Λιάνα Κανέλλη, περιοδικό «Ἄρδην» τεῦχος 11, 1997
Τό Ἅγιον Ὅρος, τήν τύχη τήν ἀγαθή εἶχα νά τό πρωταντικρίσω ἐγώ πετώντας μ' ἕνα «Μιράζ 2000» πάνω ἀπ' τόν Ἄθω πέρυσι τέτοιες μέρες. Ἦταν τό δῶρο τῶν φρουρῶν τοῦ Αἰγαίου, ὅπως ἔκτοτε ἀποκαλῶ τούς πιλότους τῆς πολεμικῆς μας ἀεροπορίας, γιά τή γιορτή τῶν ἀρχαγγέλων, τή δική τους, πρός μία δημοσιογράφο πού ἐπιμένει νά μετράει τίς ἀναχαιτίσεις τῶν ἀπέναντι κι ὄχι τίς παραβιάσεις τους. Λέγω «τύχη ἀγαθή» κι ἄς μέ ποῦν μελοδραματική, ὅσοι δέν ἔνιωσαν τό προνόμιο νά ἀεροζυγιάζονται μέ τά σύννεφα. Νά περιδιάβαιναν τίς κατοικίες τῶν ἀγγέλων.
Νά βλέπουν μ' ὅλα τά κύτταρα τοῦ φθαρτοῦ σώματός τους, τήν προσευχή ὡς αὔρα χαρμολύπης νά ἐγκολπώνεται σκῆτες καί μοναστήρια, τίς κατοικίες τῶν ἐραστῶν μίας ταπεινότητας, πού ἀντέχει χίλια χρόνια τώρα νά ὑπερασπίζεται μέ πίστη κι ἀγάπη τούς πολλούς καί ἄπιστους.
Νά βλέπουν μ' ὅλα τά κύτταρα τοῦ φθαρτοῦ σώματός τους, τήν προσευχή ὡς αὔρα χαρμολύπης νά ἐγκολπώνεται σκῆτες καί μοναστήρια, τίς κατοικίες τῶν ἐραστῶν μίας ταπεινότητας, πού ἀντέχει χίλια χρόνια τώρα νά ὑπερασπίζεται μέ πίστη κι ἀγάπη τούς πολλούς καί ἄπιστους.
