἐξ αἰωνίων, ἀπαυγάζοντα θαυμαστῶς, ὀρέων Δεσπότην, δόξασας θείοις πόνοις, λαμπρῶς ἐθαυμαστώθης, Συμεὼν Ὅσιε.





Ὁ Ἅγιος Μελέτιος ὁ στρατηλάτης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες

(Σεραπίων Ἐπίσκοπος, Ἰωάννης καὶ Στέφανος, Καλλίνικος, Φήστος, Φαύστος, Αἰδέσιος, Μάρκελλος, Θεόδωρος, Μελετίων, Σέργιος, Μαρκελλίνος, Φήλιξ, Φωτεινός, Θεοδωρίσκος, Μερκούριος καὶ Δίδυμος, Χριστίνος καὶ Κυριάκος, Καρτέριος, Σωσάννα, Μαρκιανή, Παλλαδία, Γρηγορία καὶ ἀλλοι Μάρτυρες)

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴν Γαλατία καὶ ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀντωνίνου (138-160 μ.Χ.). Κατηγορήθηκαν στὸν ἡγεμόνα τῶν Ταβιανῶν Μάξιμο καὶ διώκονταν ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς. Ὅταν συνελήφθηκαν, ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τοὺς διέταξε νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα.
Οἱ Ἅγιοι ἀρνήθηκαν καὶ τότε ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Τοὺς καταξέσχισαν τὰ πλευρά, τοὺς κτύπησαν μὲ σιδερόσφαιρες τοὺς ἀστραγάλους καὶ κάρφωσαν τὰ πόδια τους σὲ ξύλα. Στὴν συνέχεια τοὺς ἔχυσαν στὰ αὐτιὰ καυτὸ λάδι, ἀλλὰ οἱ Μάρτυρες μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔμειναν ἀβλαβεῖς, οἱ δὲ δήμιοι ἀπὸ τὴν ζέστη διαλύθηκαν σὰν τὸ κερὶ καὶ ἀμέσως κάηκαν ὅλοι οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἡγεμόνος.
Μόλις ἄρχισε νὰ ξημερώνει Ἄγγελοι Κυρίου πῆραν τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες καὶ τοὺς μετέφεραν στὸ ναὸ τοῦ Δία, ὅπου οἱ Ἁγιοι κατέρριψαν τὸ χάλκινο εἴδωλο αὐτοῦ. Μόλις τὸ ἄγαλμα κατέπεσε, ἐξῆλθαν ἀπὸ αὐτὸ δαίμονες ποὺ κραύγαζαν ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς ἐκπληρώσεως τῆς προφητείας γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ Δία ἀπὸ τὸν στρατηλάτη Μελέτιο. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ βαπτισθεῖ Χριστιανὸς ὁ εὐγενὴς Σεραπίων, ποὺ ἔγινε Ἐπίσκοπος.
Οἱ Ἅγιοι Μελέτιος, Ἰωάννης καὶ Στέφανος ὁδηγήθηκαν καὶ πάλι μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε τοὺς κόμητες, τοὺς τριβούνους καὶ τοὺς πρίγκιπες Φῆστο, Φαῦστο, Μάρκελλο, Θεόδωρο, Μελετίωνα, Σέργιο, Μαρκελλίνο, Φίλικα, Φωτεινό, Θεοδωρίσκο, Μερκούριο καὶ Δίδυμο. Τότε ὁ ἡγεμόνας λέγει πρὸς αὐτούς: «Γιατὶ καταστρέψατε τὸ ναὸ τοῦ μεγάλου θεοῦ Δία;».
Αὐτοὶ δὲ ἀπάντησαν: «Ἐμεῖς δὲν εἴμασταν ἐκεῖ, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ καταφρόνησες, ὁ Μελέτιος, μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις συνέτριψε αὐτόν».
Καὶ ἀμέσως ἄρχισαν νὰ ἐλέγχουν τὸν ἡγεμόνα γιὰ τὴν ἄνοια καὶ τὴν ἀσέβεια αὐτοῦ. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς κτυπήσουν μὲ λωρίδες ἀπὸ μολύβι καὶ νὰ τοὺς βάλουν σὲ πυρακτωμένο καμίνι. Οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὴν φωτιὰ κρατώντας ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου καὶ ἔνιωθαν σὰν νὰ δροσίζονταν στὸν παράδεισο.
Οἱ εἰδωλολάτρες ἄρχισαν νὰ ρίχνουν νερό, γιὰ νὰ σβήσει ἡ φωτιὰ καὶ νὰ πνίξουν τοὺς Ἁγίους ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις. Ἀλλὰ οὔτε πάλι κατάφεραν τίποτε. Τότε τοὺς ὁδήγησαν στὸ ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ. Μόλις οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ καὶ προσευχήθηκαν, μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ ὁ ναὸς σείσθηκε καὶ τὸ ἄγαλμα τοῦ εἰδώλου συνετρίβη.
Τότε ἔνδυσαν τὸν Ἅγιο Μελέτιο μὲ θώρακα καὶ περικεφαλαία ποὺ ἔκαιγαν, ἀλλὰ τὸ σίδερο ἔγινε κρύο. Τὸ μαρτύριο συνεχίσθηκε. Ὁ ἡγεμόνας διέταξε  τότε νὰ φέρουν μπροστά του δύο παιδιά, ποὺ ὀνομάζονταν Χριστίνος καὶ Κυριάκος.
Τὰ ρώτησε λέγοντας: «Πεῖτε μας, παιδιά, ποιὸς Θεός εἶναι μεγαλύτερος, ὁ Δίας ἢ ὁ Χριστός;». Καὶ ἐκεῖνα ἀποκρίθηκαν: «Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὰ πάντα». Τότε τὰ κτύπησαν καὶ ἀκολούθως ἀπέκοψαν τὶς τίμιες κεφαλὲς αὐτῶν καὶ τοῦ διδασκάλου τους «ἐν τῷ ὄρει Μηνόει».
Ὁ Ἅγιος Σεραπίων ἐτελειώθη διὰ ξίφους καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ὄρος τῶν Καδακορέων.
Πάλι ὁ παράνομος ἡγεμόνας ἔδωσε στὸν Ἅγιο Μελέτιο νὰ πιεῖ δηλητήριο ποὺ ἦταν κατασκευασμένο ἀπὸ τὸν μάγο Καλλίνικο.
Μόλις ὁ μάγος Καλλίνικος εἶδε τὸ παράδοξο θαῦμα, πίστεψε στὸν Χριστό καὶ ἔλεγξε τὰ εἴδωλα ὡς δαιμόνια. Καὶ ἀμέσως παρακάλεσε τὸν Ἅγιο Μελέτιο νὰ τοῦ δώσει τὴν σφραγίδα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ γίνει Χριστιανός.
Ἔτσι μαρτύρησε καὶ ὁ Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος ἐνταφιάσθηκε μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Σεραπίωνα. Στὴν συνέχεια ὁ ἡγεμόνας ἔφερε στὸ βῆμα τὶς γυναῖκες τῶν Ἁγίων Φήστου, Φαύστου, μαρκελλίνου καὶ Αἰδεσίου, τὴ Σωσάννα, τὴ Μαρκιανή, τὴν Παλλαδία καὶ τὴ Γρηγορία, οἱ ὁποῖες, ἀφοῦ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό, μαρτύρησαν.
Ὁ ἡγεμόνας, τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ἀσέβεια, δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ τὴν ἀλήθεια. Ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κρεμάσουν τὸν Ἅγιο Μελέτιο σὲ ἕνα πεῦκο καὶ νὰ τοῦ καρφώνουν τὸ σῶμα μὲ πυρακτωμένα καρφιά. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε ὁ Καρτέριος ὁ χαλκέας μὲ τοὺς δώδεκα μαθητὲς αὐτοῦ. Μόλις ἄρχισαν νὰ καρφώνουν τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Μελετίου, τὰ πυρακτωμένα καρφιὰ συντρίβονταν καὶ ἔπεφταν κατὰ πρόσωπο ἐκείνων ποὺ τὰ κάρφωναν καὶ τοὺς τύφλωναν.
Ἔτσι ὁ Καρτέριος καὶ οἱ μαθητές του πίστεψαν στὸν Χριστό καὶ ἀπετμήθησαν τὶς τίμιες κεφαλὲς αὐτῶν στὸ ὄρος τῶν Καδακορέων.
Καὶ ἐνῶ ὁ Ἅγιος Μελέτιος ἦταν κρεμασμένος στὸ δένδρο, φωνὴ ακούσθηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό ποὺ ἔλεγε: «Ἔλα, ἀθλητά μου, Μελέτιε, ἀνάβαινε στὰ ταμεῖα τοῦ Παραδείσου καὶ στὸ χορὸ τῶν ἐκλεκτῶν μου Ἀγγέλων καὶ στὴ συνδρομὴ ὅλων τῶν Δικαίων μου.
Νὰ, ὅλοι οἱ Ἅγιοι στέκονται καὶ σὲ προσδοκοῦν, γιὰ νὰ σοῦ δώσουν τὰ βραβεῖα, διότι ἐσὺ ἐποίησες τὸ θέλημά μου ἐπὶ τῆς γῆς».
Τότε κατέβηκαν Ἄγγελοι ἀπὸ τὸν οὐρανό καὶ παρέλαβαν τὴν ψυχὴ τοῦ Ἁγίου Μελετίου καὶ τὴν ἀνέφεραν στὸν οὐρανὸ σὰν περιστερὰ λευκὴ ἀπαστράπτουσα. Ἄγγελος Κυρίου κατῆλθε καὶ πῆρε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Μελετίου καὶ τὸ ἔφερε στὸ ὄρος, ὅπου τελειώθηκε καὶ τὸ στράτευμα αὐτοῦ.





Ὁ Ἅγιος Ἐλπίδιος ὁ Ἐπίσκοπος

Ὁ Ἅγιος Ἐλπίδιος ἔζησε κατὰ τὸν 5ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἀμβέρσας, μεταξὺ Νεαπόλεως καὶ Καπούης τῆς Ἰταλίας.
Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.





Ὁ Ὅσιος Βικέντιος τῶν Λερίνων

Ὁ Ὅσιος Βικέντιος καταγόταν ἀπὸ εὐγενὴ οἰκογένεια τῆς Γαλλίας καὶ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὸν Θεό καὶ τὸ μοναχικὸ βίο. Ἐνῶ ἦταν στρατιωτικός, παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ νῆσο τῶν Λερίνων.
Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 445 μ.Χ.





Ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ἐξ Εὐρύχου Κύπρου

Δὲν εἶναι γνωστὸ πότε ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακός, ὁ ἀσκητὴς τῆς Εὐρύχου. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του εἶναι ὅτι ἀπὸ βρέφος «ἐγένου τοῦ Κυρίου ἐραστὴς». Ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ἀκολούθησε. Ἄφησε τὸν κόσμο καὶ ἔγινε πολιστὴς τῆς ἐρήμου καὶ ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας.
Στὸ ἀσκητήριό του τὸν ἐπισκέπτονταν πλήθη πιστῶν, γιὰ νὰ τὸν δοῦν, νὰ τὸν συμβουλευθοῦν καὶ νὰ λάβουν τῆν εὐχή του. Καὶ ὁ Ὅσιος τοὺς δεχόταν ὅλους μὲ ἀγάπη καὶ ὑπομονή. Τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε. Τοὺς συμβούλευε νὰ ἀφήσουν τὰ μίση καὶ τὶς κακίες μεταξύ τους καὶ νὰ μετανοήσουν.
Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. «Φέρων τὸν σταυρὸν ἐπ’ ὤμων σου… καὶ πάθη θανατώσας τὰ τοῦ σώματος συντόνοις ἀγρυπνίαις καὶ δεήσεσι χάριν ἀπείληφας, Ὅσιε, τοῦ θεραπεύειν νοσήματα», γράφει ὁ ὑμνογράφος. Καθημερινὰ στὸ κελλί του, μαζὶ μὲ τὴν διδασκαλία ποὺ προσέφερε, θεράπευε ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες.
Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακὸς ὡς ἄγγελος στὴν ψυχή καὶ Θαυματουργός, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.






Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Στυλίτης ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Νικήτας ἔζησε τὸν 12ο αἰώνα μ.Χ. στὴν πόλη Περεγιασλάβλ τῆς Ρωσίας. Ἐργαζόταν ὡς φοροεισπράκτορας τοῦ πρίγκιπα Ντολγκορούκιγ καὶ εἰσέπραττε ἀπὸ τοὺς φορολογούμενους τεράστια ποσά, ποὺ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν γιὰ τὴν οἰκοδόμηση τῆς πόλεως καὶ ἑνὸς ναοῦ. Πέρασαν ἔτσι πολλὰ χρόνια. Ἀλλὰ ὁ φιλεύσπλαχνος Θεός, ποὺ θέλει ὅλοι νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ μετάνοια καὶ νὰ σωθοῦν, δὲν ἐγκατέλειψε τὸν Νικήτα καὶ προετοίμασε τὴν ὁδὸ τῆς ἐπιστροφής του. Ὅταν μία ἡμέρα ὁ Νικήτας πῆγε στὴν ἐκκλησία, ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα: «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε, ἀφέλετε τὰς πονηρίας ἀπὸ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλὸν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καὶ δικαιώσατε χήραν». Ἡ κεκοιμημένη συνείδησή του ξύπνησε καὶ ὁδηγήθηκε σὲ μεταμέλεια. Ἔτρεξε ἀμέσως στὴ μονὴ τοῦ Περεγιασλάβλ – Ζαλέσκϊυ, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικήτα, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογήθηκε τὰ ἁμαρτήματά του.
Ὁ γέροντας πνευματικός, γιὰ νὰ διαπιστώσει τὴν εἰλικρίνεια τοῦ ἐξομολογουμένου, τοῦ ἔδωσε τὴν πρώτη ἐντολή : νὰ σταθεῖ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες στὶς πύλες τῆς μονῆς καὶ νὰ ὁμολογεῖ δημοσίως τὰ ἁμαρτήματά του. Μὲ βαθιὰ ταπείνωση ὁ Νικήτας ἔκανε ὑπακοή.
Ἔτσι μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἐκάρη μοναχός καὶ ἄρχισε τὴν σκληρὴ πνευματικὴ ζωή καὶ τὴν ἄσκηση. Ἔσκαψε ἕνα κοίλωμα καὶ ἐκεῖ τοποθέτησε ἕνα βράχο ἐπάνω στὸν ὁποῖο κάθησε φορώντας βαριὲς ἁλυσίδες, ὡς νέος Στυλίτης.
Ὅμως μία νύχτα τοῦ 1196, ποὺ ὁ Ἅγιος προσευχόταν καὶ οἱ ἁλυσίδες του ἔλαμπαν σὰν ἀσήμι, ληστὲς τὸν φόνευσαν καὶ ἔκλεψαν τὶς σιδερένιες ἁλυσίδες ποὺ νόμιζαν ὅτι ἦσαν πολύτιμες. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν καὶ κατάλαβαν ὅτι οἱ ἁλυσίδες ἦταν κατασκευασμένες ἀπὸ σίδερο, τὶς πέταξαν στὸν ποταμὸ Βόλγα.
Ὁ Θεὸς ὅμως θέλησε νὰ τιμήσει καὶ αὐτὰ τὰ ὁρατὰ σημεῖα τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς ἀσκήσεως τοῦ Ὁσιομάρτυρα Νικήτα. Μία νύχτα, ὁ εὐλαβὴς ἡλικιωμένος μοναχὸς Συμεών, ποὺ ἀσκήτευε στὴ μονὴ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου τοῦ Γιαροσλάβλ, εἶδε ἐπάνω ἀπὸ τὸν ποταμὸ τρεῖς φωτεινὲς ἀκτίνες. Ἀμέσως οἱ Πατέρες τῆς μονῆς ἔτρεξαν, γιὰ νὰ δοῦν τὶ συμβαίνει. Μὲ δέος εἶδαν τὶς ἁλυσίδες τοῦ Ὁσίου Νικήτα νὰ ἐπιπλέουν. Μὲ εὐλάβεια τὶς πῆραν καὶ τὶς μετέφεραν στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου.
Ὅταν, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1420 – 1425, ἄνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, βρῆκαν τὸ ἱερὸ λείψανό του ἄφθαρτο.




Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, κατὰ κόσμον Γαβριήλ, ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Νόβγκοροντ Ἰωάννη (1165-1185), τὸν ὁποῖο βοήθησε στὴν ἀνοικοδόμηση τῆς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὴ νῆσο Μιγιασίνο. Ἐκεῖ ὁ Γαβριὴλ ἐκάρη μοναχός, λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Γρηγόριος. Τὸ 1187 ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Νόβγκοροντ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1193.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, τὴν μνήμη του στὶς 10 Φεβρουαρίου, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἱερᾶς συνάξεως πάντων τῶν ἐν Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας Ἅγίων Ἱεραρχῶν.




Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κάρραις τῆς Συρίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

synaxarion.gr

1 σχόλιο:

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου