Τά δύο δεκανίκια
Κυριακή τοῦ παραλύτου
(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας
«Καί παρέστησαν αὐτῶ πᾶσαι αἵ χῆραι κλαίουσαι, καί ἐπιδεικνύμεναι χιτώνας καί ἱμάτια, ὅσα ἐποίει μετ’ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς».
Συγκινητική ἡ σημερινή ἀφήγησις τοῦ Ἀποστόλου, ἀγαπητοί. Εἶναι ἕνας ὕμνος πρός τήν ἀγάπην καί μία ἐπιβράβευσις τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀγάπης.
Ζοῦσε, ἀναφέρει τό ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα, μία γυναίκα στήν Ἰόππη, πού ὀνομάζετο Ταβιθά, ἐβραίστι, ἤ Δορκάς ἑλληνιστί. Αὐτή ἡ γυναίκα ἦταν ἡ προσωποποίησις τῆς καλοσύνης.
Ὅλη της τήν ζωήν τήν ἀφιέρωνε σέ καλά ἔργα καί ἐλεημοσύνες. Ὅμως μία μέρα ἀρρώστησε καί σέ λίγο ἀπέθανε. Θρῆνος καί ὀδυρμός στήν πόλιν.
Τότε συνέπεσε νά εὑρίσκεται στήν Λύδδαν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος. Τό ἔμαθαν οἱ κάτοικοι τῆς Ἰόππης καί ἔστειλαν ἀντιπροσωπείαν, παρακαλώντας τόν Ἀπόστολον νά ἔλθη στήν πόλιν τῶν διά νά ἀναστήση τήν Δορκάδα.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐπῆγε. Συνεκινήθη ὅταν εὑρέθη στό σπίτι τῆς νεκρᾶς. Γύρω ἀπό τό φέρετρο εἶχαν μαζευθῆ χῆρες, φτωχοί, ὀρφανά, πού εἶχεν ἐλεήσει ἡ Δορκάς ὅταν ἐζοῦσε, καί ἔκλαιγαν ἀπαρηγόρητα.
