Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

«Τα Λιμανάκια» Μέρος Β' Τελευταίο. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ευτυχώς, μετά την ανατολή του ήλιου, ο ανατολικός άνεμος άρχισε να ηρεμεί, κι έπειτα ησύχασε εντελώς. Ο καπετάν Ηλίας, που είχε βγει με τη βαρκούλα έξω στα λιγοστά βράχια που έκλειναν το λιμάνι στα ανατολικά, και κοίταζε να μαζέψει κοχύλια και πεταλίδες που έβοσκαν εκεί σε μεγάλο αριθμό, στον ίσκιο του βράχου της θάλασσας, με λύπη του άφησε το αγαπημένο του λιμανάκι – ήταν μια ποιητικότατη μικρή αγκαλιά της γης, όπου ημέρευαν τα άγρια κύματα και γυάλιζε γαλανή η θάλασσα – κι έβαλε πλώρη πάλι ανατολικά.

Τώρα θα έβγαινε πια στο ανοιχτό πέλαγος, κι ο Θεός βοηθός!
Πολύ χορευτικό και με απότομα σκαμπανεβάσματα ήταν εκείνο το πέρασμα.
Το πέλαγος, αχαλίνωτο, με τις λευκές χαίτες των κυμάτων να ορθώνονται και να αναπηδούν αδιάκοπα, πλέοντας σε έναν άγνωστο δρόμο προς τον ατέλειωτο υγρό κύκλο, πηγαίνοντας προς το άπειρο, προς την αιωνιότητα, αχόρταγο, είχε φάει πολλά σκάφη και σκελετούς, πολλά σκαριά πλοίων και πολλά κουφάρια ανθρώπων.
Οι καλές νοικοκυράδες, οι ευλαβικές χριστιανές, γύρω στα χωριά και στα νησιά, μαγείρευαν θαυμάσια ορόφους, συναγρίδες και όλα τα μεγάλα νόστιμα ψάρια.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος Γ' (Τελευταίο). Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ήταν συγκινητικό να τον βλέπει κανείς, σαν ζωντανή ζυγαριά, να είναι φορτωμένος ένα σάκο γεμάτον λάχανα ή φύλλα πίσω στην πλάτη, και να σηκώνει, αχώριστον από το σώμα του, άλλον ογκώδη σάκο κρεμασμένον μπροστά, στη βράκα του με πολλές δίπλες. Ήταν αυτή η αρρώστια που τη γιάτρευε κρυφά ο Νικόλας ο Μανάβης.

Έζησε με τον ιδρώτα του προσώπου του (δουλεύοντας τίμια) κι ανάθρεψε πέντε ή έξι παιδιά, που… δεν ήταν δικά του. Πέθανε, ο καημένος, εδώ και τέσσερα ή πέντε χρόνια, και βρήκε ανάπαυση από τους κόπους του.
Το σώμα του, το αποκαμωμένο και βασανισμένο, που είχε κυρτωθεί από το σκύψιμο κι από το φόρτωμα, ίσαξε κι έγινε ίσιο πάνω στο νεκροκρέβατο.
Ελπίζω και πιστεύω πως θα πήγε στον άλλο κόσμο, ο φτωχός, πολύ κοντά στον φτωχό Λάζαρο. Ναι, κοντά, πολύ κοντά.

Δεν ήταν δικά του. Δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδιά από τη γυναίκα του. Είχε πάρει από το Νηπιακό Ορφανοτροφείο (ίσως είναι πολλοί που φοβούνται να περάσουν έξω από το ίδρυμα, και δεν ξέρουν σε ποιο σημείο της Αθήνας βρίσκεται), είχε πάρει ένα έκθετο στην αρχή, έπειτα δεύτερο και τρίτο, έπειτα τέταρτο και πέμπτο.

«Τα Λιμανάκια» Μέρος Α' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Στο τέλος, αφού έκανε πολλές βόλτες στην παραθαλάσσια αγορά του Βόλου, ο καπετάν-Ηλίας της Μπαμπελένως – και που να θυμηθεί όλες τις παραγγελίες που του είχαν φορτώσει από το νησί οι καλοί συμπατριώτες του!

Θα έπρεπε να ήταν ο νους του το κατάστιχο του Δελχαρόγιαννου του χασάπη, ή θα έπρεπε να ήταν η αποθήκη για παλιά πράγματα του γερο-Πάνα, για να τα θυμάται όλα, με αύξοντα αριθμό, με είδος και ποσότητα, και με όνομα.

Ένας του είχε δώσει προκαταβολή πενήντα λεπτά για να του αγοράσει ένα μικρό δρεπάνι για τον τρύγο ή έναν καμπυλωτό σουγιά, που τον λένε «γκέκα», κι άλλος του είχε δώσει δύο δραχμές για να του φέρει μισή ντουζίνα πιάτα.
Άλλος του είχε παραγγείλει γραβάτα, άλλος καπέλο και άλλος κεφαλοτύρι.
Ο Γιάννης ο Αντώναρος του είχε παραγγείλει μια σβάρνα για να ισοπεδώσει τους χωμάτινους βόλους μετά το όργωμα, κι η Μαργαρώ της Πασσίνας του είχε δώσει λεφτά για να της ψωνίσει κόκκινες κουντούρες ή παντόφλες μυτερές.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος Β' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Η κυρα-Πράπω με είδε και με φώναξε:
-Έλα… εσύ που έχεις γουρλίδικο χέρι, μου λέει.
Μου θύμισε αμέσως ότι πριν από λίγους μήνες είχε τύχει να χαθεί ένα παιδί, κι εκείνο, όπως τώρα, είχε πέσει στα χέρια της, την ίδια βραδινή ώρα. Ότι εγώ, όταν το είδα να κλαίει στα χέρια της και να ζητάει τη μαμά του, του έδωσα μια δεκάρα για να μερώσει. Ότι, κατά καλή σύμπτωση, αμέσως μετά τη δεκάρα, έτυχε να παρουσιαστεί η μητέρα του παιδιού, που το αναζητούσε ώρες πριν, και να έρθει να το συμμαζέψει.
Έσκυψα και κοίταξα το παιδί. Δεν του έδωσα μια δεκάρα, έκανα κάτι καλύτερο. Το γνώρισα.
-Αυτό το παιδί είναι ο Γιώργος, του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού, είπα.
Ο μαστρο-Δημήτρης ο Χωριανός αγαπούσε τα δυο παιδία του με μια αγάπη τόσο θερμή, όσοι λίγοι γονείς στον κόσμο. Τόσο, ώστε ο ίδιος τους έκανε την μητέρα, κι αυτό όχι γιατί δεν υπήρχε μητέρα, οπότε το πράγμα θα ήταν εύκολο να εξηγηθεί, αλλά γιατί η μητέρα τους έκανε… τον άγγελο του σπιτιού.
Φαντάζομαι ένα οίκημα, χριστιανικό σπίτι ελληνικό ζωγραφισμένο με τις δύο γερτές πλευρές της στέγης, σαν δυο φτερούγες αγγέλου- γυναίκας τεντωμένες πάνω από το σπίτι.
Τέτοια μητέρα ήταν η Γιακουμίνα, η γυναίκα του μαστρο-Δημήτρη του Χωριανού.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

«Φιλόστοργοι» Μέρος A' . Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ένα πρωί πριν τρία χρόνια, ήταν τις παραμονές των Χριστουγέννων, η κυρα-Πράπω η Σκαλιώτισσα, μια ψηλή, χοντρή γυναικάρα πενήντα οκτώ χρονών, είχε σηκωθεί να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της στα Πατήσια. Είχε σπιτάκια με μεγάλη αυλή, σε μιαν άκρη της πόλης, οπού έτρεφε γίδες και προβατίνες και κότες και φραγκόκοτες και περιστέρια.
Το γάλα το πουλούσε ογδόντα λεπτά την οκά, με το δικό της το μετρίδι. Τα περιστέρια, μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, χωρίς ορισμένο τιμολόγιο, αν της είχε πνίξει κανένα η γάτα ή αν έβρισκε πελάτες  Γάλλους ή Ιταλούς του θεάτρου. Τα αυγά, προς 15 λεπτά το ένα, τη Σαρακοστή.
Αυτή, αν τραβούσε η όρεξή της να φάει αβγά, πράγμα σπάνιο, θα πήγαινε στην μεγάλη αγορά να τα ψωνίσει. Τα έβρισκε προς μια δεκάρα τα τρία, σπασμένα, αλλά φρέσκα, και με δοκιμή. Πού να γελαστεί αυτή!
Εκείνο το πρωί είχε σηκωθεί με την απόφαση να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της, που ήταν αρχόντισσα με το σπίτι στα Πατήσια. Έρχονταν Χριστούγεννα, κι επιθυμούσε να της προσφέρει κατιτί. Τι άλλο από αβγά, που στο εμπόριό τους είχε ειδικότητα; Ήξερε ότι θα έβρισκε εκεί το νονό της, το γιο της γριάς, κι αυτός θα είχε το φιλότιμο να της πληρώσει καλά το δώρο της. Μέτρησε όσα αβγά είχε, και τα βρήκε δεκατέσσερα.
 «Να τους τα πάει όλα; Έχουμε και λέμε, 14 αβγά, από μία δεκάρα, 14 δεκάρες, μια και σαράντα, κι από μια πεντάρα ακόμα, 14 πεντάρες, 7 δεκάρες, 70 λεπτά. 70 και 1,40 (μέτρησε στα δάχτυλα), δύο και δέκα.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Δ' (Τελευταίο). Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Κανένας δεν απάντησε στην ερώτηση του χαμάλη, που την κρυμμένη σημασία της κανείς δεν καταλάβαινε. Ο Βαγγέλης εξακολούθησε:
-Που να θυμόσαστε εσείς! Είστε όλοι μικρότεροι μου, εκτός από τον μπαρμπα- Τραντάφυλλο, δεν είναι ντόπιος, κι εγώ κοντεύω τώρα να σαραντίσω. Ήμουν το πολύ δεκαοχτώ χρονών όταν ξενιτεύτηκε ο γιος του Μοθωνιού, κι εκείνος τότε θα κόντευε τα εικοσιπέντε. 
Μα μου φαίνεται, να τον έβλεπα τώρα δα, θα τον γνώριζα. Πέθαναν με τον καημό του Γιάννη τους ο καημένος ο μπαρμπα- Στάθης κι η γυναίκα του, Θεός σχωρέσ’ τους! 
Και το σπιτάκι τους απόμεινε ερείπιο και χάλασμα με δυο μισούς τοίχους εδώ παραπάνω, στη συνοικία εκκλησίας, και με ένα μαύρο βαθούλωμα στη γωνία που ήταν ένα καιρό η παραστιά τους. 
Και ο γιος τους έριξε πέτρα πίσω του. Μα ως πόσος κόσμος χάνεται, ωστόσο, και στην Αμέρικα! Ξέρετε πως ήταν και αρραβωνιασμένος;
-Και ποια είχε; Ρώτησε αδιάφορα ο κλητήρας της δημαρχίας, που ήταν και αρχηγός της νυχτερινής πολιτοφυλακής.
Ο ξένος άκουγε με πολύ βαθιά προσοχή, αλλά απέφευγε να γυρίσει να κοιτάξει εκείνον που μιλούσε.
-Είχε το Μελαχρώ της θεια-Κυρατσώς της Μιχάλαινας. Κι όταν έφυγε και πέρασαν δυο τρία χρόνια, τη γύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι ομορφιές, και τιμημένη ήταν και δούλευε όμορφα, η μοναδική κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε πολλά. 

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Γ'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



-Μα πόσες φορές στο είπα, Αναγνώστη, βγήκε μέσα από το πορτάκι, κι από το κεφάλι που είχε φανεί εκεί, μια χοντρή φωνή που συμπλήρωνε τα χοντρά του χαρακτηριστικά άνω τελεία δεν θα βάλεις γνώση; Χαλνάς την ησυχία των νοικοκυραίων! Τι μέρα ξημερώνει αύριο, κι έχουμε τραγούδια και φωνές πάλι; Και τι ώρα είναι τώρα;
Ήταν οχτώ και μισή. Ο τραγουδιστής  της τριανδρίας των χαμάληδων, πήρε τον λόγο και με κωμική σοβαρότητα είπε:
-Τώρα θα φύγουμε, καπετάν Αναστάση άνω τελεία δεν το καταδεχόμαστε εμείς να σας χαλάσουμε την ησυχία σας.
-Σώπα εσύ, ζώο! φώναξε ο Αναστάσης .
-Τώρα αμέσως καπετάν Αναστάση, θα κλείσω. Δεν μπορώ, βλέπεις, να διώξω τους ανθρώπους , είπε με δυνατή φωνή ο καφεντζής.
-Τέτοια τίμια μούτρα! γέλασε δυνατά και περιφρονητικά από το πορτάκι ο καπετάν Αναστάσης. Χρειάζονται μεγάλες τσιπιμόνιες μαζί τους.
-Α! εμείς δεν σας προσβάλαμε, καπετάν Αναστάση άνω τελεία η αφεντιά σου, βλέπω, μας προσβάλλεις, είπε ο χαμάλης.
Και με σιγανή φωνή μουρμούρισε:
-Το νοίκι το θέλεις σωστό, και ξέρεις να το γυρεύεις και μπροστά άνω τελεία να σα δε βγάλει κι αυτός ο φτωχός μια πεντάρα, πως θα στο πληρώσει;
-Σωπάτε , τώρα έχει δίκιο, γιατί ξημερώνει Χριστούγεννα, είπε ο ευσυνείδητος καφετζής άνω τελεία άλλες φορές φαίνεται σκληρός, ο βλογημένος.
Το κεφάλι με τον άσπρο σκούφο στο μεταξύ είχε γίνει άφαντο από το πορτάκι, ενώ ο μπαρμπ΄ Αναγνώστης ετοιμάστηκε να κλείσει. Οι τρείς χαμάληδες βγήκαν πιασμένοι ο ένας από το χέρι του άλλου και τραγουδώντας. 

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Β'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ξαφνικά ο ξένος αναγκάστηκε να παραμερίσει, γιατί δυο παιδία, που το ένα τους κρατούσε ένα φανάρι, και που μόλις είχαν κατέβει από μια σκάλα, έρχονταν προς τα εδώ. Γύρισε μερικά βήματα πίσω, προς το μέρος από όπου είχε έρθει.
Τα παιδία ήρθα κοντά, και ούτε καν τον πρόσεξαν. Ανέβηκαν τη σκάλα εκείνου ακριβώς του σπιτιού που ο ξένος το είχε κοιτάξει για πολλή ώρα. Όταν το είδε αυτό έκανε μια κίνηση, και γύρισε πάλι πίσω με ζωηρό ενδιαφέρον. Στάθηκε και έστησε αφτί.
Τα παιδιά χτύπησαν την πόρτα.
-Να ΄ρθουμε να τραγουδήσουμε, θεία;
Ύστερα από μια στιγμή ακούστηκαν από μέσα βήματα, άνοιξε η πόρτα, και μια γριά με μαύρη μαντίλα έσκυψε μπροστά και είπε με θλιβερή φωνή:
-Όχι, παιδάκια μου, τι να τραγουδήσετε από μας; Έχουμ΄ εμείς κανένα; Καλή χρονίτσα να ΄χετε, και σύρτε αλλού να τραγουδήσετε.
Τους έβαλε μια πενταρίτσα στο χέρι, και τα παιδιά έφυγαν ευχαριστημένα γιατί, χωρίς άλλο κόπο εκτός που ανέβηκαν και κατέβηκαν τη σκάλα, κέρδισαν μια πεντάρα.
Ο ξένος, αόρατος από μια γωνιά, είδε τη ρυτιδωμένη εκείνη μορφή και άκουσε την πικραμένη φωνή εκείνη. Το περίεργο ήταν ότι αναστέναξε με ανακούφιση, φάνηκε σαν να χάρηκε.
Του ήρθε τότε μια ιδέα που, χωρίς να συλλογιστεί πολύ, την έβαλε σε εφαρμογή. Αφού έκλεισε η πόρτα και η γριά έγινε άφαντη, τα παιδιά κατέβηκαν τη σκάλα ανταλλάσοντας κάποιες λέξεις.
-Τώρα έχουμε, βρε Γρηγόρη, μια κι εξηνταπέντε.
-Κι από πόσα κάνει να πάρουμε; είπε ο άλλος, που ήταν κάσσα (ταμίας). Από ογδόντα λεπτά.
-Δεν θα μοιραστούμε και την πεντάρα αυτηνής της γριάς;

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Ο Αμερικάνος»


Του Δημήτρη του Μπερδέ το μαγαζί έμοιαζε, εκείνο το βράδυ, με βάρκα, κατά τα φαινόμενα φουρτουνιασμένη, να πλέει με τον άνεμο στην πρύμνη και στο πλάι, να της χτυπούν τα κύματα τη μια πλευρά, να πηδά μέσα το νερό από την κουπαστή και να ραντίζει από την κορφή ως τα νύχια τους δύστυχους επιβάτες.
Έμοιαζε με βάρκα όπου ο κυβερνήτης της και το ναυτόπουλό του φαίνονται όλο έγνοιες, να δίνουν και να παίρνουν προστάγματα σε γλώσσα ακατάληπτη, ο ένας με δυσκολία να κατευθύνει το πηδάλιο, ο άλλος να λύνει και να δένει τα πανιά, βοηθώντας με το κουπί από την απάνεμη μεριά, να τρέχουν και οι δυο από την πρύμνη στην πλώρη, τρομάζοντας τους επιβάτες τους πιο άπειρους, που τους ραίνει ολόγυρα το αφρισμένο κύμα, κι οσφραίνονται από κοντά και γεύονται την άλμη.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα κι ο κάθε πελάτης ήθελε να κάνει τα ψώνια του.
Ο κυρ Δημήτρης ο Μπερδές έτρεχε μπρος, πίσω, έβαζε νοθευμένα ποτά στους πελάτες, πουλούσε λειψά στους αγοραστές, με την τρικυμία σκορπισμένη στην όψη και τη γαλήνη φυλαγμένη στην καρδιά, που οι φωνές των θαμώνων τον γοήτευαν, και που τον ενθουσίαζε ο κρότος των κερμάτων που έπεφταν  από την ανοιγμένη στο πάνω μέρος τρύπα, καθώς σπουργίτια στην παγίδα, στο καλοκλειδωμένο συρτάρι του.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

«Το κρυφό μανδράκι».Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Χριστούγεννα που έμμελε να κάνουν εκείνη τη χρονιά οι χριστιανοί, οι άνθρωποι του χωριού! Αν περίμεναν από το μπαρμπα-Στάθη το Γρούτσο με τη βάρκα του, που την είχε τόσες φορές καλαφατίσει και πισσώσει, να τους φέρει αρνιά να φάνε! 
Οι καιροί ήταν τόσο ακατάστατοι, με όλα τα χιόνια που είχε ρίξει γύρω στα βουνά- ως την παραλία, στην άμμο του γιαλού είχαν κατέβει τα χιόνια. Και μέσα στο χωριό είχε πιάσει το χιόνι.
Κι όλες οι στέγες των σπιτιών, από πλάκες ή από κεραμίδια, είχαν σκεπαστεί από παχύ λευκό στρώμα. Και σε όλους τους δρόμους και στα σοκάκια του χωριού είχε γίνει σωρός ένα γόνατο το χιόνι προς μεγάλη χαρά του Μιχαλιού της Μερεγκλίνας και όλων των ξυπόλυτων παιδιών της γειτονιάς, που δεν άφησαν γριά ή νέα, ή κορίτσι ή παιδί που να φορεί παπούτσια να περάσει, χωρίς να της σπάσουν τη στάμνα, ή να στραβώσουν από το ένα μάτι, ή να την κουφάνουν από το ένα αυτί με τους τεράστιους και πολύ σφιχτούς βόλους χιονιού που εξφενδόνιζαν εναντίον τους. 
Κολλούσαν μεγάλες μπάλες από χιόνι, αύξαιναν τον όγκο τους όσο γινόταν και τις έκαναν σωρό μπροστά στην αυλή της Μερεγκλίνας»· ο Μιχαλιός, που είχε από παιδί μεγάλο δαιμόνιο πλαστικής, σχεδίαζε ένα πελώριο κολοσσό σε σχήμα ανθρώπου- Τούρκου ή άσπρου Αράπη, με το σαρίκι και με την τσιμπούκα του.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

«Άνθος του Γιαλού». Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Για πολλές νύχτες στη σειρά έβλεπε ο Μάνος του Κορωνίου, εκεί που έδενε τη βάρκα του κάθε βράδυ, κοντά στα Κοτρόνια του ανατολικού γιαλού, ανάμεσα σε δύο ψηλούς βράχους και κάτω από ένα παλιό ερημόσπιτο καταερειπωμένο, - εκεί έστρωνε συνήθως την κάπα του πάνω στην πλώρη της βάρκας, και κοιμόταν ύπνο χορευτό και  νανουρισμένο, τρείς σπιθαμές ψηλότερα από το κύμα, παρατηρώντας τα άστρα και μελετώντας την Πούλια και όλα τα μυστήρια του ουρανού - έβλεπε, λέω, ανοιχτά στο πέλαγος, έξω από τα δύο ανθισμένα νησάκια, που φυλάνε σαν σκοποί την είσοδο του λιμένα, ένα μελαγχολικό φως -καντήλι, φανάρι, λαμπάδα, ή άστρο πεσμένο- να τρεμοφέγγει, εκεί μακριά, στο βάθος της σκοτεινής εικόνας, στην επιφάνεια του κύματος, και να στέκεται για ώρες, να μοιάζει σαν να πλέει, και να μένει ακίνητο.

Ο Μάνος του Κορωνίου, βαρκάρης ψαράς, ήταν αδύνατος στα μυαλά όπως και κάθε θνητός. Ήταν κιόλας αρκετό που έδενε την βάρκα του κάθε βράδυ εκεί, δίπλα στους δύο μαυρισμένους βράχους, κάτω από το ερημόσπιτο εκείνο, το ολόρθο άψυχο φάντασμα, που είχε τη φήμη πως ήταν στοιχειωμένο. Όλοι το έλεγαν «Της Λουλούδως το Καλύβι».

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου