Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Ὁ γέροντας Γεώργιος Λαζάρ. Μέρος Δ'



 Ὁ γέροντας Γεώργιος Λαζάρ (1846-1916)
 Ἁγιασμένες μορφές τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμάνικης Ἐκκλησίας
Μέρος Δ'

π.Ἰωαννίκιος Μπάλαν

Μετά ἀπό τρία χρόνια σκληρᾶς ἀσκήσεως στίς πνευματικές σχολές, στά μοναστήρια καί τίς ἐρήμους τῶν Ἱεροσολύμων καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ Γέρο-Γεώργιος ἐπέστρεψε πάλι στό χωριό του, τό Σουγκάγκ. Ξυπόλυτος μέ τά πόδια του σκασμένα καί πληγωμένα ἀπό τίς πέτρες, ξεσκούφωτος, ἡλιοκαμμένος καί παγωμένος, μέ τό ἴδιο γελέκο κουρελιασμένο, μέ τό Ψαλτήρι στήν μασχάλη καί τό ραβδί του στό χέρι ἔμπαινε στό χωριό. Εἶχε ἀναχωρήσει σάν προσκυνητής μαζί  μέ πολλούς ἄλλους χριστιανούς καί ἐπέστρεφε τώρα μόνος του φορτωμένος μέ χαρίσματα, σάν ἕνας  μεγάλος ὅσιος.
Ἕνας ἀπό τούς γέροντες τοῦ χωριοῦ μᾶς διηγήθηκε "Ἦτο ἐξάδελφος μέ τόν πατέρα μου. Ὅταν μπῆκε στό χωριό μας, συναντήθηκε μέ κάποιον γνωστό του καί τοῦ εἶπε                     
-Μή τρομάξης πού μέ βλέπεις ἔτσι. Ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε τήν χάρι Του καί μπορῶ νά περπατῶ ξυπόλυτος μέσα στόν χειμῶνα.
-Γέρο-Γεώργιε, νά σοῦ ἀγοράσουμε ἐμεῖς τσαρούχια.
-Ἄφησε, ἀγαπητέ μου, διότι τά πόδια μου εἶναι πιό ζεστά ἀπό τά δικά σας…
Ὅταν ἔφθασε στό σπίτι του, ἡ γυναῖκα του εἶχε πάει νά σπείρη καλαμπόκι καί τά παιδιά ἀπουσίαζαν κι αὐτά. Μόνο ἡ μικρή κόρη του, ἡ Μαρία ἦτο ἐκεῖ. Ὅταν τόν εἶδε, ἐνόμισε ὅτι ἦτο ἕνας ζητιᾶνος καί κρύφθηκε ἀπό τόν φόβο της.
--Ἄνοιξε, ἀγαπητό μου παιδί, τῆς εἶπε ἐκεῖνος, διότι κι ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος δικός σας.
-Ἀλλά ἡ κορούλα ἔτρεξε πρός τήν μητέρα της καί τῆς εἶπε κλαίγοντας 
-Μαμά, μπῆκε ἕνας ζητιᾶνος στό σπίτι μας!

Ἀλλ᾿ ὅμως δέν ἔμεινε στό σπίτι του ὁ Γέρο-Γεώργιος, παρά μόνο ἕνα μῆνα. Ἡ ψυχή του εἶχε πληγωθῆ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί δέν ἠμποροῦσε νά ζήση πνευματικά στόν τόπο του. Τότε μερικοί τόν ἐρώτησαν ποῦ ἦτο, ἄλλοι γιατί γυρίζει ξυπόλυτος, ἄλλοι γιατί δέν τρώγει, ἐνῶ οἱ γείτονές του, μόλις ἔμαθαν ὅτι εἶχε ἔλθει στό σπίτι του ξεσχισμένος καί ξυπόλυτος, ἦλθαν νά τόν καλωσορίσουν καί τοῦ ἔφεραν ροῦχα λέγοντάς του                 
-Γέρο-Γεώργιε, ἦλθες πτωχός, γυμνός καί ξυπόλυτος, ὁρῖστε ἀπό ἐμᾶς ροῦχα, φόρεσέ τα γιά νά μή ἀρρωστήσης.
-Σᾶς εὐχαριστῶ ἀγαπητοί μου-διότι ἔτσι συνήθιζε νά ὁμιλῆ πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους-ὅμως δέν ἔχω ἀνάγκη ἀπό τίποτε. Ὁ Θεός νά εὐλογήση τήν ἀγάπη σας, δώστε τα σέ ἄλλους φτωχότερους. Καί δέν ἔλαβε γιά τόν ἑαυτό του τίποτε ἀπ᾿αὐτά.
Κατόπιν εἶπε στήν σύζυγό του                  
-Γυναῖκα Πελαγία, ἐγώ δέν ἠμπορῶ νά ζήσω πλέον στό Σουγκάγκ καί πηγαίνω νά ζήσω ἀνάμεσα στούς ξένους καί νά ὑπηρετῶ τόν Θεό. Ἐσύ μεῖνε στό σπίτι μέ τά παιδιά. Θά ἔχης μεγάλο μισθό στούς οὐρανούς ἀπό τόν Θεό. Ἔχουμε ἕνα χρέος νά πληρώσουμε. Ἀλλά πρῶτα νά ἐξοφλήσουμε ἕνα χρέος πού ἔχουμε ἀπέναντι στόν Χριστό καί κατόπιν θά τό ξεπληρώσουμε κι αὐτό.
Στήν ἀνάγκη πούλησε ἕνα μέρος ἀπό τά βόδια καί τά χωράφια μας καί δῶσε γιά τό χρέος μας. Ὁμοίως καί ἐγώ ὅ,τι συγκεντρώσω ἀπό τά χέρια τῶν ἀνθρώπων, θά σοῦ τά στείλω γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τό χρέος μας.
-Πήγαινε, Γεώργιε, τοῦ εἶπε ἡ γυναῖκα του, στόν δρόμο πού σέ καλεῖ ὁ Θεός. Κράτησε τόν δρόμο πού ἐπῆρες καί νά ἔρχεσαι στό σπίτι μας, ὅταν σοῦ εἶναι εὔκολο.
 Ὁ Τίμιος Σταυρός νά σέ βοηθήση. Προσευχήσου γιά μένα καί τά παιδιά μας...
Ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα ὁ Γέρο-Γεώργιος ἔγινε ἕνας ἀληθινός προσκυνητής τῆς πατρίδος μας. Διότι δέν στεκόταν σ᾿ ἕνα ὡρισμένο τόπο. Ὁπουδήποτε βρισκόταν καί ἄκουγε γιά κάποιο ἄλλο μοναστήρι ἤ σκήτη, μετέβαινε ἐκεῖ μέ τά πόδια μετά ἀπό λίγες ἡμέρες.
Προσευχόταν στίς ἅγιες ἐκκλησίες καί ἐνίοτε στεκόταν ὁλόκληρες νύκτες προσευχόμενος.
Ὁπουδήποτε ἄκουγε γιά κάποιον εὐλαβῆ ἱερέα, ἐνάρετο μοναχό ἤ ξακουστό Πνευματικό, ἐπήγαινε σ᾿αὐτόν καί ζητοῦσε τήν εὐλογία του. Ἀπό κανέναν δέν ζητοῦσε τίποτε, οὔτε ροῦχα, οὔτε ἀνάπαυσι, οὔτε φαγητό, διότι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἦτο πάντοτε μαζί του καί τόν ἐφρόντιζε γιά κάθε ἀνάγκη του. Τήν Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή οὐδέποτε ἔτρωγε κάτι, παρά μόνο τήν ἑπόμενη ἡμέρα.
 Ἐνῶ, ἐάν ἦτο Δεσποτική ἑορτή, ἔτρωγε κάτι τό βράδυ.
Τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες ἔτρωγε μόνο μία φορά τήν ἡμέρα καί μόνο λαχανικά, τυρί καί γάλα. Κρασί  ἔπινε μόνο τίς Κυριακές. Ὅσον ἀφορᾶ τόν ὕπνο, ἐκοιμᾶτο τό πολύ 3 ὥρες. Τό καλοκαίρι κοιμόταν στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ πού εὑρισκόταν. Τόν χειμῶνα κοιμόταν στό σπίτι κάποιου ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ἐπάνω σέ κάποιο τραπέζι ἤ μέσα στόν φοῦρνο.
Ὅλη ἡ περιουσία του ἦτο ὅ,τι εἶχε ἐπάνω του τό γελέκο, τό Ψαλτήρι, τήν μαγκούρα καί τόν σταυρό στόν λαιμό του. Ἐπί 40 χρόνια ἦτο ἕνας ἀκούραστος ὁδοιπόρος τοῦ Θεοῦ, πού περπατοῦσε ἀπό χωριό σέ χωριό, ἀπό ἐκκλησία σέ ἐκκλησία καί ἀπό μοναστήρι σέ μοναστήρι. Περπατοῦσε ἀπαγγέλλοντας ἀπό στήθους τό Ψαλτήρι, τό ὁποῖο ἐγνώριζε ἀπό τήν νεότητά του.
 'Εγνώριζε ὅτι ὁ διάβολος φοβᾶται τήν ἀνάγνωσι καί ψαλμωδία τοῦ Ψαλτηρίου. Γι᾿αὐτό τό ἔφερε πάντοτε μαζί του. Οὐδέποτε περπατοῦσε βιαστικά, οὔτε δυσαρεστοῦσε κανέναν, ὅ,τι δήποτε καί νά τοῦ ἔκαναν. Οὐδέποτε ἦτο λυπημένος ἤ ἄξιος καταφρονήσεως στό πρόσωπό του, στό ὁποῖο διαχεόταν μία θεία πραότητα. Καί μέχρι τόν θάνατό του δέν προσβλήθηκε ἀπό καμμιά ἀρρώστεια.
Ἦτο κοντός στό ἀνάστημα, χαρούμενος στό πρόσωπο, μέ μάτια γαλανά, μέ ροῦχα ξεσχισμένα, ἀλλά ἀρκετά καθαρά, ζωσμένος μέ ἕνα δερμάτινο λουρί, στό στῆθος πάντοτε ξεκούμπωτος, ὅπου φαινόταν ἕνας μεγάλος καί βαρύς σταυρός πού κρεμόταν ἀπό τόν λαιμό του.
Τήν ἀσκητική του αὐτή τάξι τήν ἐκράτησε ἀναλλοίωτη 40 χρόνια διατηρῶντας πάντοτε τήν ἴδια γαλήνη καί χαρά στήν καρδιά καί στό πρόσωπό του. Ὁ νοῦς του πάντοτε ἦτο στόν Θεό καί οὐδέποτε στήν γῆ. Δέν ἐρωτοῦσε κανέναν γιά κάποιο ἐπίγειο γεγονός.
 Δέν τόν ἐνδιέφερε ποιός κυβερνᾶ τόν κόσμο, τήν πατρίδα ἤ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ζοῦσε ἔξω ἀπό τίς ἐπίγειες φροντίδες, ἀνώτερος ἀπό τίς χαρές, τούς πειρασμούς καί τά τραγούδια τῶν ἀνθρώπων αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι᾿αὐτό ἦτο πάντοτε μιά ζωντανή εἰκόνα εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ τοῦ ὀρθοδόξου ρουμανικοῦ λαοῦ μας.
Στό χωριό του ἐπήγαινε κατά ἀραιά διαστήματα, ἀλλά δέν ἐπήγαινε στό σπίτι του. Ἔμενε σ᾿ἕνα ὑπόστεγο πλησίον τῆς κεντρικῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ του καί ἐκεῖ τόν ἔβλεπε ὅποιος ἤθελε ἀπό τούς συγγενεῖς του. Συνήθως στό χωριό του ἔμενε περί τίς δύο ἑβδομάδες.
 Κάποιο καλοκαίρι εἶχε πάει στό χωριό του καί ἐπεθύμησε νά ἐπισκεφθῆ τό σπίτι του. Δέν ἐπῆγε, ἀλλά ἔκανε ὅ,τι ἔκανε καί ὁ ἀββᾶς Ποιμήν τοῦ Γεροντικοῦ. Ξεκίνησε μία νύκτα πρός τό σπίτι του, χωρίς νά τόν ἰδῆ κανείς. Ἀνέβηκε τήν πλαγιά τοῦ λόφου, περίπου 500 μέτρα μακριά ἀπό τό σπίτι του, ἀπό ὅπου ἠμποροῦσε νά τό ἀντικρύση.
Τό ἐκύτταξε ἀρκετή ὥρα. Κατόπιν ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καί κατέβηκε πάλι στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, δοξάζοντας τόν Θεό.
Σ᾿ αὐτή τήν ὑψηλή βαθμίδα πνευματικῆς ζωῆς εἶχε φθάσει ὁ παμμακάριστος Γέρο-Γεώργιος, μετά ἀπό τρία χρόνια ἀσκήσεως στά Ἱεροσόλυμα καί στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ὡρίμασε πνευματικά. Ἐκεῖ στήν πλάκα τοῦ Παναγίου Τάφου δυνάμωσε περισσότερο ἡ πίστις του καί ἄναψε στήν καρδιά του ἡ θεία φλόγα τῆς ἀγάπης του γιά τόν Κύριο. Τά Ἱεροσόλυμα καί τό Ἅγιον Ὄρος ἦσαν τά πνευματικά σχολεῖα τῆς ὑψηλῆς ἀσκήσεως γιά τόν Γέρο-Γεώργιο.
Μετά τό ἔτος 1890 ὁ Γέρο Γεώργιος εἶχε γίνει πιά γνωστός ἀπό πολλούς Χριστιανούς, ἰδίως ἀπό τήν Τρανσυλβανία. Ἄρχισαν νά τόν ἀκολουθοῦν καί μερικοί νεαροί πού ζητοῦσαν νά μιμηθοῦν τήν ζωή του. 
Μερικοί  ἀπ' αὐτούς προώδευσαν πολύ στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Ἄλλοι ἐστάλησαν ἀπό τόν Γέρο-Γεώργιο στά μοναστήρια τῆς Παλαιστίνης καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μερικούς ἔστειλε στό μοναστήρι Νεάμτς. Μεταξύ αὐτῶν μνημονεύουμε τούς κατά σάρκα ἀδελφούς Βενιαμίν, Παμβώ καί Δαμασκηνό, καθώς καί τούς ἀδελφούς Ἰωάννη καί Χαράλαμπο Παβαλούκα, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μοναχοί στό Νεάμτς μέ τά ὀνόματα Κύριλλος καί Ἀθανάσιος καί ἔφεραν ὡς εὐλογία γιά τό μοναστήρι 350 πρόβατα.
Πρός τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος ταξιδεύοντας στό Ζαρνέστ, ὁ Γέρο-Γεώργιος συνάντησε ἕνα νέο χριστιανό, ὀνόματι Ἰωάννη Μορόϊ καί τοῦ εἶπε
-Εὑρῆκα τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, εὑρῆκα τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ!
Αὐτός πράγματι προέβλεπε μέ τήν φώτισι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ποιός θά γίνη ἀργότερα αὐτός ὁ νέος. Ἀργότερα, μέ τήν συμβουλή του, ὁ νέος αὐτός ἐπῆγε στήν σκήτη Πέστερα τῆς Ἰαλομιτσιοάρας, μέ σκοπό νά γίνη μοναχός. "'Εάν ὑπομείνης ἐδῶ στήν ἔρημο ἕνα χρόνο, τοῦ εἶπε ὁ Γέρο-Γεώργιος, θά γίνης ἕνας ἐνάρετος μοναχός". Ἀλλά μετά ἀπό μερικούς μῆνες, ἐξαπατήθηκε ἀπό τόν διάβολο ὁ ἀδελφός καί ἐπέστρεψε στό σπίτι του. Ἀργότερα ὁ Γέρο-Γεώργιος τόν ἐπῆρε μαζί του στά Ἱεροσόλυμα.
Αὐτό συνέβη τό ἔτος 1899. Τόν ἔφερε στόν ἐρημίτη τῆς σπηλιᾶς τοῦ ἁγίου Ξενοφῶντος. Ὁ ἐρημίτης, χωρίς νά τόν γνωρίζη, τοῦ εἶπε   "'Αδελφέ Ἰωάννη, πῶς ἐγνώρισες αὐτόν τόν θαυμαστό ἄνθρωπο; (δηλαδή τόν Γέρο-Γεώργιο). Αὐτός εἶναι ἀνώτερος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς...Νά ἀκοῦς τίς συμβουλές του καί δέν θά σφάλλης, διότι ἔχει τήν Χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ἀργότερα ὁ ἀδελφός Ἰωάννης ἐρώτησε τόν Γέρο-Γεώργιο   
-Γέρο-Γεώργιε, θέλω νά γίνω μοναχός. Σέ ποιό μοναστήρι μέ συμβουλεύεις νά πάω; Ἐδῶ στήν Παλαιστίνη ἤ στήν πατρίδα μας;
-Ἀδελφέ Ἰωάννη, ξέρεις ποῦ πρέπει νά πᾶς γιά νά σωθῆς; Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν πολλοί πειρασμοί!
Κατόπιν ἐπρότεινε σ᾿ ἕνα ἀρχιμανδρίτη ἀπό τά Ἱεροσόλυμα νά τόν διαβάση ρασοφόρο μοναχό, ἐνῶ στό Ἅγιον Ὄρος ἐμίλησε σέ κάποιον ἡγούμενο καί τόν ἐκούρευσε κανονικό μοναχό. Μετά ἀπό μερικά χρόνια ὁ μοναχός αὐτός ἐπέστρεψε στήν πατρίδα καί ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς Μονῆς Συχαστρία. Ὁ λόγος εἶναι γιά τόν φημισμένο ἡγούμενο ἀρχιμ.Ἰωαννίκιο Μορόϊ.
Κάποιο χειμῶνα ὁ Γέρο-Γεώργιος ἐπῆγε στήν σκήτη Πέστερα τῆς Ἰαλομιτσιοάρας ξυπόλυτος, διότι ἀγαποῦσε αὐτό τόν τόπο καί ἐπήγαινε συχνά. Οἱ γέροντες τῆς Σκήτης ἐδιηγοῦντο ὅτι εἰσῆλθε στήν ἐκκλησία μέ τά πόδια του κατακόκκινα ἀπό τήν παγωνιά. Εἶδε ὅτι δέν εἶχαν σόμπα  καί τούς ἐρώτησε   
-Πῶς στέκεσθε στήν ἐκκλησία χωρίς σόμπα; Θά πεθάνετε ἀπό τό κρῦο ἐδῶ.
--Δέν ἔχουμε χρήματα νά ἀγοράσουμε σόμπα, τοῦ ἀπήντησαν οἱ πατέρες, οἱ ὁποῖοι ἀποροῦσαν, πού αὐτός περπατοῦσε ξυπόλυτος καί ξεσκούφωτος καί τούς συμπονοῦσε. Κατόπιν ὁ Γέρο Γεώργιος ἐμάζευσε μερικούς Χριστιανούς, τούς ἐπρότεινε νά δώσουν χρήματα καί ἔτσι ἀγόρασε τήν σόμπα, χτισμένη ἐσωτερικά μέ πηλό, ἡ ὁποία εὑρίσκεται μέχρι σήμερα στήν ἐκκλησία.
Γιά τήν μεγάλη του ἄσκησι καί ταπείνωσι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα τῆς προοράσεως καί τῆς γνώσεως τῶν ἀποκρύφων μυστηρίων καί κακιῶν τῶν ἀνθρώπων.
Κάποιο καλοκαίρι, εὑρισκόμενος γιά προσευχή τήν νύκτα μέσα στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, εἶδε νά ἔρχεται ἕνας διάβολος καί νά τοῦ λέγη μέ ὀργή  
-Τί κάνεις ἐδῶ, Γέρο-Γεώργιε;
-Προσεύχομαι στόν Θεό, τοῦ ἀπήντησε ὁ Γέροντας ἀτάραχος.
-Καλά κάνεις..., τοῦ εἶπε ὁ ἐχθρός καί ἐξαφανίσθηκε.
Ἄλλοτε ἔλεγε ὁ Γέροντας στούς πλησιεστέρους ἀδελφούς του     
-Κάποια Κυριακή, ὅταν ἐπέστρεφα ἀπό τήν ἐκκλησία, εἶδα  στήν ταβέρνα τοῦ χωριοῦ μου Σουγκάγκ πολλούς χωρικούς νά πίνουν καί ἀνάμεσά τους πολλούς διαβόλους, τόσους πολλούς πού δέν εἶχα ἰδεῖ ἄλλη φορά σέ ἄλλο μέρος.
Ἄλλη φορά ἔλεγε σέ φίλους καί συγχωριανούς του             
-Περισσότερο μισθό θά ἔχη ἀπό τόν Θεό ἡ γυναῖκα μου ἀπό μένα. Διότι αὐτή ὑπέμεινε περισότερες στενοχώριες μέ τά παιδιά. Ἐνῶ ἐγώ ἔφυγα ἀπό τό σπίτι καί εἶχα μόνο τήν φροντίδα τῆς ψυχῆς μου.
Πράγματι, ἡ ἄξια σύζυγός του παρέμεινε μόνη της μέ 4 παιδιά, πού ἐπήγαιναν τότε στό σχολεῖο καί μ᾿ ἕνα μεγάλο χρέος στήν τράπεζα. Μέ δυσκολία ἀντιμετώπιζε τίς ἀπαιτήσεις τους. Κατόπιν ἀναγκάσθηκε νά πουλήση τό σπίτι καί μερικά χωράφια τους γιά νά ἐξοφλήση τό χρέος. Καί κατόπιν ἔμενε σέ μιά συγγενῆ της μέ τά παιδιά της. Ἀργότερα, ὅταν ἐξώφλησε τό χρέος, ἀγόρασε πάλι σπίτι καί χωράφια.

Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια
Ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἁγίου Ὅρους Ἄθω
2002

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

Γιά νά διαβάσετε τα ὑπόλοιπα μέρη πατήστε  Γέροντας Γεώργιος Λαζάρ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου