Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Τὸ πεσμένο γεφύρι! Κυριακή ΙΒ΄Ματθαίου (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας


Τὸ πεσμένο γεφύρι!
«Δὸς πτωχοῖς καὶ ἕξεις  θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ...»
Κυριακή ΙΒ΄Ματθαίου (Ματθ. ιθ΄ 16-26)

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Ὁ νέος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου φλέγεται, ἀγαπητοί, ἀπὸ τὸν πόθον τῆς αἰωνίου ζωῆς.  Δι’ αὐτὸ ἦλθε καὶ ἐγονάτισε μπροστὰ εἰς τὸν Κύριον καὶ ἐζήτησε νὰ μάθῃ τί πρέπει νὰ κάμῃ, διὰ νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν.
Πρέπει νὰ θυσιάσῃς τὴν γῆν διὰ τὸν οὐρανόν, ἦταν ἡ ἀπάντησις.  Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἔχεις πόθους εὐγενικούς, οὔτε ὅτι δὲν ἔπεσες σὲ μεγάλα ἁμαρτήματα.  Εἶσαι πλούσιος φιλάργυρος καὶ ἡ καρδιά σου εἶναι προσκολλημένη εἰς τὰ ἀγαθά σου.
Ἡ αἰώνιος ζωὴ θὰ σοῦ ἀνοιχθῇ, ὅταν τὰ  ἀγαθά σου γίνουν σκαλοπάτια νὰ ἀνεβῇς εἰς τὸν οὐρανόν.  «Δὸς πτωχοῖς καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ».
Ὁ νέος μας ἤκουσε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ περίλυπος καὶ μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι ἔφυγε. Ἐπροτίμησε τὴν γῆν καὶ ἔχασε τὸν οὐρανόν. Ἦταν αἰχμάλωτος τοῦ πάθους του. Δὲν ἐκόπησαν αἱ ἁλυσίδες, δὲν ἐλύθηκαν τὰ δεσμά.
Ἔχασε τὴν πολύτιμον εὐκαιρίαν, διότι ἦτο φιλάργυρος. Ἠμποροῦσε νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τὴν αἰώνιαν ζωὴν μὲ τὴν φιλανθρωπίαν. Ὅμως...
Δι’  αὐτὸ θὰ εἶναι ὠφέλιμον νὰ ἀσχοληθοῦμεν σήμερον μὲ τὸ μέγα θέμα τῆς ἐλεημοσύνης καὶ φιλανθρωπίας.

1.Μύρον ψυχῆς

Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ ἄνοιγμα  τῆς καρδιᾶς καὶ τῶν χεριῶν μας εἰς τὸν πόνον καὶ τὴν δυστυχίαν τῶν συνανθρώπων μας· εἶναι τὸ μύρον τῆς ψυχῆς, ποὺ κυλάει στὸ διάβα μας καὶ εὐωδιάζει ὁ τόπος ἀπ’ ὅπου διαβῇ· εἶναι μιὰ γλυκειὰ μελῳδία, ποὺ σκορπᾶνε γύρω οἱ καρδιὲς τῶν ἐκλεκτῶν ὁδοιπόρων τῆς ζωῆς.
Οἱ πτωχοὶ καὶ δυστυχεῖς δὲν ἔλειψαν ποτὲ ἀπὸ τὸν κόσμον, οὔτε καὶ θὰ λείψουν. Ἑπομένως δὲν θὰ σταματήσῃ ποτὲ τὸ χρέος τῶν ἀνθρώπων νὰ ἀγαποῦν, νὰ ἐλεοῦν, νὰ βοηθοῦν ἐκείνους ποὺ πονοῦν καὶ ὑποφέρουν.
Μόνον, ποὺ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ γίνεται οὔτε ἀπὸ ἀνάγκην, οὔτε ἀπὸ ἐπίδειξιν, οὔτε ἀπὸ συνήθειαν. Ἡ φιλανθρωπία δὲν διατάσσεται, οὔτε γίνεται μέσον κενοδοξίας. Μένει γιὰ πάντα μύρον ψυχῆς, ποὺ εὐωδιάζει ἀνωτερότητα, ἀνθρωπισμόν, καλωσύνην καὶ ἦθος.

2.Ἀνακούφισις τῶν σώματος

Ὁ ἄνθρωπος κατ’ ἀρχὴν ἔχει ἀνάγκας ὑλικάς. Ἐφ’ ὅσον ἔχει σῶμα θὰ πρέπει νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν του ἀναγκῶν, ὅπως λ.χ. διὰ τὴν τροφήν, τὰ ἐνδύματα, τὴν κατοικίαν, τὴν ὑγείαν κλπ.
Καὶ εἶναι τόσες οἱ μορφὲς τῆς δυστυχίας γύρω μας, ὥστε νὰ καθίσταται χρέος ὅλων μας νὰ σπεύδωμεν, ὅταν ἠμποροῦμεν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀδελφῶν μας, ποὺ εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν πίεσιν σκληρᾶς ἀνάγκης.
Ὑπάρχουν τόσες οἰκογένειες ποὺ πεινοῦν, διότι ἀπέθανεν ὁ πατέρας ἤ εἶναι ἀνίκανος πλέον δι’ ἐργασίαν· ὑπάρχουν τόσοι ἄστεγοι καὶ ἄρρωστοι, χωρὶς παρακολούθησιν· ὑπάρχουν τόσοι γέροντες ἐγκαταλελειμένοι εἰς τοὺς πέντε δρόμους· ὑπάρχουν τόσαι γαυναῖκες χωρὶς προστάτην, ποὺ κινδυνεύον νὰ πάρουν τὸν κατήφορον τῆς ἁμαρτίας· ὑπάρχουν τόσαι οἰκογένειαι, ποὺ κάποτε ἦσαν εὐκατάστατοι καὶ μὲ ὄνομα καὶ σήμερα ἐξέπεσαν καὶ δυστυχοῦν καὶ ἀπὸ ἐντροπὴν δὲν ὁμολογοῦν καὶ δὲν ἀποκαλύπτουν τὴν δυστυχίαν των· ὑπάρχουν τόσοι νέοι, ποὺ ἐνῷ ἔχουν πολλὲς ἱκανότητες, ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν μόρφωσιν καὶ νὰ ζητήσουν κάπου μίαν οἱανδήποτε ἐργασίαν δὶὰ νὰ ζήσουν· ὑπάρχουν τόσαι νέαι, ποὺ εἶναι διαμάντια καὶ ὅμως θάπτωνται εἰς τὴν ζωὴν καὶ μαραίνονται, διότι δὲν ἔχουν δυνάμεις οἰκονομικὰς νὰ δημιουργήσουν οἰκογενείας· ὑπάρχει μὲ μία λέξι τόσος πόνος καὶ τόση φτώχεια, εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ νὰ μένωμεν ἀσυγκίνητοι καὶ ἀδρανεῖς. Δὲν θὰ μᾶς σώσουν οἱ τύποι καὶ ἡ ἐξωτερική μας εὐλάβεια καὶ ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ ἡ ἁπλῆ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἄν δὲν προχωρήσῃ ἡ καρδιά μας εἰς ἔπρακτον ἐκδήλωσιν ἀγάπης.
Χριστανὸς γνήσιος εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ποὺ συγκινεῖται ἀπὸ τὸ δρᾶμα τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἔρχεται ἐνισχυτὴς καὶ βοηθὸς εἰς τὴν ὥραν τῆς δυστυχίας. Χριστιανὸς γνήσιος εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ποὺ σκύβει μὲ στοργὴν ἐπάνω στὴ ματωμένη καρδιὰ τοῦ θλιμμένου ἀνθρώπου καὶ μαζεύει τὸ αἷμα μὲ τὸ βαμβάνκι τῆς ἀγάπης. Χριστιανὸς γνήσιος εἶναι μόνο ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἡσυχάσῃ, ὅταν βλέπῃ γύρω του δάκρυα καὶ τραύματα, ἀλλὰ τρέχει νὰ προσφέρῃ, ἕστω καὶ ἀπὸ τὸ ἰδικόν του ὑστέρημα. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ ἥσυχος ὁ Χριστιανός, ὅταν ἔχῃ αὐτὸς τὴν ἄνεσίν του, οἱ γύρω του ὅμως μαραίνονται καὶ λυώνουν ἀπὸ τὴν δυστυχίαν.
Βέβαια δὲν δίδει ὁ πιστὸς ἀδιακρίτως καὶ ἀνεξαρτήτως.  Διαπιστώνει πρῶτα ποῦ ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη καὶ ἔπειτα ἀνοίγει τὸ χέρι του.  Διότι δὲν εἶναι σπάνιον τὸ φαινόμενον ἀπατεώνων, ποὺ ἔχουν τὴν ὑγείαν των καὶ προσποιοῦνται τοὺς ἀσθενεῖς, διὰ νὰ κινήστουν τὸν οἶκτον τῶν διαβατῶν καὶ νὰ πάρουν ἐλεημοσύνην.
Οὔτε πάλιν εἶναι ὀλίγοι οἱ κατεχόμενοι ἀπὸ μεγάλα πάθη, ὅπως ἀπὸ τὴν μέθην, τὰ ναρκωτικά, τὸ χαρτοπαίγνιον, καὶ οἱ ὁποῖοι, μόλις συγκεντρώσουν ἕνα ποσόν, τρέχουν νὰ τὸ σπαταλήσουν εἰς τὰ ὀλέθρια πάθη των. Ὁ Χριστιανὸς δίδει μὲ προσοχὴν καὶ διάκρισιν. Ἡ ἀρχαία πατερικὴ σοφία τονίζει: «Νὰ ἱδρώσῃ ὁ ὀβολός σου μέσα στὸ χέρι σου, μέχρις ὅτου βεβαιωθῇς εἰς ποῖον πρέπει νὰ τὸν δώσῃς».

3.Βοήθεια εἰς τὴν ψυχήν.

Θὰ ἦτο ὅμως περιωρισμένη ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη, ἄν ἐσταματούσαμε μόνον εἰς τὴν θεραπείαν τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ψυχή.  Καί, συνεπῶς, τὸ ἐνδιαφέρον του πρέπει νὰ στραφῇ καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτήν.
Εἶναι, μάλιστα, ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ πνευματικὴ ἐλεημοσύνη εἶναι συχνὰ πολὺ σπουδαιοτέρα καὶ περισσότερον ἀπαραίτητη ἀπὸ τὴν  ὑλικὴν βοήθειαν. Δὲν ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χρήματα καὶ πλοῦτο, διὰ νὰ προσφέρουν, ὥστε νὰ ἐνισχύωνται οἱ πτωχοί, νὰ κτίζωνται νοσοκομεῖα, γηροκομεῖα καὶ ἄλλα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα.
 Ὑπάρχει ὅμως καὶ φιλανθρωπία ποὺ γίνεται δωρεάν, χωρὶς ὑλικὰ μέσα, καὶ τὴν ὁποίαν ἠμποροῦν ὅλοι νὰ ἐξασκήσουν. Ὅσοι παρηγοῦν τοὺς θλιμμένους· ὅσοι ἐπισκέπτονται ἀσθενεῖς· ὅσοι διαφωτίζουν πεπελανημένους· ὅσοι τονώνουν τὴν πίστιν ὀλιγοπίστων· ὅσοι ἀνάβουν φλόγα Θεοῦ στὶς ψυχὲς ἀδιαφόρων ἀνθρώπων· ὅσοι ἐπαναφέρουν εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς παραστρατημένους· ὅσοι ὁδηγοῦν ἀνθρώπους εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν· ὅσοι γίνονται ἀφορμὴ νὰ γνωρίσουν τὴν χριστιανικὴν ζωὴν ἄνθρωποι ποὺ ἐζοῦσαν μέχρι τώρα στὴν ἁμαρτία καὶ τὸ κακό, τὴν ἀσέβειαν καὶ τὴν ποικίλην ἀνομίαν·  ὅσοι σπάζουν τὰ δεσμὰ τοῦ διαβόλου, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς τῶν ψυχῶν μας, δένει συχνὰ  δυστυχεῖς ἀνθρώπους καὶ τοῦς μεταβάλλει εἰς παίγνιον ἀξιοδάκρυτον· ὅσοι κουράζονται διὰ νὰ διαφωτίσουν τοὺς ἄλλους καὶ ὑποβάλλονται εἰς κόπους καὶ θυσίας χάριν τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, ὅσοι.... ὅσοι..... Ὅλοι αὐτοὶ κάνουν φιλναθρωπίαν καὶ μάλιστα ἀνεκτίμητον, διότι ἐλεοῦν τὴν ψυχήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀθάνατος καὶ ἑπομένως πολὺ τιμιωτέρα τοῦ θνητοῦ σώματος.
Ἰδού, συνεπῶς, ὅτι ὅλοι ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν γύρω μας τὸ καλόν· νὰ δώσωμεν κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας χάριν τῶν ἄλλων, εἴτε ὑλικόν, εἴτε πνευματικόν.  Δὲν θὰ μείνῃ χωρὶς ἀναγνώρισιν ἡ ἀγάπη μας.
Ἐκτὸς τῆς ψυχικῆς ἱκανοποιήσεως, ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἐνεργῇ τὸ καλὸν, ἔρχεται μετὰ καὶ ἡ δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσεν ὅτι «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» (Μτθ. ε΄, 7).
Ἔτσι ἡ Ταβιθὰ ἀνέστη ἀπὸ τὸν Ἀποστ. Πέτρον, διότι ἦτο «πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν» (Πρξ. θ΄, 36). Ὁ εἰδωλολάτρης Κορνήλιος εἶδε τὸ θαυμαστὸν ὅραμα καὶ ἐπίστευσεν, ἐσώθη καὶ ἐβαπτίσθη, διότι αἱ ἐλεημοσύναι του ἔφθασαν ἕως τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ. (Πρξ. ι΄, 4).
Ἄν ἤξευραν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀξίαν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ φιλανθρωπίας, δὲν θὰ ἐσπαταλοῦσαν τόσα εἰς χοροὺς καὶ κοσμικὰς συνάξεις καὶ εἰς τὴν μόδαν, εἰ τὸ χαρτοπαίγνιον καὶ τοὺς ἐξωφρενισμούς, ὅταν γύρω μας ὑπάρχουν τόσοι πτωχοί, πεινασμένοι καὶ δυστυχεῖς.
Ἀλλ’ ἡ ἀγάπη μέσα μας, δυστυχῶς, ἐπάγωσε, Καὶ ἡ φιλανθρωπία ἔχασε τὸ ἄρωμά της, τὴν δύναμίν της. Ἐγίναμεν ἀτομισταί·  ἐγίναμεν ἰδιοτελεῖς καὶ σκληροί.
Ἡ γῆ μὲ τὰ ἀγαθά της μᾶς παρασύρει τόσον, ὥστε νὰ τὴν ἀνταλλάσωμεν μὲ τὸν οὐρανόν. Ὅπως ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς.
Θεέ μου, γιατὶ νὰ εἴμεθα τόσον τυφλοί;

Ἀγαπητοί,
Μιὰ μέρα τρεῖς καβαλλάρηδες ἐπήγαιναν μαζὺ πρὸς κάποιο μέρος. Στὸ δρόμο συνήντησαν ἕνα γέρο, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσῃ. Οἱ δύο ἔμειναν ἀδιάφοροι. Συνέχισαν τὸν δρόμο τους. Ἀλλ’ ὁ τρίτος τὸν λυπήθηκε. Κατέβηκε ἀπὸ τὸ ζῶο του καὶ τὸν ἀνέβασε καὶ αὐτὸν ἐπάνω. Ἕως ὅτου ὅμως νὰ γίνῃ αὐτό, ἐπέρασε λίγη ὥρα καὶ οἱ ἄλλοι δύο στὸ μεταξὺ ἐπροχώρησαν περίπου 200 μέτρα. Βρῆκαν ἐμπρός των μίαν γέφυραν.
Ἐπῆγαν νὰ τὴν περάσουν. Δὲν ἤξεραν ὅτι ἦταν σπασμένα τὰ ξύλα της.
Μόλις ἐπάτησαν, ἔπεσε. Καὶ παρέσυρε καὶ τοὺς δυὸ καβαλλάρηδε,ς ποὺ ἐπνίγηκαν στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ. Ὅταν ἦλθεν ἀργότερα ὁ τρίτος καβαλλάρης, κατάλαβε. Τὸν εἶχε σώσει ὁ Θεός, διότι ἔδειξεν ἀγάπην. Ἄν δὲν βραδυποροῦσε, θὰ εἶχε καὶ αὐτὸς τὴν ἴδια τύχη μὲ τοὺς ἄλλους.

Ἀδελφέ,
Ὅταν ὁ ἀνθρωπος ἀγαπᾷ μὲ τὴν καρδιὰ του, ὁ Θεὸς δὲν τὸν ἀφήνει χωρὶς ἀμοιβή. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη μας θερμὴ καὶ καθαρή.
Τὸ γεφύρι μᾶς τὸ ἐβεβαίωσε....


Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.108-112)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος 
Άναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου