Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ὑπακοῆς στόν μοναχισμό καί ποιά πνευματική ἔννοια ἔχει αὐτή ἡ μοναχική κλῆσις; Γέροντος Ραφαήλ Νόϊκα. Μέρος Α'


Μοναχισμός. Ἡ ὁδός τῆς οὐσιαστικῆς ἐμπειρίας
Ἡ ἐπιστροφή μου στήν Ὀρθοδοξία καί ἡ εἴσοδός μου στόν μοναχισμό

Γέροντος Ραφαήλ Νόϊκα

Ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ὑπακοῆς στόν μοναχισμό καί ποιά πνευματική ἔννοια ἔχει αὐτή ἡ μοναχική κλῆσις;

Γιά μένα ἡ ὑπακοή ἦτο ἕνα ἔργο τό ὁποῖον δέν ἠμποροῦσα νά τό καταλάβω γιά πολλά χρόνια. Δέν τό καταλάβαινα ἔτσι, ὅπως θά ἔπρεπε. Μοῦ ἦτο πολύ δύσκολο. Γι᾿ αὐτό, μέ λίγα λόγια, μέ τήν βοήθεια τῆς Κυρίας Θεοτόκου, θά ἤθελα νά σᾶς ἀπαντήσω καί νά σᾶς εἰπῶ γιά τήν ἔννοια αὐτῆς τῆς ὑπακοῆς.
Ἡ χριστιανική ἀγάπη, μέσῳ τῆς ὁποίας ἑνούμεθα μέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, χωρίς ἀκόμη καί νά τόν γνωρίζουμε, ἔρχεται διά τῆς ὑπακοῆς. Ἔτσι, ὅλες τίς χριστιανικές ἀρετές δέν ἠμποροῦμε νά τίς καταλάβουμε παρά μέσῳ τῆς ἀναζητήσεως τῶν δύο ἐντολῶν τοῦ Κυρίου: Ν᾿ ἀγαπᾶς τόν Θεό καί τόν πλησίον σου σάν τόν ἴδιο τόν ἑαυτόν σου  (Πρβλ.Ματ.22,39).
Ἡ ὑπακοή λέγει ὁ Γέροντάς μου π. Σωφρόνιος ὅτι εἶναι ἡ μοναδική οὐσιαστική διαφορά μεταξύ τῆς μοναχικῆς καί τῆς κοσμικῆς ζωῆς.
Δέν εἶναι μόνο μία ἀναγκαία πειθαρχία, ἀλλά εἶναι μία κατάστασις τῆς καρδίας, στήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης βάζει στήν πρώτη γραμμή τόν Πνευματικό του ἤ τόν ἡγούμενό του, διά τῶν ὁποίων λαμβάνει τήν μοναχική κουρά.
Ὁπότε, ἀγαπῶντας αὐτή τήν ἀρετή καί ἐμπιστευόμενοι στόν Γέροντά μας μέ ἀφοσίωσι, νά κάνουμε αὐτό πού μᾶς διατάζει, νά ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας στό χέρια του καί στό θέλημά του, μέ τήν συνείδησι ὅτι ἐμεῖς σάν ὑποτακτικοί δέν γνωρίζουμε τίποτε.
Ἐμεῖς ἀδειάζουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας καί ὅ,τι βάζει σάν ἀρχή τῆς ζωῆς μας ὁ Πνευματικός μας, ὅ,τι μαθαίνουμε στό μοναστήρι, αὐτό εἶναι καί ἡ ἀρχή τῆς ζωῆς μας. Κατά κάποιο τρόπο, γεννηθήκαμε, ἀφ᾿ ὅτου εἰσήλθαμε στό μοναστήρι. Γεννηθήκαμε γιά μία καινούργια ζωή. Συνεπῶς, ἡ ζωή, εἶναι περισσότερο ἀπό κάθε τι, μία κατάστασις τῆς ψυχῆς, μία ἀρχή τῆς ἀγάπης, στήν ὁποία χαρίζεσαι καί ἐμπιστεύεσαι τόν ἑαυτόν σου.
Γιατί στά μοναστήρια ἰδιαίτερα εἶναι ἡ ὑπακοή χαρακτηριστικό οὐσιαστικό γνώρισμα τῆς μοναχικῆς ζωῆς; Διότι στόν κόσμο εἶναι πολύ δύσκολο νά κάνης ὑπακοή σέ ὅλους. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι στήν ἀκολουθία τῆς κουρᾶς τοῦ μοναχοῦ ζητοῦν ἀπό τόν ὑποψήφιο μοναχό νά ἔχη ὑπακοή πρός τόν ἡγούμενο, πρός τόν Πνευματικό του, ἀλλά καί πρός ὅλη τήν Ἀδελφότητα. Ἡ ὑπακοή δέν εἶναι μόνο, βέβαια, μία πειθαρχία, ἔτσι ὅπως συμβαίνει καί μέ ἄλλα ἔργα.
 Περισσότερο σπουδαία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ψυχῆς. Διότι, αὐτή τήν κατάστασι τῆς ψυχῆς δέν ἠμπορεῖς νά τήν ἔχης εὔκολα στόν κόσμο, ὅπου ἀπό παντοῦ πρέπει νά φυλάγεσαι. Ἴσως πιό εὔκολα ἠμπορεῖς νά τήν ζήσης σ᾿ ἕνα χωριό. Ἀλλά στόν κόσμο, στίς μεγάλες πόλεις, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕτοιμος νά σέ σκοτώση γιά τό συμφέρον του, νά πατήση ἐπάνω στό πτῶμα σου.
Ἐάν μόνο τόν ἐρεθίσης λίγο στά συμφέροντά του,  ξέρω τότε ἐγώ τί γίνεται. Ἐκεῖ πῶς ν᾿ ἀνοιχθῆς στόν ἄνθρωπο; Μπορεῖς νά ἀνοίγεσαι μόνο ἐσωτερικά, ἀλλά δέν ἠμπορεῖς αὐτό νά τό φανερώσης. Δέν ἠμπορεῖς νά ταπεινωθῆς μπροστά του.
Στόν μοναχισμό θά σᾶς εἰπῶ τί ἀποκαλύπτω ἐγώ. Πιστεύω ὅτι ὅλοι ἐσεῖς πού ἔρχεσθε στόν μοναχισμό, ἔρχεσθε μέ τόν λογισμό τῆς μετανοίας καί γι᾿ αὐτό ἠμπορεῖτε νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη στόν ἀδελφό σας. Ἀκόμη κι ἄν ἁμαρτάνη ὁ ἀδελφός σου (διότι ὅλοι εἴμεθα ἁμαρτωλοί), ἀκόμη καί ἄν ὁ ἀδελφός σου εὑρίσκεται στήν δύσκολη θέσι νά σέ μισήση, πρέπει νά εἶσαι ἀνεκτικός· τό μῖσος στόν μοναχισμό πρέπει νά ἔχη ἕνα περιορισμό.
Ἐπειδή ὅλοι θά ἔλθουν στήν Θεία Μετάληψι, ὅλοι ἔχουν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὅλοι θά σταματήσουν κἄπου. Βέβαια, δέν ἔρχεται νά σέ σκοτώση σωματικά, οὔτε ψυχικά. Ὅμως θά ὑπομείνης, ὅπως λέγεται στήν εὐχή τῆς Κατηχήσεως τῆς κουρᾶς, διωγμούς, δίψα, πεῖνα, δοκιμασίες, στενοχώριες διά τῶν ὁποίων μαρτυρεῖται ἡ κατά Θεόν ζωή τοῦ μοναχοῦ. Ὅλα αὐτά τά ὑπομένουν κι αὐτοί πού ζοῦν στό μοναστήρι καί ἐκτός τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλά στό μοναστήρι ἡ ὑπακοή, ὅταν τήν ἐφαρμόσης, σοῦ δίνει ἕνα ἄλλο βαθύτερο νόημα.
Τότε ἠμπορεῖς νά λέγης: «Προτιμῶ νά χαθῶ ἐγώ, ἀρκεῖ νά κάνω τό δικό σου τό χατῆρι (θέλημα). Πεθαίνω ἐγώ, καί κερδίζει ὁ ἄλλος. Μέχρι τέλους, ἐάν κάποιος κερδίζη, ὅλη ἡ ἀδελφότης κερδίζει. Ἐάν μισοῦμε, ἡ ἀδελφότης βλάπτεται, ἐπειδή γεννᾶται μέσα τό πνεῦμα τῆς ἐχθρότητος, τό πνεῦμα τοῦ μίσους, τό κακό πνεῦμα τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἐάν ἐγώ χάνω, ἀλλά κερδίζει ὁ ἄλλος, αὐτό εἶναι καλό, διότι στό τέλος εἶμαι κερδισμένος καί ἐγώ. Ὅλη ἡ ἀδελφότης στό τέλος κερδίζει.
Καί ἔτσι διδασκόμεθα νά ζήσουμε μέ εὐαισθησία τήν ὑπακοή. Ἡ ζωή μᾶς προκαλεῖ μία ψυχική λεπτότητα, ἡ ὁποία δείχνει τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Καί σᾶς λέγω ὅτι, χωρίς τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σχεδόν κανείς δέν ἠμπορεῖ νά δοκιμάση αὐτή τήν ἀσκητική ζωή καί μέσῳ τῶν ἀσκήσεων νά φυλαχθῆ ἀπό τήν ἁμαρτία. Μή πηγαίνετε μακριά, διότι ἡ προφύλαξις ἀπό τήν ἁμαρτία δέν ἔρχεται, δέν σφραγίζεται, παρά μόνο ἀπό τήν θερμή ἀγάπη, πού ξεκινᾶ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί προστατεύει τόν ἄνθρωπο ἀπ᾿ ὅλες τίς ἁμαρτίες. Καί δέν τόν προστατεύει μέ πεῖσμα, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι δυνατώτερη ἀπό τό πεῖσμα. Αὐτή εἶναι ἡ ὑπακοή πρός τήν ἀδελφότητα γενικά.
Θά ἤθελα νά σᾶς εἰπῶ τώρα ἕνα λόγο γιά τήν ὑπακοή πρός τόν Πνευματικό, τοῦ Γεροντός μου π. Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος τά δύο-τρία τελευ¬ταῖα χρόνια, πρό τῆς κοιμήσεώς του, μᾶς ὡμιλοῦσε σχεδόν μία φορά τήν ἑβδομάδα. Καί, μόλις τότε κατάλαβα τό μυστήριο τό ὁποῖο ἐπί πολλά χρόνια προσπαθοῦσα νά καταλάβω καί δέν ἠμποροῦσα. Δέν μοῦ εἶχε ποτέ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νά καταλάβω ὅτι ἡ ὑπακοή ἦτο μέσα στό πνεῦμα τῆς πειθαρχίας, ἔτσι ὅπως τό εἶχα διδαχθῆ στό σχολεῖο, στόν κόσμο, διότι δέν ἤμουν ἕνας ἐπαναστάτης.
Ὑπέμενα τό κάθε τι, στό σχολεῖο ἤμουν  καλός μαθητής, μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν εἶχα προστριβές μέ τούς ἄλλους σπουδαστές ἤ τούς καθηγητές. Ἀλλά αὐτό μέ ἐξέπληξε: Δεκάδες χρόνια ἐρωτοῦσα τόν ἑαυτό μου, γιατί ἡ ὑπακοή, ἔτσι ὅπως τήν ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ, δέν περνᾶ καί στό μοναστήρι;
Αὐτό τό ὁποῖον ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη μόνος του εἶναι ν᾿ ἀνοιχθῆ πρός τόν Θεό. Καί γιά τό ἔργο αὐτό ἐρωτῶ πάλι: «Σύ, Ψυχή μου, ζήτησε σωτηρία, ζήτησε τόν Θεό. Τήν προσευχή σου νά τήν κατευθύνης στόν Θεό πρός τόν Ὁποῖον καί πορεύεσαι. Ἐμεῖς δέν πᾶμε στόν Πνευματικό, ἔτσι ὅπως πηγαίνουν οἱ σπουδαστές καί οἱ σοφοί τοῦ κόσμου σ᾿ ἕνα σοφώτερο ἀπ᾿ αὐτούς ἄνθρωπο, σ᾿ ἕνα ἄνθρωπο μέ μεγαλύτερη ἐμπειρία, γιά νά γίνουμε μαθητές του. Θά εἰπῶ ἀκόμη καί μία προφητεία ἀπό τόν προφήτη Ἡσαΐα πού λέγει:  «καί παιδευθήσῃ κρίματι Θεοῦ σου καί εὐφρανθήσῃ» (Ἡσ.28,26).
 Ἔτσι καί στήν Καινή Διαθήκη πρέπει νά ἀφήνουμε τόν ἑαυτό μας νά διδαχθοῦμε κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπό τόν Ἴδιο τόν Χριστό. Πῶς ἀκούω ἐγώ τήν φωνή τοῦ Θεοῦ;
Ἐγώ ἠμπορῶ νά εἰπῶ στό Θεό χιλιάδες πράγματα, ἀλλά ἔρχεται στόν νοῦ μου σύγχυσι λογισμῶν καί πῶς νά ξέρω ποιός λογισμός εἶναι ἀπό τόν Θεό ἤ ἐάν ἔστω καί ἕνας εἶναι ἀπό τόν Θεό;
Ἡ πνευματική ζωή πρέπει νά γίνεται καταληπτή καί στήν συνέχεια νά ἐφαρμόζεται: Πηγαίνεις στόν Πνευματικό, εἴτε μέ τόν λογισμό νά ἐξομολογηθῆς, εἴτε νά τόν ἐρωτήσης κάτι τό πνευματικό. Δέν τόν  ἐρωτᾶς γιά καθημερινά πράγματα, γιά παράδειγμα, νά πλύνης τό πάτωμα τοῦ δωματίου σου ἤ νά τό σκουπίσης μέ τήν σκοῦπα, διότι δέν ἔχει καμμία σπουδαιότητα, ὅσον ἀφορᾷ τά πνευματικά. Αὐτά εἶναι μία ἄσκησι, μία ἀναγκαία πειθαρχία γιά νά μάθουμε τήν ἀληθινή ὑπακοή.
Καί ἔτσι ἀρχίζει ἡ ἀληθινή ὑπακοή. Λέγε στόν Κύριο: «Κύριε, εἰπέ μου, τί πρέπει νά κάνω στήν ζωή  μου. Εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλά ἀπό ποῦ ν᾿ ἀρχίσω;  Εἰπέ στόν πνευματικό μου πατέρα λόγο γιά τήν σωτηρία μου!» Καί κάνετε αὐτό στό πνεῦμα τῶν Πατέρων τοῦ Γεροντικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐπήγαιναν σ᾿ ἕνα γέροντα καί τοῦ ζητοῦσαν λόγον σωτηρίας. Ζητοῦσαν νά κάνουν ὑπακοή, ζητοῦσαν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μερικές φορές δέν εἶχαν κάτι νά τόν ἐρωτήσουν. Τοῦ ζητοῦσαν μόνο ἕνα λόγο, χωρίς νά τοῦ λέγουν γιά ποιό θέμα.
Ἀλλά αὐτός πού πηγαίνει στόν Ἀββᾶ, πηγαίνει μέ προσευχή στόν Θεό λέγοντας: «Ἐσύ λέγε μου, ἕνα λόγο». Καί ὁ Γέροντάς του, ὄχι σάν ἕνας φιλόσοφος, πού διδάσκει πολλά καί ἀνθρωπίνως εἶναι πολύ σοφός, ἀλλά ζητεῖ, μέ τήν σειρά του, διά προσευχῆς τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ: «Κύριε, δός μου λόγο νά εἰπῶ στόν δοῦλον σου, λόγον νά εἰπῶ στόν λαόν Σου. 
Μήν ἀφήνης τό στόμα μου ἀνοικτό νά σκανδαλίζω μέ τά λόγια μου τόν ἀδελφό μου. Μή μέ ἀφήνης νά εἰπῶ λόγον πού δέν θά εἶναι ὠφέλιμος, ἤ τό χειρότερο, πού θά ζημιώση τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς, αὐτοῦ πού ἔρχεται στό Ὄνομά Σου». Καί ζήτησε, ὄχι τόσο μέ τόν νοῦ, ὅσο μέ τήν καρδιά, νά τοῦ σταλῆ ἕνας λόγος πού θά τόν οἰκοδομήση ψυχικά.


 ***
Γέροντος Ραφαήλ Νόϊκα
Ἡ ἐπιστροφή μου στήν Ὀρθοδοξία   
καί ἡ  εἴσοδός μου στόν μοναχισμό
Μετάφρασις - ἐπιμέλεια ὑπό ἀδελφῶν 
Ἱερᾶς Μονῆς Ὅσιου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους 
2005

Πηγή διαδικτύου - Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
__________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.


Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  π. Νόϊκα -Ἡ ἐπιστροφή μου στήν Ὀρθοδοξία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου