Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π.Αρσένιος ο Κατάδικος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π.Αρσένιος ο Κατάδικος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Όλα αλλάζουν. Π. Ἀρσένιος ὁ κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''.


Όλα αλλάζουν.

Με καθυστέρηση τριών ημερών πληροφορήθηκαν οι καρατούμενοι τη συνταρακτική είδηση: Πέθανε ο Πρώτος- ο Στάλιν.
Το έμαθαν από τους φύλακες. Η διοίκηση δεν το ανακοίνωσε επίσημα, άγνωστο γιατί.
Μάρτιος μήνας, χιονοθύελλες, παγωνιά… Πάγωσαν οι καρδιές στο άκουσμα του θανάτου. Ένα πέπλο αγωνίας και φόβου έπεσε βαρύ πάνω στο στρατόπεδο. 
Τι θα γινόταν τώρα; Τα πράγματα θα καλυτέρευαν ή θα χειροτέρευαν; Όλοι καταλάβαιναν ότι θα ακολουθούσαν εξελίξεις, κι αυτές τις εξελίξεις περίμεναν με αδημονία.
Στους δύο πρώτους μήνες, ως τα τέλη Μαίου, η ζωή στο στρατόπεδο κυλούσε όπως πρώτα. Από τις αρχές του Ιουνίου όμως κάτι άλλαξε. Βέβαια, το πρόγραμμα ήταν πάντα το ίδιο, η δουλειά πάντα σκληρή, το φαγητό πάντα λίγο και άθλιο, οι θάνατοι πάντα συχνοί. Σαν να φύσηξε όμως ένας νέος άνεμος, σαν να μαλάκωσε κάπως η συμπεριφορά των επόπτων και των φυλάκων, σαν να έγινε αμήχανη και απολογητική η στάση της διοικήσεως. Και το κυριότερο: Δεν έφερναν νέους κρατούμενους.
Πέρασε έτσι ένας χρόνος περίπου. Και ήρθαν αλλαγές πιο ουσιαστικές, πιο αισθητές. Η διατροφή έγινε πολύ καλύτερη, οι βρισιές και οι απειλές σταμάτησαν εντελώς, οι ανακρίσεις δεν συνοδεύονταν πια από ξυλοδαρμούς, οι αριθμοί ξηλώθηκαν από τα ρούχα και οι κρατούμενοι προσδιορίζονταν από τα ονοματεπώνυμά τους.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Ὁ Μιχαήλ. Π. Ἀρσένιος ὁ κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος Β'. Τελευταίο.


Ὁ Μιχαήλ

Ὄλ’ αὐτά ὁ π. Ἀρσένιος τά ἔβλεπε καί τά καταλάβαινε. Ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἑτοιμοθάνατου μοναχοῦ του ἔδειχνε, πώς ἕνας ἄνθρωπος μέ βαθειά πίστη μπορεῖ νά μείνει κοντά στό Θεό ἀκόμα καί κάτω ἀπό τίς πιό ἀντίξοες περιστάσεις, ἀκόμα καί  σέ καιρούς τόσο χαλεπούς ὅσο καί οἱ δικοί τους, μέ τούς ἐπαναστατικούς ἀναβρασμούς, τή σταλινική προσωπολατρία, τίς προβληματικές ἀνθρώπινες σχέσεις, τήν ἐπίσημη κρατική ἀθεία, τό γενικό ποδοπάτημα τῆς πίστεως, τήν ἠθική κατάπτωση, τή διαρκῆ ἀστυνόμευση καί τίς καταδόσεις, τήν ἔλλειψη πνευματικῶν ὀδηγών.
Μήτε σέ σκήτη μήτε σέ μοναστήρι μακρινό συνάντησε ὁ Μιχαήλ τόν Θεό, ἄλλα μέσε στήν τύρβη τῆς ζωῆς, στή λάσπη τοῦ κόσμου, στή σκληρή πάλη μέ τίς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Συστηματική πνευματική καθοδήγηση δέν εἶχε δεχτεῖ.
Συμπτωματικά μόνο εἶχε συναντήσει τρεῖς-τέσσερις ἱερεῖς καί εἶχε μιλήσει μαζί τους γιά πνευματικά θέματα. Γιά ἕνα χρόνο ἐπίσης εἶχε στενή καί εὐφρόσυνη ἐπικοινωνία μέ τόν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, πού τόν ἔκειρε μοναχό.
 Ἀκολούθησαν δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ καλοῦ ἐκείνου ἐπισκόπου. Κι ὕστερα δέν ἀπόμεινε στό Μιχαήλ παρά μόνο ὁ φλογερός, ὁ ἀπερίγραπτος πόθος του νά πλησιάζει ὅλο καί πιό κοντά στόν Κύριο.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Ὁ Μιχαήλ. Π. Ἀρσένιος ὁ κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος A'.


Ὁ Μιχαήλ

Ἡ ἐπιθεώρηση τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι, ἀφοῦ μετρήθηκαν, ὁδηγήθηκαν στό θάλαμο. Ἡ πόρτα κλειδώθηκε.
Πρίν κοιμηθοῦν, μποροῦσαν νά κουβεντιάσουν γιά λίγο, ν’ ἀνταλλάξουν τίς ἐντυπώσεις τους ἀπό τό στρατόπεδο, νά ποῦν τά νέα της ἡμέρας, νά παίξουν μία παρτίδα ντόμινο ἤ ἁπλά ν’ ἀναπολήσουν τά περασμένα ξαπλωμένοι στά κρεβάτια τους. Δύο ὧρες ἀργότερα ἀκούγονταν ἀκόμα κάποιες σκόρπιες κουβέντες, κι αὐτές ὅμως σιγά-σιγά ὑποχωροῦσαν. Ἡ σιωπή κυριαρχοῦσε, καθώς οἱ κρατούμενοι παραδίνονταν στόν ὕπνο.
Γιά πολλή ὥρα μετά τό κλείσιμο τῆς παράγκας ὁ π. Ἀρσένιος στεκόταν πλάι στό κρεβάτι του καί προσευχόταν. Ὕστερα ξάπλωνε κι αὐτός, συνεχίζοντας τήν προσευχή ὥσπου ν’ ἀποκοιμηθεῖ.
Κάποια νύχτα, μία ὥρα περίπου μετά τά μεσάνυχτα, ἐνίωσε κάποιον νά τόν σκουντάει. Πετάχτηκε πάνω καί ἄκουσε μία ταραγμένη φωνή νά τοῦ ψιθυρίζει:
-Ἔλα γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καί σέ ζητάει!
Ὁ ἑτοιμοθάνατος βρισκόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα. Ἀνάσαινε βαριά καί ἀκανόνιστα. Τά μάτια τοῦ ἦταν ἀνοιχτά διάπλατα, ἀφύσικα.
-Συγχωρέστε μέ… Σᾶς χρειάζομαι… Φεύγω…, εἶπε στόν π. Ἀρσένιο, καί πρόσθεσε σχεδόν προστακτικά:
-Καθῆστε.
Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στήν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τό λιγοστό φῶς ἔκανε νά λαμποκοποῦν σάν διαμάντια οἱ χοντρές σταγόνες τοῦ ἱδρώτα, πού κάλυπταν τό χλωμό πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθάνατου.

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

«Μητέρα τοῦ Θεοῦ μήν τούς ἀφήσεις!» . Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος Β'. (Τελευταίο)


«Μητέρα τοῦ Θεοῦ μήν τούς ἀφήσεις!»

Ἡ παράγκα ἔφευγε, χανόταν μέσα στό σκοτάδι. Κι ἐκεῖνος προχωροῦσε ἀργά, ἀφήνοντας πίσω του τόν κόσμο τοῦτο καί πλησιάζοντας σέ ἕνα ὑπέρλαμπρο, ἕνα σαγηνευτικό φῶς, πού φαινόταν κάπου μακριά.
Εἶδε τόν Σαζίκωφ νά φέρνει ἕνα κύπελλο μέ νερό κοντά στά νεκρωμένα χείλη του. Μάταια προσπάθησε νά τοῦ τό ρίξει μέσα στό στόμα. Τό νερό χύθηκε πάνω στό πρόσωπό του καί μούσκεψε τό λιγδιασμένο προσκεφάλι.
Προχωροῦσε. Προχωροῦσε πρός τό φῶς. Μά σέ μία στιγμή ἐνίωσε πώς δέν μποροῦσε νά φύγει μακριά ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους, πού μαζί τους εἶχε μοιραστεῖ τίς πίκρες καί τά βάσανα τῆς φυλακῆς- τόν Ἀλέξιο, τόν Ἀλέξανδρο, τόν Φέντια, τόν Ἰβᾶν, τόσους καί τόσους. Στάθηκε ὅλος ἀγωνία. Γύρισε πίσω.
Μία κραυγή ἱκεσίας ξεπήδησε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του:
-Κύριε! Κύριε! Μήν τούς ἐγκαταλείψεις! Βοήθησέ τους καί σῶσε τους!
Ἄρχισε νά κλαίει μέ λυγμούς.
-Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μήν τούς ἀφήσεις!
Ἀπόκριση δέν ἔπαιρνε καμιά. Σιωπή, ἀπέραντη σιωπή! Ἔβλεπε μόνο, μέ θεία παραχώρηση, τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων- ἄλλες πυρακτωμένες κι ὁλοφοτες ἀπό τήν φωτιά τῆς πίστεως, ἄλλες σάν φλόγες ἀδύναμες καί τρεμάμενες, ἄλλες σάν μισόσβηστες σπίθες, ἄλλες μαῦρες κι ὁλοσκότεινες ἀπό τήν ἀπιστία. Ταράχθηκε-Κύριε!

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

«Μητέρα τοῦ Θεοῦ μήν τούς ἀφήσεις!». Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος Α'.


«Μητέρα τοῦ Θεοῦ μήν τούς ἀφήσεις!»

Τό θερμό ἐξουθενωμένο καλοκαίρι ἔδωσε τή θέση του στό βροχερό καί κρύο φθινόπωρο.
Ἡ γῆ τή μία πάγωνε καί τήν ἄλλη λάσπωνε.
Στό θάλαμο ἡ ὑγρασία ἦταν βασανιστική. Τά ροῦχα τῶν κρατούμενων δέν στεφάνωναν καθόλου. Βρεγμένα ἦταν ὅταν ἔπεφταν στό κρεβάτι, βρεγμένα ὅταν σηκώνονταν, βρεγμένα καί ὅταν γύριζαν ἀπό τήν δουλειά.
Ἔπεσε ἐπιδημία γρίππης. Ἡ ἔλλειψη φαρμάκων καί ἰατρικῆς φροντίδας τήν ἔκανε θανατηφόρα. Κάθε μέρα πέθαιναν ἀπό τρεῖς ἕως πέντε ἄνθρωποι στόν θάλαμο .
Ἦρθε ἡ σειρά καί τοῦ π. Ἀρσενίου: Κομμάρες, βήχας, ἐφιδρώσεις, πυρετός 40ο C. Ἔπεσε στό κρεβάτι.
Σέ τέτοιες περιπτώσεις δέν γινόταν εἰσαγωγή στό νοσοκομεῖο τοῦ στρατοπέδου. Ἐκεῖ ἔστελναν συνήθως ὅσους τραυματίζονταν βαριά, στή δουλειά ἤ σέ συμπλοκές, καί σπανιότερα ὅσους ἔπασχαν ἀπό πολύ σοβαρές ἀσθένειες. Ποτέ ἐκείνους πού προσβάλλονταν ἀπό γρίππη. Αὐτοί ἔμεναν στόν θάλαμο, ὥσπου νά γίνουν καλά ἤ νά πεθάνουν.
Στό στρατόπεδο ἐπικρατοῦσε, ἀνάμεσα στούς ἄλλους, καί τοῦτος ὁ ἄγραφος νόμος: Στέκεσαι στά πόδια σου; Δούλευε! Ἔπεσες; Ἀπόδειξε ὅτι δέν ὑποκρίνεσαι. Τό ἀπέδειξες; Θά φροντίσουν γιά τήν θεραπεία σου μόνο ἄν ἡ διοίκηση δώσει σχετική ἐντολή.
Ὅταν ἀρρωστήσει ἕνας κρατούμενος, καί μόνο ἄν ἔχει ὑψηλό πυρετό, πρέπει νά πάρει ἄδεια ἀπό τόν ἁρμόδιο ἐπόπτη γιά νά πάει στό ἰατρεῖο. Ἐκεῖ θά τοῦ μετρήσουν τόν πυρετό.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

«Οὐ εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα...». Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος Β'. (Τελευταίο)


«Οὐ εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα...»
(Ματθ. 18:20)

Τούς ἔσπρωξαν μέσα μέ δύναμη. Ἔπεσαν κι οἱ δύο σάν τά σακιά στό πάτωμα.
Ἡ πόρτα...ἡ ἀμπάρα....οἱ φωνές....τά βήματα.....κι ἐπειτα ἡσυχία.
Ὁ π. Ἀρσένιος καί ὁ Ἀλέξιος ἔμειναν μόνοι στό σκοτάδι. Τό λιγοστό φεγγαρόφωτο, πού ἔμπαινε μεσ’ ἀπό τό στενό παραθυράκι μέ τά σιδερένια κάγκελα, μόλις πού τούς ἐπέτρεπε νά διακρίνουν τίς σιλουέτες τους.
Ὁ π.Ἀρσένιος σηκώθηκα ἀργά.
-Νά, λοιπόν, Ἀλέξιε, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε ἐδῶ, νά μείνουμε μόνοι, οἱ δυό μας... Κάνει κρύο... Κρύο, Ἀλέξιε!
-Θά παγώσουμε, π. Ἀρσένιε!  Θά παγώσουμε!  Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος!  Πρέπει νά πηδᾶμε, νά πηδᾶμε συνέχεια. Ἀλλά δέν ἔχω δυνάμεις... Καί εἶναι τόσο στενά ἐδῶ... Μᾶς περιμένει ὁ θάνατος.. Δέν εἶναι ἄνθρωποι αὐτοί, π. Ἀρσένιο!  Οἱ ἄνθρωποι δέν κάνουν τέτοια πράγματα... Καλύτερος εἶναι ὁ τουφεκισμός!
Ὁ π. Ἀρσένιος σώπαινε.
-Γιατί δέν μιλᾶτε; Γιατί, π. Ἀρσένιε;....
Ὁ Ἀλέξιος σχεδόν φώναζε. Ἡ ἀπάντηση ἀκούστηκε σάν νά ἐρχόταν ἀπό μακριά, πολύ μακριά.
-Προσεύχομαι, Ἀλέξιε!
-Μά γιά ποιό πράγμα νά προσευχηθοῦμε ἐδῶ μέσα, ὅταν πιά παγώνουμε;

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

«Οὐ εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα...» . Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''. Μέρος Α'


«Οὐ εἰσὶ δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι, εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα...»
(Ματθ. 18,20)

Ἕνας νέος κρατούμενος ἦρθε στὸ θάλαμο, καταδικασμένος σέ κάθειρξη εἴκοσι χρόνων βάσει τοῦ ἄρθρου 58. Ἦταν φοιτητής, μόλις εἰκοστριῶν ἐτῶν, καὶ τὸν ἔλεγαν Ἀλέξιο.
Μέ τήν ἀπειρία  καὶ τή ζωηράδα τῆς νιότης, δὲν ἄργησε νὰ ἔρθει σὲ  ρήξη μέ τούς ἐγκληματίες. Δέν εἶχε κάνει ποτέ πρίν σέ φυλακές ἤ στρατόπεδα, κι ἔτσι ἀγνοοῦσε πώς ἄν δέν ἤθελε νά πεθάνει πολύ σύντομα, ἔπρεπε νά σωπαίνει, νά ὑποχωρεῖ, νά συμβιβάζεται....
 Τά ροῦχα του ἦταν σχεδόν καινούργια. Οἱ ἐγκληματίες ἀποφάσισαν νά τόν γδύσουν.  Παλιό τό «ἔθιμο»-ἔπαιζαν στά χαρτιά τά ροῦχα τῶν νεοφερμένων. Ὅποιος κέρδιζε, τά ἔπαιρνε δικαιωματικά. Κάθε ἀντίσταση ἤ ἀντίδραση ἰσοδυναμοῦσε μέ θάνατο.
Νικητής ἀναδείχθηκε ὁ Ἰβάν Κάριι.
Πλησίασε τό παλληκάρι καί τοῦ εἶπε παγερά:
-Βγάλε, φιλαράκο, τά κουρέλια σου!
Ἔτσι ἄρχισε τό δράμα. Ὁ Ἀλέξιος τόν κοίταξε σάν χαμένος. Μιλοῦσε σοβαρά; Ἦταν δυνατό νά τοῦ ἁρπάξει τά ροῦχα μέ τό ἔτσι θέλω καί νά τόν ἀφήσει γυμνό; Μπά, θ’ ἀστειευόταν... Ὄχι, δέν θά τοῦ τά δώσει. Ὅχι!
Ἔτσι,  λοιπόν, ὁ Κάριι ἀποφάσισε νά στήσει «κωμωδία» γιά νά διασκεδάσει τούς συντρόφους του.
Μέ χαϊδευτική φωνή καί εἰρωνικά γλυκόλογα προσπάθησε νά «πείσει» τόν Ἀλέξιο, ὅτι τό συμφέρον του ἦταν νά ὑποκύψει χωρίς ἀντίσταση. Καί ξάφνου, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, τοῦ κατάφερε τό πρῶτο χτύπημα.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

«Πάντοτε τὸ ἀγαθὸ διώκεται». Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''


«Πάντοτε τὸ ἀγαθὸ διώκεται». (Α΄Θεσ. 5.15)
π. Ἀρσένιος ο κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''

Τελευταῖα ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἐξαντληθεῖ ἐντελῶς.  Μὲ πολλὴ δυσκολία συγύριζε τό θάλαμο. Βλέποντας τήν κατάστασή του οἱ ἄλλοι κρατούμενοι, ἔκαναν ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι τους γιά νά τόν βοηθήσουν.
Μοναδικό του στήριγμα ἦταν ἡ προσευχή. Ὅσοι εἶχαν πιό στενές σχέσεις μαζί του, τὸν ἔβλεπαν κάποτε-κάποτε μεταρσιωμένο. Θαρρεῖς καὶ δὲν βρισκόταν στὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ κάπου μακριά, πολύ μακριά, σ’ ἕνα κόσμο φωτεινό καί πανευφρόσυνο, πού μονάχα ὁ ἴδιος γνώριζε.
Καθὼς ἐργαζόταν, τά χείλη του δέν ἔπαυαν οὔτε στιγμή νά κινοῦνται ἀθόρυβα σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Καί ξαφνικά ἔβλεπες τό πρόσωπό του νά λάμπει καί νά στολίζεται μ’ ἕνα οὐράνιο χαμόγελο θείας εὐδαιμονίας. Ὅποιος ἦταν δίπλα του ἐκεῖνες τὶς στιγμές ξεχνοῦσε τή δυστυχία καί τά προβλήματά του, ἔνιωθε ἀπερίγραπτη  χαρά και εὐφορία, ἔπαιρνε δύναμη καί κουράγιο....
Αὐτή ἡ ἐσωτερική κατάσταση ὅμως δέν ἐμπόδιζε τόν π. Ἀρσένιο νά εἶναι κοντά στούς συναθρώπους του, νά γλυκαίνει τόν πόνο τους μέ τήν ἀπέραντη ἀγάπη του, νά κάνει πάντα τό καλό. Ἡ προσευχή καί ἡ φιλανθρωπία ἦταν τά δυό φτερά τῆς ψυχῆς του.
Βοηθοῦσε ὅλους τούς κρατούμενους χωρίς διάκριση -ἐπειδή καί τούς ἀγαποῦσε ὅλους χωρίς διάκριση.

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

«Σταματῆστε!». Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''


 ‘‘Σταματῆστε!’’
 π. Ἀρσένιος ο κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376''

Ἔπιασαν φοβερές παγωνιές. Οἱ κρατούμενοι, δουλεύοντας ὅλη μέρα μέσα στό φαρμακερό κρύο, ἀποξύλιαζαν.
Πέθαιναν πολλοί!.... Σχεδὸν κάθε βράδυ γύριζαν στὸ θάλαμο λιγότεροι.  Σύντομα ὅμως ὁ ἀριθμός τους συμπληρωνόταν μέ ἄλλους.
Ἡ κατάσταση ἦταν δύσκολη γιά τούς πολιτικούς κρατούμενους.  Μετά τή δουλειά, κατάκοποι καὶ ξεπαγιασμένοι καθώς ἦταν, δέν εἶχαν ἄλλη παρηγοριά, μά οὔτε καί ἄλλην ἐλπίδα γιά νά κρατηθοῦν στή ζωή, ἀπό τό φτωχικό συσσίτιο.
Μιά φορά, λοιπόν, οἱ ποινικοί κατάδικοι τούς ἅρπαξαν μέ τή βία τό ψωμί. Ὅταν αὐτό ἔγινε καί τήν ἑπομένη μέρα, ὁ κόμπος ἔφτασε στὸ χτένι.
Μετὰ τὸ φαγητό, ὅταν ὅλοι μαζεύτηκαν στὴν παράγκα καί οἱ πόρτες κλείστηκαν, ἄναψε καβγάς θανάσιμος ἀνάμεσα στούς πολιτικούς κρατουμένους καί τούς ἐγκληματίες.
Ἐπικεφαλῆς τῶν πολιτικῶν ἦταν ὁ Ἀφσένκωφ, δυό-τρεῖς πρώην στρατιωτικοί καί πέντε διανοούμενοι, ἐνῶ τῶν ποινικῶν ὁ Ἰβάν Κάριι,  διαβόητος κακοποιός, ταραχοποιός καί δολοφόνος. Ἀκαταγώνιστος χαρτοπαίκτης, εἶχε ἕνα μακάβριο χόμπυ:Ἔπαιζε στά χαρτιά ἀνθρώπινες ζωές! 
Οἱ πολιτικοί φώναζαν μέ ἀγανάκτηση:
-Φτάνει πιά! Ἀπαιτοῦμε δικαιοσύνη καί τάξη!

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376'' - Μαρτυρίες -3ο "Οι μπότες"

Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ
''ΖΕΚ - 18376''
3ο "Οι μπότες"
Αναμνήσεις του κρατουμένου Αντρεσένκο, γραμμένες το 1966.

Έμενα στο θάλαμο του π. Αρσενίου, αλλά δεν είχα επαφές μαζί του. Η ευκαιρία να γνωρίσω το μεγαλείο της ψυχής του μου δόθηκε το 1954. Και η αιτία ήταν... ένα ζευγάρι παλιές τσόχινες μπότες!
Θα πάρω όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Μόλις είχε μπει ο χειμώνας, χειμώνας βαρύς και άγριος. Την εποχή αυτή τα πόδια χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα. Πρέπει να είναι στεγνά και ζεστά, αλλιώς ξεπαγιάζουν, πρήζονται και τελικά νεκρώνονται.
Όταν γυρίζαμε από τη δουλειά, τα πόδια μας ήταν παγωμένα και πονούσαν αφόρητα. Οι μπότες μούσκεμα. Πως όμως να τις στεγνώσεις; Δίπλα στις ξυλόσομπες έβαζαν τις μπότες τους κάθε βράδυ οι εγκληματίες . Που χώρος για τις δικές μας. Μόνο τη νύχτα μπορούσαμε να τις στεγνώσουμε, αλλά τότε, χωρίς αμφιβολία, θα έκαναν φτερά . Έτσι έμεναν σχεδόν πάντα βρεγμένες .
Μια μέρα, την ώρα της δουλειάς τα πόδια μου χώθηκαν μέσα σ' ένα ρυάκι .Μέχρι το βράδυ πάγωσαν εντελώς . Οι φτέρνες κόλλησαν στις μπότες. Τα πέλματα με πονούσαν φρικτά.
Σύρθηκα ως την παράγκα. Δεν είχα κουράγιο να πάω για φαγητό. Έπεσα στο κρεβάτι βογγώντας.
"Σήμερα-αύριο ψοφάω", συλλογίστηκα ανατριχιάζοντας, πριν βυθιστώ σ' έναν εφιαλτικό λήθαργο.
Σε μια στιγμή, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, αισθάνομαι ότι κάποιος προσπαθεί να μου βγάλει τις μπότες.
"Μ' έχουν αποφασισμένο, φαίνεται. Αλλά για κοίτα! Ακόμα δεν τα τίναξα, και αρπάζουνε τις μπότες μου... Χαλάλι τους! Εγώ σβήνω, και για τις μπότες θα νοιαστώ;".
Δεν σαλεύω. Δεν ανοίγω καν τα μάτια.
Να, κατάφερε να βγάλει τη μία μπότα... Τόσο προσεκτικά, τόσο μαλακά. Έβγαλε και τη δεύτερη... Ξετύλιξε τα βρεγμένα ποδόπανα και άρχισε να μου τρίβει τα πόδια.
Είμαι πάντα ακίνητος, μισοναρκωμένος .
Νιώθω όμως όλα όσα μου κάνει εκείνος ο άγνωστος.
Δέν ξέρω πόσην ώρα έτριβε τα ξυλιασμένα πόδια μου. Εκείνο που ξέρω είναι πως έπαψαν να πονούν, ζεστάθηκαν, ξαναζωντάνεψαν.
Ανακουφισμένος, αποκοιμήθηκα...
Ένα δυνατό χαστούκι με κάνει να ξυπνήσω αλαφιασμένος.
- Γιατί δεν σηκώνεσαι;
Πάνω απ' το κεφάλι μου βλέπω τον επικεφαλής του συνεργείου να με κοιτάζει άγρια.
Πετάγομαι απ' το κρεβάτι.
Τα πόδια μου γυμνά - πού είναι οι...;
Με πλησιάζει ένας κοκαλιάρης γέρος και μου δίνει τις μπότες και τα ποδόπανα. Στεγνά!
Δεν μου λέει τίποτα. Δεν του λέω τίποτα. Δεν έχω καιρό μήτε να σκεφτώ. Αρπάζω απ' τά χέρια του τ' ανέλπιστα δώρα, τα βάζω μάνι-μάνι και τρέχω στη δουλειά.
Το ίδιο βράδυ ο γέρος στέγνωσε πάλι τις μπότες μου. Και το επόμενο. Και πολλά ακόμα βράδια. Έτσι μ' έσωσε...
Αλλά ξέρετε τι ακριβώς έκανε; Ακούστε και θαυμάστε: Έβαζε τις μπότες δίπλα στη σόμπα και τις φύλαγε όλη νύχτα για να μην τις κλέψουν! Τις φύλαγε αγρυπνώντας και
κάνοντας προσευχή. Τη μέρα δούλευε, όπως όλοι. Και τη νύχτα έκανε προσευχή, προσέχοντας τις μπότες μου. Για πολύ καιρό.
Μ' αυτόν τον τρόπο γνωριστήκαμε. Αρχίσαμε να συζητάμε. Με σαγήνεψε. Πρώτα, βέβαια, με την απερίγραπτη αγάπη του, την καλοσύνη και την αυτοθυσία του. Κι έπειτα με τη σπάνια σοφία του, τη φρόνηση και τη διάκριση του.
Μια μέρα του φανέρωσα τον μεγάλο πόνο μου: Θα πέθαινα στο στρατόπεδο και δεν θα

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376'' - Μαρτυρίες -2ο "Ξεπαγιάζω..."

Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ
''ΖΕΚ - 18376''



2. "Ξεπαγιάζω..."

Αναμνήσεις συγκρατουμένου του π. Αρσενίου, αγρονόμου-προέδρου Κολχόζ από την Καλούγκα

Γνώρισα τον Πέτρο Αντρέγιεβιτς στη διάρκεια μιας πορείας . Πώς να ξεχάσω εκείνη τη μέρα...
Ξεκινήσαμε από το στρατόπεδο πρωί-πρωί, με θερμοκρασία -30°C κι έναν άνεμο τυραννικό. Καμιά δεκαριά χιλιόμετρα ήταν όλη κι όλη η απόσταση που θα καλύπταμε μέσα σε τέσσερις-πέντε ώρες. Ωστόσο, πάνω απ' τα παλιόρουχά μας δεν φορούσαμε παρά μόνο το μπουφάν.
Σε λίγο ένιωθα την παγωνιά να μου τρυπάει τα κόκαλα. Και σε δυο ώρες άρχισα να ξυλιάζω.
Έριξα ένα βλέμμα γύρω μου. Όλοι οι κρατούμενοι έτρεμαν. Οι φρουροί, μολονότι ντυμένοι με χοντρές κάπες, κρύωναν κι αυτοί. Και τα σκυλιά ήταν καλυμμένα μ' ένα παχύ στρώμα πάχνης.
...Βαδίζουμε. Κοντοστεκόμαστε. Συνεχίζουμε. Παραπατάμε. Στηριζόμαστε στον διπλανό μας. Προσπαθούμε να προχωρήσου με πιο γρήγορα για να ζεσταθούμε. Μα...
Τα χέρια και τα πόδια μου δεν τα αισθάνομαι πια. Παγώσανε.
- Πιο γρήγορα! Κουνηθείτε! Θα ξεπαγιάσετε!
Οι φωνές των φρουρών είναι ανώφελες.
Σκοντάφτω σε κάθε βήμα. Ζαλίζομαι. Κάπου-κάπου παραμιλάω.
Κάποιος με συγκρατεί απ' το μπράτσο. Βλέπω θολά ένα γεροντάκι να βαδίζει δίπλα μου. Απόρησα. Γιατί

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Π.Αρσένιος ο Κατάδικος ''ΖΕΚ - 18376'' - Μαρτυρίες 1)Πως βρήκα την πίστη

Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ
''ΖΕΚ - 18376''



Χρονολογικό διάγραμμα της ζωής του π. Αρσενίου

1894: Γεννιέται στη Μόσχα.
1911: Αποφοιτά από το πρακτικό λύκειο και εγγράφεται στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο της Μόσχας.
1917: Αποφοιτά από το πανεπιστήμιο. Συντάσσει τις πρώτες τεχνοκριτικές μελέτες για την αρχαία ρωσική αρχιτεκτονική.
1917-1919: Ζει στην έρημο της Όπτινα. Κείρεται μοναχός και χειροτονείται ιερέας.
1919: Με την ευλογία του πατριάρχου Μόσχας αγίου Τύχωνος (11925) ιερουργεί σε ναούς της πρωτεύουσας.
1921: Διορίζεται προϊστάμενος ενοριακού ναού.
1927: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο βορρά.
1929: Επιστρέφει από την εξορία, αλλά δεν του επιτρέπεται να ζει σε ακτίνα μικρότερη των 100 χιλιομέτρων από τη Μόσχα. Γίνεται πάλι προϊστάμενος ναού. Κατά διαστήματα έρχεται κρυφά στη Μόσχα και συναντά τον ομολογητή επίσκοπο Αθανάσιο Ζαχάρωφ (11962), ο οποίος χειροτονεί πνευματικά του παιδιά.
1931: Συλλαμβάνεται και εξορίζεται για πέντε χρόνια στο Βολογκόντσκ.
1936: Συλλαμβάνεται, φυλακίζεται για ένα χρόνο και εξορίζεται πάλι.
1938: Επιστρέφει από την εξορία με τον όρο να ζει μόνο στις περιοχές Βολογκόντσκ, Βλαντιμίρ και Αρχάγγελσκ.
1939: Εξορίζεται για τρίτη φορά στη Σιβηρία και μετά στα Ουράλια.
1942: Βρίσκεται σε Στρατόπεδο Ειδικού Καθεστώτος.
1958 (Μάρτιος): Απολύεται από το στρατόπεδο και αναχωρεί για το Ροστώφ -Βελίκι της επαρχίας Γιαροσλάδ.
1975: Αποβιώνει και ενταφιάζεται στο Ροστώφ-Βελίκι.



1). Πως βρήκα την πίστη


Αναμνήσεις της Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα.
 
Στην οικογένεια μου αντιμετώπιζαν τη θρησκεία σχεδόν αδιάφορα. Τιμούσαν, βέβαια, την Εκκλησία, αλλά σαν ένα ιστορικό θεσμό της πατρίδας μας και συνάμα σαν ένα φολκλορικό στοιχείο του εθνικού

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου