Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ὁ Ἀθηναγόρειος θρύλος Τεσσαράκοντα ἔτη μετά τήν κοίμησιν μιᾶς ἀξιοθρηνήτου προσωπικότητος. Ἀρχιμ. Παύλου Δημητρακοπούλου


Ὁ Ἀθηναγόρειος θρύλος Τεσσαράκοντα ἔτη μετά τήν κοίμησιν μιᾶς ἀξιοθρηνήτου προσωπικότητος

Ἀρχιμανδρίτου Παύλου Δημητρακοπούλου,   Πρ. Ἱεροῦ Ναοῦ Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Πειραιῶς

Συμπληρώνονται ἐφέτος 40 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Ἀθηναγόρου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔδωσε τὴν ἀφορμή, νὰ διατυπωθοῦν καὶ νὰ γραφοῦν καὶ πάλι πολλὰ ἐγκωμιαστικὰ σχόλια σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν πατριαρχεία του, ἀπὸ διάφορα πρόσωπα, κυρίως προερχόμενα ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Καὶ τοῦτο βέβαια ἦταν φυσικὸ καὶ ἑπόμενο, ἀφοῦ ὁ ἐκλιπὼν Πατριάρχης ὑπῆρξε κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν ὡς τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο, ποὺ κατʼ ἐξοχὴν προώθησε τὴν φοβερὴ αὐτὴ αἵρεση μέσα στὰ σπλάγχνα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἰδιαιτέρως ὑπογραμμίστηκε ἀπὸ τοὺς ὑμνητές του ἡ ὑπʼ αὐτοῦ προβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Οἰκουμενι- κοῦ Πατριαρχείου σὲ παγκόσμια κλίμακα, οἱ διπλωματικές του ἱκανότητες, ἡ παγκόσμια πολιτικὴ καὶ κοινωνική του καταξίωση, ἡ διεθνὴς ἀκτινοβολία καὶ ἀναγνώρισή του καὶ ἄλλα παρόμοια.

Ἤδη ἀμέσως μετὰ τὴν κοίμησή του τὸ ἐπίσημο δελτίο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος «Ἐκκλησία» ἔγραφε: «Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, θὰ γραφῆ εἰς τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας ὡς Μέγας… μετὰ τὴν αἰφνιδίως καὶ πανταχόθεν ἐκ πάντων τῶν σημείων τῆςΟἰκουμένης διασαλπισθεῖσαν καὶ ὡς φωνὴν ὑδάτων πολλῶν καὶ πλῆθος βροντῶν ἐκσπάσασαν περὶ αὐτοῦ συνείδησιν καὶ μαρτυρίαν, ἥτις κυριολεκτικῶς κατεβρὸντησε καὶ αὐτοὺς τοὺς καλῇ ἢ κακῇ τῇ πίστει ἐπικριτάς του»1.

Ὁ τότε Πάπας τῆς Ρώμης Παῦλος ὁ ΣΤ΄, ἐπιστήθιος καὶ ἀγαπητὸς φίλος τοῦ κοιμηθέντος Πατριάρχου, ἐχαρακτήρισε αὐτὸν ὡς «μέγαν ἄνδρα μιᾶς ἐκκλησίας σεβασμίας, ἀλλʼ ὄχι ἀκόμη τελείως ἡνωμένης μετὰ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν.
Τὸν συνιστῶμεν, διότι ὑπῆρξε σταθερὸς ὀπαδὸς καὶ ἀπόστολος τῆς ἐπανενώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, καθὼς καὶ μετὰ τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ χριστιανικῶν κοινοτήτων, αἵτινες δὲν ἐνεσωματώθησαν ἀκόμη εἰς τὴν μοναδικὴν κοινωνίαν τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ»2.
Τὸ παραλήρημα τοῦ λιβανωτοῦ τῶν ἐγκωμίων ἔφθασε στὸ ἀποκορύφωμά του, ὅταν κάποιοι οἰκουμενιστικοὶ κύκλοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεχείρησαν, νὰ συντάξουν προσευχὴ πρὸς αὐτὸν (ἀνάλογη μὲ τὰ τροπάρια, ποὺ τολμοῦν νὰ συντάξουν κάποιοι ἄφρονες οἰκουμενιστὲς τῆς ἐποχῆς μας καὶ μάλιστα δυστυχῶς καὶ ἁγιορεῖτες (!) ἀπʼ ὅτι πληροφορούμεθα, πρὸς τὸν νῦν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην κ. Βαρθολομαῖον), ἡ ὁποία κατέληγε ὡς ἑξῆς: «Μὴ κατολιγωρήσης ἡμῶν, ἀλλʼ ἐπίβλεψον λαμπρῷ καὶ ἱλέῳ ὄμματι, ὡς ἐν ζωῇ ὧν ἔπραττες, καὶ κράτυνον τὸ τῆς Ὀρθοδοξίας ποίμνιον, χειραγωγῶν αὐτὸ πρὸς τὸ καλόν τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὑποδεικνύων αὐτῷ τὴν εὐθεῖαν ὁδόν, τὴν φέρουσαν ἀπλανῶς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τέλος ποδηγετῶν τὸν Σεπτόν Σου διάδοχον πρῶτον ἵνα τέμνη τὸν Λόγον τῆς Ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου ὀρθῶς καὶ δικαίως πᾶσι τοῖς ἐκζητοῦσι τὸν Κύριον.

Τέλος χορήγησον πνεῦμα εὐθὲς καὶ δίκαιον πᾶσι τοῖς Ἡγουμένοις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν»3. ΜΕ ἐπαινετικοὺς καὶ ἐγκωμιαστικοὺς λόγους ἀναφέρθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ ἐκλιπόντος Πατριάρχου, ὁ νῦν Οἰ κουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, ἐπʼ εὐκαιρίᾳ τῆς συμπληρώσεως 40 ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεώς του κατὰ τὴν διάρκεια μνημοσύνου ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του.
Σύμφωνα μὲ πρόσφατη εἰδησεογραφία ἀπὸ τὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο»: «Τὸ ἐγκώμιο τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου ἔπλεξε ὁ νῦν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος κατὰ τὴν διάρκεια ἱεροῦ Μνημοσύνου ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἐκδημίαν του πρὸς Κύριον.
Τὸ ἐγκώμιο τὸ ἔπλεξε, διότι προέβη στὴν ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων καὶ προσπάθησε, παραθεωρῶν τὰ δόγματα, τὴν καταλλαγὴ καὶ τὴν Ἕνωση μετὰ τῶν Παπικῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης χαρακτηρίζει “Ἐκκλησίαν”, ὅταν καὶ ὁ τελευταῖος Ὀρθόδοξος πιστὸς γνωρίζει, ὅτι ὁ Παπισμὸς οὐδεμία σχέση ἔχει μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Ἐν συνεχείᾳ ἀνεφέρθη ἀορίστως στὶς προσπάθειες, τὶς ὁποῖες κατέβαλεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης γιὰ τὴν Ἕνωση καὶ οἱ ὁποῖες ἔχουν συναντήσει τὴν δυναμικὴ ἀντίδραση ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, Μητροπολιτῶν, Καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, ἐν τίμων Κληρικῶν καὶ προσωπικοτήτων ἀπὸ τὸ 1965 ἕως σήμερον.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀνεφέρθη καὶ στὸ ἔργο τοῦ ἀοιδίμου Ἀθηναγόρου γιὰ τὸ ποίμνιό του στὴν Τουρκία»4.
Κατὰ τὸν κ. Βαρθολομαῖο ὁ ἐκδημήσας Πατριάρχης εἶναι ἐπαινετός, ὄχι μόνον διότι ἦρε τὰ ἀναθέματα παρανόμως καὶ ἀντικανονικῶς, ἀλλὰ καὶ διότι παραθεώρησε τὰ δόγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα, ὅπως γνωρίζουμε, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας πολλοὺς ἀγῶνες ἔκαμαν, γιὰ νὰ τὰ διαφυλάξουν ἀκέραια καὶ ἀνόθευτα ἀπὸ κάθε αἵρεση καὶ πλάνη.
Ὁ Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Graz κ. Γρηγόριος Λαρεντζάκης, σὲ πρὸσφατο ἄρθρο του (24.9. 2012) στὴν ἱστοσελίδα amen.gr, φέρνει ξανὰ στὴν μνήμη του «τὸν μεγάλο ἐκεῖνο ἡγέτη, τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα σχετικὰ μὲ ἕνα σημαντικὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἦταν πιστὸς τηρητὴς τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας καὶ παραδόσεως…», ἐκφράζει δὲ τὴν πεποίθηση ὅτι «ἡ ἱστορία τὸν ἔχει καταγράψει μέγα καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εὐγνώμων».
Ὡστόσο τὰ κριτήρια τῆς μεγαλωσύνης μέσα στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι τελείως διαφορετικὰ καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὰ κοσμικὰ κριτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα συνήθως κρίνουν καὶ ἀξιολογοῦν τὰ πρόσωπα κοσμικοὶ ἄνθρωποι, ἄμοιροι ἐκκλησιαστικῆς παιδείας καὶ ἤθους, μὲ τὰ ὁποῖα προφανῶς ἐκρίθηκε καὶ ἀξιολογήθηκε ὁ ἐκλιπὼν Πατριάρχης.
Τὸν χαρακτηρισμὸ «Μέγας» ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία σὲ ὁρισμένους ἁγίους (Μέγας Ἀθανάσιος, Μέγας Ἀντώνιος κ.λπ.), ὄχι ἁπλῶς μόνον διότι ἀνέβηκαν τὴν κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ ἔφθασαν στὴν θέωση, ὅπως βέβαια ὅλοι οἱ ἅγιοι, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον γιὰ μιὰ ἰδιαίτερη προσφορὰ καὶ διακονία τους μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, γιὰ παράδειγμα, χαρακτηρίστηκε «Μέγας» καὶ «Στῦλος Ὀρθοδοξίας», σύμφωνα μὲ τὸ ἀπολυτίκιό του «Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας…», κυρίως γιὰ τοὺς μεγάλους ἀγῶνες του ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Εἶναι μεγάλο ἐκκλησιολογικὸ λάθος, προδίδει δὲ πολλὴ προχειρότητα καὶ ἐπιπολαιότητα, νὰ σπεύδουν οἱ συντάκτες ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ περιοδικοῦ (καὶ μάλιστα τοῦ ἐπισήμου δελτίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), νὰ ἀποδώσουν ἕνα τέτοιο χαρακτηρισμό, τὸν ὁποῖον μόνον ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἡ καθολικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, μπορεῖ νὰ ἀποδώσει ἀλάνθαστα, βασιζομένη στὴν ἄνωθεν μαρτυρία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, στὴν μαρτυρία δηλαδή, ποὺ δίδει ὁ Θεὸς γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτό, μὲ θαύματα, ποὺ ἐνεργεῖ διὰ μέσου αὐτοῦ, εἴτε ἐν ζωῇ εἴτε μετὰ θάνατον (διὰ τοῦ ἁγίου λειψάνου του).
Εἶναι δὲ ἀκόμη πιὸ λυπηρὸ καὶ τραγικό, τὸ νὰ ἐπιχειρεῖται ἡ ἐξύψωση μέχρι τῶν οὐρανῶν καὶ ἡ σχεδὸν ἁγιοποίηση ἑνὸς προσώπου (μὲ ὕμνους καὶ προσευχές), γιὰ τὸ ὁποῖο πολλὲς ἀποδοκιμασίες ἐκφράστηκαν τόσον ἀπὸ τὴν τότε Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ ἀπὸ πνευματικὰ ἀναστήματα ἐγνωσμένης ἁγιότητος, ὅπως ὁ Γέροντας Παΐσιος κ.ἄ., στὰ ὁποῖα θὰ ἀναφερθοῦμε εὐθὺς ἀμέσως.

Ὅσο δὲ γιὰ τὰ ἐγκώμια τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ Στ΄, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπαναλάβουμε μὲ κάποια παραλλαγὴ τὸν ψαλμικὸ στίχο «Ἔπαινος δὲ αἱρετικοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου!».
Η ἀντικανονική ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καὶ τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου «ἄρση τῶν ἀναθεμάτων» προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριῶν ἀπὸ τόν τότε ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Β΄ (Χατζησταύρου), καὶ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία σὲ δήλωσή της «μὲ πολλὴν δυσμένειαν ἐπληροφορήθη τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κων σταντινουπόλεως Παν. Ἀθηναγόρα.
Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνη εἰς παρομοίας πράξεις. Τὸ δικαίωμα ἔχει μόνον ὁλόκληρος ἡ Ὀρθοδοξία»5.
Κατὰ παρόμοιο τρόπο ἀποδοκιμάστηκε ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐκλιπόντος Πατριάρχου, νὰ συγκαλέση τὴν Β΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη τῆς Ρόδου τὸ 1963, ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μὲ Συνοδικὴ ἀπόφαση ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς: «Ἐκτιμῶσα πρεπόντως ἀφιλαδέλφους, ἀντιευαγγελικάς καὶ κατακρίτους ἐνεργείας καὶ μηχανορραφίας, ἀπαραλλάκτως πάντοτε γινομένας ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ εἰς βάρος τῆς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὴ ἀποβαλόντος τοῦ Παπισμοῦ τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, οὐδὲ τὰς ἀνεντίμους μεθόδους του μέσῳ τῆς οἰκτρᾶς Οὐνίας ἐπιδιωκομένου δολίου προσηλυτισμοῦ, ἀπέληξεν εἰς τὴν ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν, ὅπως μὴ μετάσχη τῆς ὑπὸ τῆς Ὑμετέρας Παναγιότητος καὶ μόνον ἀποφασισθείσης Διορθοδόξου ταύτης Διασκέψεως, ἧς αἱ ἐπιπτώσεις θέλουν ἀσφαλῶς κατεργασθῆ τὴν καταρράκωσιν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας ἡμῶν.
Εἰς τὴν ἀπόφασίν της ταύτην ἡ Ἱ. Σύνοδος σύμμαχον ἔχει καὶ ἅπασαν τὴν Γερασμίαν χορείαν τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σπεύσασαν τηλεγραφικῶς νὰ καταδικάση τὸ περὶ οὗ πρόκειται ἀκαίρως καὶ ἐν σπουδῇ ἀποφασισθὲν τοῦτο Συνέδριον»6.
Σὲ ἄλλη δήλωση τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου τοῦ Β΄, ποὺ ἔχει καταχωρηθῆ στὰ «Πεπραγμένα» του (τόμ. Β΄, Ἀθῆναι 1967, σελ. 197), ἀναφερὸμενος στὸν κ. Ἀθηναγόρα λέγει: «Ὁ Ἀθηνα γόρας Α΄ οὐδὲν πρεσβεύει, εἰς οὐδὲν πιστεύει, εἰ μὴ μόνον ἑαυτῷ δουλεύει καὶ τὴν ἀπαθανάτισιν τοῦ ὀνόματός του ἐπιδιώκει, ἔστω κατὰ Ἡρόστρατον, διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς Ἐκκλησίας».
Ο μεγάλος χαρισματοῦχος Γέροντας Παΐσιος, τοῦ ὁποίου ἡ ἁγιότης μαρτυρεῖται ἀπὸ ὅλους πανορθοδόξως, σύγχρονος τοῦ κοιμηθέντος Πατριάρχου, παρακολουθοῦσε μὲ πολὺ πόνο τὰ ἐπικίνδυνα οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματά του, τὴν ἀκατάσχετη κοσμικοῦ τύπου ἀγαπολογία του, ἰδίως δὲ τὴν παράτολμη καὶ παράνομη ἀπὸ νομοκανονικῆς ἀπόψεως ἐνέργειά του νὰ ἐπιχειρήση μονομερῶς καὶ χωρὶς τὴν σύμφωνη γνώμη τῶν ἄλλων Πατριαρχείων καὶ Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἄρση τῶν ἀναθεμάτων (τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1965), πράγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλο σάλο καὶ σκάνδαλο μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Σκέφθηκε λοιπὸν νὰ στείλη μιὰ ἐπιστολὴ στὶς 23 Ἰανουαρίου 1969, στὸν π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, ἱδρυτὴ τῆς Π.Ο.Ε. καὶ τῆς μαχητικῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος», ποὺ ἀφοροῦσε τὸν κ. Ἀθηναγόρα.
Σʼ αὐτὴ μεταξὺ ἄλλων γράφει τὰ ἑξῆς: «…Φαντάζομαι ὅτι θὰ μὲ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τὰ γραφόμενὰ μου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἕνας βαθύς μου πόνος διὰ τὴν γραμμὴν καὶ κοσμικὴν ἀγάπην δυστυχῶς τοῦ πατέρα μας κ.κ. Ἀθηναγόρα.
Ὅπως φαίνεται ἀγὰπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, ποὺ λέγεται Παπικὴ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος μητέρα μας δὲν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωση, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ σεμνή…Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, νὰ ἀναπαύση μὲν ὅλα τὰ κοσμικὰ παιδιά, ποὺ ἀγαποῦν τὸν κόσμο, νὰ κατασκανδαλίση ὅμως ὅλους ἐμᾶς, τὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρὰ καὶ μεγάλα, ποὺ ἔχουν φόβο Θεοῦ».
Κατὰ παρόμοιο τρόπο ἀποδοκιμάζεται ὁ πρώην Πατριάρχης καὶ ἀπὸ μιὰ ἄλλη μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἀπὸ τὸν ἀρχιμ. π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς αὐτὸν γράφει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Παναγιώτατε: Προυχωρήσατε ἤδη πολύ. Οἱ πόδες Ὑμῶν ψαύ ουσι πλέον τὰ ρεῖθρα τοῦ Ρουβίκωνος. Ἡ ὑπομονὴ χιλιάδων εὐ σε βῶν ψυχῶν, Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, συνεχῶς ἐξαντλεῖται. Διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου, ὀπισθοχωρήσατε!
Μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσητε ἐν τῇ Ἐκ κλησίᾳ σχίσματα καὶ διαιρέσεις. Πειρᾶσθε νὰ ἑνώσητε τὰ διεστῶτα καὶ τὸ μόνον ὅπερ θὰ κατορθώσητε, θὰ εἶναι νὰ διασπάσητε τὰ ἡνωμένα καὶ νὰ δημιουργήσητε ρήγματα εἰς ἐδάφη ἕως σήμερον στερεὰ καὶ συμπαγῆ. Σύνετε καὶ συνέλθετε!
Ἀλλὰ φεῦ! Διηνύσατε πολλὴν ὁδόν. Ἤδη “πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα…”.
Πῶς θὰ ἰδῆτε τὰς χαινούσας ἀβύσσους, ἀφʼ ὧν θὰ διέλθη μετʼ ὀλίγον ἡ ἀτραπὸς ἧν ὁδεύετε;
Εἴθε, εἴθε ὁ πάλαι ποτὲ “στήσας τὸν ἥλιον κατὰ Γαβαῶν καὶ τὴν σελήνην κατὰ φάραγγα Αἰλῶν”, νὰ δευτερώση τὸ θαῦμα καὶ νὰ παρατείνη ἅπαξ ἔτι τὸ μῆκος τῆς ἡμέρας, νὰ ἐνισχύση ἔτι πλέον τὸ φῶς αὐτῆς καὶ νὰ διανοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς Ὑμῶν, ἵνα ἴδητε, κατανοήσητε, ἐπιστρέψητε. Ἀμήν»9.

Καθολική σχεδὸν ὑπῆρξε ἡ ἀποδοκιμασία τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀπέναντι στὸν ἐκδημήσαντα Πατριάρχη. Μετὰ τὴν δημιουργία ὑπʼ αὐτοῦ διπλωματικῶν σχὲσεων μὲ τὸ Βατικανὸ καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, σάλος μέγας δημιουργήθηκε μέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἁγιορεῖτες μοναχοί, τόσο ἀπὸ τὶς Ἱερὲς Μονές, ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς Σκῆτες καὶ τὰ Κελλιά, ἐξέφρασαν τὴν πικρία, τὴν λύπη καὶ τὴν ἀπογοήτευσή τους, ὅταν πληροφορήθηκαν τὶς παρὰ πάνω ἐνέργειές του.
Ὁρισμένες μάλιστα ἐκ τῶν Ἱερῶν Μονῶν, ὀκτὼ τὸν ἀριθμόν, ὄχι ἁπλῶς ἀποδοκίμασαν τὸν κ. Ἀθηναγόρα, ἀλλὰ ἀπεφάσισαν νὰ διακόψουν τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του, ἡ ὁποία συνεχίστηκε καὶ ἐπὶ Πατριαρχείας τοῦ διαδόχου του κ. Δημητρίου, κατὰ τὴν τριετία ἀπὸ τὸ 1970 ἕως τὸ 1973.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Ἱ. Μονές, ἡ Ἱερὰ Μονὴ Καρακάλλου, σὲ ἐπιστολή της πρὸς τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔγραφε σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπαναλά- βωμεν τὴν ἐν πεποιθήσει καὶ ἀμετάθετον ἀπόφασιν ἡμῶν περὶ συνεχίσεως τῆς διακοπῆς τοῦ πατριαρχικοῦ μνημοσύνου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, ἐφʼ ὅσον ὁ νέος Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Δημήτριος ὁ Α΄ θὰ συνεχίση τὴν τηρουμένην ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ὁ Ἀθηναγόρας…
Θὰ πειθώμεθα εἰς τὸν νέον Πατριάρχην, ὅταν διαπιστώσωμεν, ὅτι οὗτος θὰ ἀναθεωρήση τὰς αἱρετικάς ὁμολογίας τοῦ προκατόχου του καὶ δὲν θὰ συνεχίση τὴν φιλοπαπικὴν γραμμήν»10.
Ἀνάλογες ἦταν καὶ οἱ ἐπιστολὲς τῶν ἄλλων Ἱερῶν Μονῶν, ποὺ εἶχαν διακόψει τὸ μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου. Ὡστόσο γιὰ τὸν κ. Ἀθηναγόρα ἡ καθολικὴ ἀντίδρασις καὶ διαμαρτυρία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ εὐλαβικὲς παρακλήσεις καὶ ἱκεσίες τόσων ἁγιασμένων καὶ φωτισμένων Γερόντων, ποὺ ἔλειωσαν μέσα στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχή, δὲν ἐσήμαιναν τίποτε γιʼ αὐτόν.
Ὁ παράνομος καὶ ἀξιοθρήνητος Πατριάρχης «οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι». Τίποτε δὲν στάθηκε ἱκανό, οὔ τε καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ Ἅγιον Ὄρος, νὰ τὸν ἀναχαιτίσει στὸ ξέφρενο κατρακύλισμά του στὸν ὀλισθηρὸ κατήφορο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Πῶς λοιπὸν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται «Μέγας» ἕνας Πατριάρχης, ποὺ ὄχι μόνον προκάλεσε σάλο, ταραχή, ἀνα- στάτωση καὶ σκάνδαλο οἰκουμενικῶν διαστάσεων μέσα στὴν Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ ἀποδείχθηκε πρωτοπόρος καὶ συνήγορος τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὅσο κανένας ἄλλος;
Πῶς μπορεῖ νὰ θεωρεῖται «Μέγας» ἕνας Πατριάρχης, γιὰ τὸν ὁ ποῖ ον ἂν ἐφαρμόζονταν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε καθαιρεθῆ πολλαπλῶς, ὄχι μόνον γιὰ τὴν ἀντικανονικὴ καὶ παράνομη ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, γιὰ τὶς παράνομες συμπροσευχές του μὲ τοὺς Παπικούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀντορθόδοξες καὶ αἱρετικὲς δοξασίες του, (γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ ἀναφερθοῦμε παρακάτω);
Μία ἄλλη μεγάλη ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία, ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου κ. Κων. Μουρατίδης, σύγχρονος καὶ αὐτὸς τοῦ κ. Ἀθηναγόρου, σχολιάζων τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο του, παρατηρεῖ: «Διὰ τὸν κοιμηθέντα Πατριάρχη ἡ τραγωδία τῆς διασπάσεως τῆς Χριστιανοσύνης ὑπῆρξε ὁ μέγας πειρασμὸς καὶ ἡ μεγάλη δοκιμασία, ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι τὴν ἐπίλυσιν ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον ἐντάσσεται εἰς τὸ μέγα μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καὶ τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων καὶ συνυφαίνεται τόσον ἀπόλυτα μὲ τὴν διαφθαρεῖσαν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὸν συνεχῆ καὶ ἀδιάκοπον ἀγῶνα τῆς ἐν τῷ κόσμῳ στρατευομένης Ἐκκλησίας κατὰ τῶν μεθοδιῶν τοῦ ἀνθρωποκτόνου, κατέστησεν σχεδὸν ἀτομικήν του ὑπόθεσιν, τὴν ἐπίλυσιν μάλιστα τῆς ὁποίας δὲν ἐπεδίωξεν ὡς ὤφειλεν ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς διακονίας του ὡς “ὑπηρέτου Χριστοῦ καὶ οἰκονόμου μυστηρίων Θεοῦ”, συμφώνως δηλονότι πρὸς τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν, τὴν δογματικὴν καὶ κανονικὴν τάξιν τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς ἑνώσεως τῶν “Ἐκκλησιῶν”, ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ παρακάμψη τὰ μέχρι τοῦδε ἀνθρωπίνως ὡς ἀνυπέρβλητα ἐμφανιζόμενα ἐμπόδια καὶ νὰ καταλύσει τοὺς φραγμούς, ἐπικαλούμενος ὡς πανάκειαν τὴν “ἀγάπην”!
Μίαν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν ἐθε- ώρει ὡς δεδομένην καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ὠκοδόμει τὴν προσπάθειάν του! Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀγάπη εἶναι ἐντός τοῦ μυστικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ τὸ συνεχῶς τελεσιουργούμενον καὶ τελειούμενον εἰς τοὺς κοινωνοὺς τῆς θυσίας τοῦ ἐσταυρωμένου Θεοῦ τῆς ἀγάπης.
Εἶναι ὁ πολύτιμος ἔσχατος καρπὸς τῶν ὁδοιπόρων τῆς στενῆς πύλης καὶ τῆς τεθλιμμένης ὁδοῦ τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία διέρχεται μόνον διὰ τῶν πλαισίων ἀσφαλείας τῆς Ἐκκλησίας, τὰ Δόγματα καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, οὐδέποτε δὲ διὰ τῆς ἐνσυνειδήτου περιφρονήσεως αὐτῶν, ἐκτὸς ἢ ἀντιθέτους πρὸς αὐτούς!
Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ τραγωδία τῆς διασπάσεως τῆς Χριστιανοσύνης θὰ ἠδύνατο διʼ ὁρισμένων παραχωρήσεων καὶ ὑποχωρήσεων καὶ συμβιβασμῶν ἐν πνεύματι ἀγάπης νὰ ὑπερνικηθῆ καὶ νὰ ἀποκατασταθῆ ἡ χριστιανικὴ ἑνότης!
Ἔτι μᾶλλον! Ἐπίστευεν ὅτι ἀρκεῖ ἡ συμ μετοχὴ εἰς τὸ κοινὸν ποτήριον, διὰ νὰ ἀποκατασταθῆ “ντὲ φάκτο” ἡ ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ νὰ λησμονηθοῦν ἐν συνεχείᾳ αἱ μεταξὺ αὐτῶν διαφοραί!
Ὁ ἴδιος, προτρέχων κατὰ πολὺ τῶν γεγονότων, δὲν ἐδίσταζε νὰ διακηρύττη ὅτι “ἀνήκει εἰς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας…”!11

Ἔβλεπε τὸν ἑαυτὸν του οὐχὶ τόσον ὡς τὸν κορυφαῖον τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλʼ ὡς τὴν ζῶσαν ἐνσάρκωσιν καὶ συνισταμένην, ὡς τὸν φορέα καὶ ἀπόστολον πασῶν τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν.
Καὶ χάριν αὐτῆς τῆς ἑνώσεως ἦτο πρόθυμος νὰ προβῆ εἰς πᾶσαν ὑποχώρησιν, παραχώρησιν ἢ καὶ παράκαμψιν τῆς ἀληθείας (ὡς π.χ. εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου).
Ἡ προβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν ἄλλαις λέξεσιν, δὲν ἦτο τὸ προέχον εἰς τὴν σκέψιν καὶ τὰς ἐπιδιώξεις τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, ἀλλὰ ἡ ἕνωσις τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, χάριν τῆς ὁποίας ἐπίστευεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ παράκαμψις παντὸς φραγμοῦ (οὕτως ἐθεώρει καὶ τοὺς σχετικοὺς Ἱεροὺς Κανόνας κ.λπ). τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ πάσης θυσίας ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδοξίας!»12.
Μία ἄλλη σύγχρονος ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότης ὁ ὁμ. καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὁ πρωτ. π. Γεώργιος Μεταλληνός, στὴν περισπούδαστη ἐργασία του «Οἱ διάλογοι χωρὶς προσωπεῖο», γράφει σχετικὰ μὲ τὸν κ. Ἀθηναγόρα: «Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνέδραμε χωρὶς ἀναστολὲς τὴν προώθηση τῶν στόχων τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου (1962-1965), ποὺ δὲν ἦταν ἄλλοι ἀπὸ τὴν ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν Παπισμό, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἑνώσεως…
Ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, πεπεισμένο κήρυκα αὐτῆς τῆς πορείας, μὲ τὶς Πανορθόδοξες Διασκέψεις τῆς Ρόδου (1961 καὶ 1963) καὶ μιὰ σειρὰ προσωπικῶν του ἐνεργειῶν (ὅπως ἡ περίφημη συνάντησή του μὲ τὸν Πάπα Παῦλο τὸν ΣΤ΄ στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 1964) καὶ παρὰ τὶς ἀντιδράσεις κυρίως τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου Β΄, τὸ καθορισμένο σὲ συνεργασία μὲ τὸ Βατικανὸ σχέδιο, προωθήθηκε καὶ ἐπεβλήθη, ὁδηγώντας στὴν κατάσταση τῶν ἡμερῶν μας.
Ἀπὸ τὸν “Διάλογο τῆς ἀγάπης”, ἐφεύρημα παραπλανητικό τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου καὶ τοῦ ὁποίου ὁ μεγαλύτερος προπαγανδιστὴς ὑπῆρξε ὁ Ἀθηναγόρας, προχωρήσαμε βεβιασμένα στὸν Θεολογικὸ Διάλογο, χωρὶς ὅμως νὰ ἐκπληρωθῆ ὁ βασικὸς ὅρος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἄρση δηλαδὴ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καὶ Ἀλαθήτου, δεδομένου ὅτι ὁ Παπικὸς θεσμὸς συνιστᾶ τὴν τραγικότερη ἀλλοίωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ σημαντικότερο ἐμπόδιο στὴν ἐν ἀληθείᾳ συνάντηση Ρωμαιοκαθολικισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας»13.
Τέλος ὁ ὁμ. Καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. πρωτ. π. Θεόδωρος Ζήσης σὲ ὁμιλία του σὲ ἡμερίδα μὲ θέμα «Γένεση καὶ ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς Μεταπατερικότητος» ἐπισημαίνει τὰ ἑξῆς: «Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque γιὰ τὸν Ἀθηναγόρα δὲν ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἡ ἀντιρρητικὴ θεολογία τῶν Ἁγίων Πατέρων δὲν χρειάζεται στοὺς καιρούς μας. Ἐπὶ λέξει εἶπε: “Τί μελάνι χύθηκε καὶ τί μῖσος γιὰ τὸ Filioque!
Ἦλθεν ἡ ἀγάπη καὶ ὅλα ὑποχωροῦν στὸ πέρασμά της”»14. Θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε ἀποδοκιμαστικὰ σχόλια καὶ ἄλλων προσώπων σχετικὰ μὲ τὸν κοιμηθέντα Πατριάρχη. Ὡστόσο θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἀρκετὰ τὰ παραπάνω, γιὰ νὰ πάρει μία γεύση ὁ ἀναγνώστης, ποιὸς πράγματι ἦταν ὁ Πατριὰρχης  Ἀθηναγόρας, ἔτσι ὥστε νὰ ἀπομυθοποιηθῆ κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ πρόσωπόν του.
Θὰ συμπληρώσουμε τὸ προφὶλ τοῦ ἀνδρὸς μὲ ὁρισμένες αἱρετικὲς καὶ βλάσφημες δηλώσεις του, τὶς ὁποῖες διετύπωσε δημοσίως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Πατριαρχείας του: «Ἀπατώμεθα καὶ ἁμαρτάνομεν (ἔλεγε), ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος πίστις κατῆλθεν ἐξ οὐρανοῦ καὶ ὅτι τὰ ἄλλα δόγματα εἶναι ἀνάξια.
Τριακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπων ἐξέλεξαν τὸν Μουσουλμανισμὸν, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸν Θεὸν των καὶ ἄλλαι ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων εἶναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδδισταί.
Σκοπὸς κάθε θρησκείας εἶναι νὰ βελτιώση τὸν ἄνθρωπον»15.
«Εἰς τὴν κίνησιν πρὸς τὴν ἕνωσιν, δὲν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νὰ βαδίση πρὸς τὴν ἄλλην, ἀλλʼ ὅλαι ὁμοῦ νὰ ἐπανιδρύσωμεν τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρὰ καὶ τὰς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»16. «Ὁ αἰὼν τοῦ δόγματος παρῆλθε»17.
«Καλούμεθα νʼ ἁπαλλαγῶμεν τοῦ πλέγματος τῆς πολεμικῆς καὶ τῆς ἀντιρρήσεως ἐν τῇ Θεολογίᾳ καὶ νὰ ἐφοδιάσωμεν αὐτὴν διὰ τοῦ πνεύματος τῆς ζητήσεως καὶ τῆς διατυπώσεως τῆς ἀληθείας ἐν τῇ ἀγάπῃ καὶ τῇ ὑπομονῇ. Ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ἀνάγκη σήμερον μιᾶς Θεολογίας τῆς καταλλαγῆς»18.

Ὑποσημειώσεις:

1.«Ἐκκλησία», 15 Αὐγούστου 1972, σελ. 451.
2. «Ἐπίσκεψις», 12 Ἰουλίου 1975, σελ. 3.
3.«Ἐκκλησία», 15 Αὐγού- στου 1972, σελ. 408-409.
4. «Ὕμνοι διὰ τὴν φιλοπαπικὴν πορείαν τοῦ ἀοιδίμου Οἰκ. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου», Ὀρθόδοξος Τύπος (20-7-2012), σελ. 8.
5.Ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Μακρῆ, Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου, Ἱστορικὴ ἀναδρομὴ τῆς προσεγγίσεως Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν κατὰ τὸν 20 ὁ αἰώνα: «Ἐν Συνειδήσει», Οἰκουμενισμὸς Ἱστορικὴ καὶ κριτικὴ προσέγγιση», Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μεγ. Μετεώρου, Ἰούνιος 2009, σελ. 55. Βλ. καὶ δήλωση τοῦ ἀρχ. Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο», Νοέμβριος 1965.
6. Ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Μακρῆ, Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου, Ἱστορικὴ ἀναδρομή…ὅ.π. σελ. 62.
7.Ἀρχιμ. Μάρκου Μανώλη, Αἱρετικὸς ὁ Ἀθηναγόρας, Ἐφ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 30 Μαρτίου 2012, σελ. 1,7. Βλ. καὶ ἄρθρο τῆς ἐφ. «Ἐκκλησιαστικὸς ἀγών», ἀδελφότητος «Ὁ Σταυρός», Μάϊος 1970, φ. 48, σελ. 3,4, μὲ τίτλο «Ὁμιλεῖ ὁ Ἀθηναγόρας. Αἱ κατὰ καιροὺς δηλώσεις. Τὰ μηνύματα καὶ αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ».
8. Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς, ποὺ στάλθηκε στὶς 23 Ἰανουαρίου 1969 στὸν ἀρχιμ. π. Χαράλαμπο Βασιλόπουλο καὶ δημοσιεύθηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο».
9. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Ἄρθρα-Μελέται, Ἐπιστολαί, τ. Α΄, Ἀθῆναι 1981, σσ. 152-153.
10. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, Ἡ διαχρονικὴ συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὸ ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου περὶ διακοπῆς μνημονεύσεως Ἐπισκόπου κηρύσσοντος ἐπ’ Ἐκκλησίας αἵρεσιν, Ἐκδ. Degiorgio, Τρίκαλα 2012, σελ. 263.
11. O. Klemend, Dialogues avec le Patriarch Athenagoras, σελ.16-17.
12. Κων. Μουρατίδου, Καθ. Θεολογικῆς Σχολῆς Παν. Ἀθηνῶν, Οἰκουμενικὴ Κίνησις, ὁ σύγχρονος μέγας πειρασμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1972, σελ. 30.
13. Πρωτ. Γεωρ. Μεταλληνοῦ, Οἱ διάλογοι… ὅ.π. σελ. 1.
14. Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Γένεση καὶ ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς Μεταπατερικότητος, ἐν: «Θεοδρομία», ἔτος ΙΔ, τεῦχ. 1, Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012, σελ. 44. Βλ. καὶ Ἀριστείδου Πανώτη, Παῦλος ΣΤ΄ Ἀθηναγόρας Α΄, Εἰρηνοποιοί, Ἀθῆ ναι 1971 εἰς Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Μπιλάλη, Ἡ αἵρεση τοῦ Filioque, Ἀθῆναι 1972, τόμ. Α΄ σελ. 476.
15. Βλ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», φ. 94, Δεκέμβριος 1968.
16.Ἐκ τοῦ μηνύματός του ἐπὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1967, ιδ. «Ἀπὸ τὴν πορείαν τῆς ἀγάπης», σέλ. 87
17.Βλ. ἐφ. «Ἀκρόπολις», 29 Ἰουνίου 1963.
18.Ἐξ ὁμιλίας τουεἰς τὴν ΘεολογικὴνΣχολὴν Βελιγραδίου τὴν 12ην Ἰουλίου 1967, Βλ. «Ἔθνος», 13 Ὀκτωβρίου 1967.

Ὀρθόδοξος Τύπος  ἀρ. φύλ. 1951  23 Νοεμβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου