«Εἰσὶ δὲ τρεῖς διαφοραὶ ψεύδους’ ἔστιν ὁ ψευδόμενος κατὰ διάνοιαν καὶ ἔστιν ὁ ἐν λόγῳ ψευδόμενος καὶ ἔστιν ὁ εἰς αὐτὸν τὸν βίον αὐτοῦ ψευδόμενος» (ἀββᾶ Δωροθέου, Περὶ Ψεύδους, ΕΠΕ «ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ», τ. 12, σ. 434).
Ὑπάρχουν τρεῖς γενικοὶ τρόποι γιὰ νὰ λέμε ψέματα καὶ νὰ εἴμαστε ψευδόμενοι, γράφει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος.
α. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νὰ ψεύδεται κάποιος κατὰ διάνοια. Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ὑπόνοια καὶ ἡ καχυποψία. Αὐτὸς ποὺ ἔχει καχυποψίες, ἐὰν δεῖ κάποιον νὰ ὁμιλεῖ μὲ ἕναν ἄλλο, ὑποπτεύεται πὼς μιλοῦν γι’ αὐτόν. Ἐὰν διακόψουν τὴν ὁμιλία, ὑποψιάζεται πὼς διέκοψαν γι’ αὐτόν. Ἡ καχυποψία, ποὺ εἶναι μιὰ μορφὴ ψεύδους, τὸν κάνει νὰ μὴ λέγει τίποτε τὸ ἀληθινό, ἀλλὰ νὰ κατασκευάζει ὅλο ὑποθέσεις. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς περιπτώσεως αὐτῆς εἶναι περιέργειες, κρυφακούσματα, καταλαλιές, κατακρίσεις καὶ μαλώματα.β. Ὁ δεύτερος τρόπος εἶναι νὰ ψευδόμαστε μὲ τὸν λόγο. Ἕνας ποὺ εἶναι ψεύτης στὰ λόγια προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσει τὶς ἁμαρτίες του, τὰ πάθη του ἢ προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του μὲ ψέματα. Τροποποιεῖ τὶς κατηγορίες εἰς βάρος του μὲ ψέματα. Λέγει ψέματα γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες του. Ψεύδεται γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει, νὰ ἀποφύγει πολλὲς καταστάσεις ἢ γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα καὶ ἀγαθά. Αὐτὸς ποὺ λέγει ψέματα στὰ λόγια του φτάνει στὸ σημεῖο νὰ μὴν τὸν πιστεύουν οἱ ἄλλοι, ἔστω καὶ ἂν λέγει ἀλήθεια.
γ. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ὅταν ψεύδεται κάποιος μὲ τὸν βίο του. Ἄλλη εἶναι ἡ πραγματικὴ ζωὴ ποὺ κάνει καὶ ἄλλη δείχνει νὰ κάνει. Εἶναι ἄσωτος, ἀλλὰ ἐμφανίζεται ἐγκρατής. Εἶναι πλεονέκτης καὶ ἐμφανίζεται ἐλεήμονας καὶ μιλᾶ μὲ θέρμη γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη. Εἶναι ὑπερήφανος καὶ θαυμάζει τὴν ταπεινοφροσύνη. Προβάλλει τὴν ἀρετὴ ἢ γιὰ νὰ σκεπάσει τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ νὰ τὸν θαυμάζουν οἱ ἄλλοι. «Οὗτος οὐκ ἔστιν ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλὰ διπλοῦς». Εἶναι διπλοπρόσωπος. Ἡ κατάσταση τῆς ὑποκρισίας συνδέεται στενὰ μὲ τὸ ψεῦδος, καὶ μάλιστα μερικὲς φορὲς ἡ ὑποκρισία καὶ τὸ ψεῦδος
