Μοναχός Νεκτάριος Προδρομίτης (1808-1903)
Γεννήθηκε στην πόλη Χούση της Ρουμανίας το 1808 από ευσεβέστατους γονείς. Από μικρός ανεδείχθη σε άριστο πρωτοψάλτη με τη βαθιά του γνώση και τη γλυκύτατη φωνή του. Νέος, φερμένος από τον αδελφό του μοναχό Αθανάσιο, φόρεσε τα μοναχικά ράσα στη μονή Τσιολάνου Μπουζάου. Κατόπιν μαζί τα δύο αδέλφια, πήγαν για προσκύνημα στο Άγιον Όρος και τα Ιεροσόλυμα. Τελικά ο Νεκτάριος εκάρη μοναχός στη μονή Νεάμτς της Μολδαβίας.Το 1845 τα δύο αδέλφια κατοίκησαν σ’ ένα Κελλί της περιοχής της Βίγλας της Μεγίστης Λαύρας, όπου έμειναν επί δεκαέξι έτη. Η υπέρμετρη άσκηση του Νεκταρίου ήταν θαυμαστή. Όλη την εβδομάδα την περνούσε δίχως να εξέρχεται διόλου του Κελλίου του, παρά μόνο τις Κυριακές κι εορτές, που πήγαινε με τον αδελφό του στη σκήτη του Προδρόμου, για να ψάλλει ως ένας ενσώματος άγγελος. Όλη τη Σαρακοστή ήταν έγκλειστος και τρεφόταν με μουσκεμένα κουκιά. Είχε το χάρισμα των δακρύων και την ευχή του Ιησού αέναη.
Διακρίθηκε και τελειοποιήθηκε στην ψαλτική τέχνη. Οι Αγιορείτες τον ονόμαζαν «νέο Κουκουζέλη», «το αηδόνι του Αγίου Όρους». Οι Ρουμάνοι τον έλεγαν «το αηδόνι της Μολδαβίας». Όλοι τον θαύμαζαν για την υπέροχη ψαλμωδία του. Κατένυσσε τους πάντες.
