Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπόδειγμα αγνού και αληθινού πνευματικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπόδειγμα αγνού και αληθινού πνευματικού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Υπόδειγμα αγνού και αληθινού πνευματικού

Το Γεροντικό του Αγίου Όρους

π. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

σελ  149 


Υπόδειγμα αγνού και αληθινού πνευματικού


Ό Γέροντας της Καλύβης «των Αρχαγγέλων» στη Σκήτη της Αγίας Αννης, Άνανίας Ιερομόναχος, έστειλε τον υποτακτικό του Μιχαήλ Μοναχό στη Δάφνη για επείγουσα εργασία, με τη ρη­τή εντολή, όπως επιστρέψει απαραίτητα το βράδυ στην Καλύβα τους.
Ή συγκοινωνία της Δάφνης - Αγίας Αννης γίνονταν τότε με τις βάρκες και τα κουπιά επειδή δεν είχαν βγει ακόμη οί μηχα­νές. Και για το λόγο αυτόν, όλες οί ασκητικές Καλύβες πού βρί­σκονταν στην παραλία κοντά, διατηρούσαν ψαρόβαρκες, με τις όποιες πήγαιναν και στη Δάφνη.
Ό Μοναχός Μιχαήλ, πού ήταν ένας από τους πιο καλούς και συνεπείς υποτακτικούς, ξεκίνησε το πρωί, με τη βάρκα του Γέρο -Γιωργάκη, ό όποιος, επειδή δεν είχε άλλο εργόχειρο, έκανε με τη βάρκα του τη συγκοινωνία Δάφνη - Αγιάννα. Έφτασε στη Δάφνη, τελείωσε εκεί την εργασία, για την οποίο: πήγε, άλλ' εν τω μεταξύ ο καιρός χάλασε, έπεσε στη θάλασσα δυνατός αέρας και ξεσηκώ­θηκε απότομα μεγάλη θαλασσοταραχή με θεόρατα κύματα.
Όλοι οί Πατέρες πού είχανε πάει στη Δάφνη, επειδή ήταν αδύνατο να γυρίσουν στις Καλύβες τους, άλλοι πήγαν στα γειτονι­κά εκεί Μοναστήρια, Σίμωνος Πέτρας καί Ξηροποτάμου, κι άλλοι ξεκίνησαν με τα πόδια για τις Καρυές.
Αυτό το φαινόμενο γίνονταν τακτικά καί οί Πατέρες ήταν μα­θημένοι να φέρουν κι αυτό τον Σταυρό της πρόσθετης ταλαιπωρίας, κι έτσι φορτωμένοι τους τορβάδες με τα ψώνια, πήγαιναν αγόγγυστα με τα πόδια. Με το κομποσχοίνι στο χέρι, την ευχή στο στόμα καί την καρδιά, τέλειωναν τις εργασίες τους, μέχρι πού βγήκαν, μετά από το 1933 οί μηχανές καί τα μοτεράκια καί γλίτωσαν από το πρόσθετο αυτό μαρτύριο.
Ό αδελφός Μιχαήλ, ένας Μοναχός απλός, αγαθός καί άκακος, έμεινε κοντά στην παραλιακή ακτή, στο λιμάνι της Δάφνης καί πε­ρίμενε τη θάλασσα να γαληνέψει, πού είχε κυριολεκτικά εκμανεί καί αφριζομανούσε με τα θεόρατα κύματα της, άλλ' αυτός δεν εννοούσε ν' απομακρυνθεί καί ήταν στενοχωρημένος για την εντολή πού είχε από το γέροντα του, να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι.
εκεί πού έκανε αυτές τις σκέψεις, πώς να γυρίσει πίσω στην Άγιάννα, βλέπει μπροστά του δυο λαμπροφορεμένους νέους, οί όποιοι τον ρώτησαν γιατί είναι στενοχωρημένος; Κι αυτός τους είπε:
— Έχω εντολή από το Γέροντα μου να γυρίσω οπωσδήποτε το βράδυ καί να μη μείνω ούτε μια βραδιά έξω από την ασκητική μας Καλύβα.
Οί φαινόμενοι νέοι του είπαν:
— Θέλεις να μπεις στη βάρκα μας να σε πάμε εμείς στο Γέρον­τα σου;
Ό αδελφός Μιχαήλ μετά χαράς δέχθηκε την πρόταση των νέων, μπήκε στη βάρκα τους καί

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου