ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ»- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989
Πρακτικὲς ὑποτυπώσεις
(Παραμονὴ Α´ ἑβδομάδος Μ. Τεσσαρακοστῆς)
Θέλω νὰ σχολιάσω τὸ θέμα τῆς μετανοίας, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ μερικὰ πράγματα ποὺ μὲ προεκάλεσαν καὶ ἀπὸ τὸν προσωπικό μου βίο, ἀλλὰ καὶ γενικώτερα. Βλέπω ὅτι μοναχοὶ στὶς ἡμέρες αὐτὲς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, εὑρίσκουν καιρὸ καὶ ἀσχολοῦνται μὲ θέματα ἐπουσιώδη καὶ λόγω τῆς ἀπειρίας τους ὅταν τοὺς ἐρωτήσης γιατὶ ἀσχολοῦνται μὲ αὐτά, ἀπαντοῦν: «Ἐπειδὴ εἶχα καιρὸ καὶ δὲν εἶχα τίποτε ἄλλο νὰ κάνω». Αὐτὸ εἶναι ἕνα εἶδος μικροψυχίας, νὰ μὴν πῶ ὀλιγοπιστίας. Δὲν ἔχεις τί νὰ κάνῃς; Ἴσως νὰ ἐτελείωσες τὸ διακόνημά σου καὶ ἔχεις ἕνα περιθώριο χρόνου. Τότε πήγαινα στὸ κελλί σου. Τὸ κελλὶ εἶναι τὸ ἐργαστήριο τῆς μεταβολῆς τοῦ χαρακτῆρος σου. Δὲν πηγαίνεις νὰ γονατίσης ἐκεῖ μέσα; νὰ κτυπήσης τὸ μέτωπό σου κάτω, νὰ κτυπήσης τὸ στῆθος, τὴν «ἐνθήκη» τῶν κακῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν «ἐνθήκη» τῶν καλῶν; Καὶ νὰ κτυπήσεις ἐκεῖ τοῦ Ἰησοῦ τὴν πόρτα; Νὰ ζήτησης, νὰ αἰτήσης, νὰ ἐπιμένῃς, οὕτως ὥστε νὰ σοῦ ἀνοίξη;
Ἔπειτα κάθεσαι καὶ δὲν μελετᾷς; Μά, οἱ μοναχοὶ εἶναι θεολόγοι. Ἐπὶ Βυζαντίου, στὸ Πανεπιστήμιο
τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὑπῆρχαν ὅλοι οἱ ἐπιστημονικοὶ κλάδοι. Ὅλες οἱ γνώσεις τῶν ἀνθρώπων. Μόνο ἡ θεολογία ἀπαγορευόταν. Ἡ θεολογία ἦταν στὶς ἱερὲς Μονές. Δὲν ἐθεωρεῖτο ἀνθρώπινη γνῶσι. Στοὺς μοναχοὺς ἀνήκει ἡ θεολογία, διότι ἐρχόμενοι σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεὸ προσωπικά, δέχονται τὶς ἐλλάμψεις καὶ ἀποκαλύψεις καὶ γίνονται θεολόγοι. Γιατί λοιπόν, νὰ μὴν ἀνοίξωμε τὸ Πανεπιστήμιό μας ἐδῶ, ἡμέρα καὶ νύκτα καὶ νὰ γίνωμε πραγματικοὶ θεολόγοι; Εἶδα καὶ ἐπιμένω καὶ δὲν ὑποχωρῶ, ὅτι τόση Χάρι παίρνει ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὴν μελέτη στὸ κελλί του, μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἀπολύτου ἡσυχίας, σχεδὸν ἴση με αὐτὴ ποὺ δίνει ἡ προσευχή. Εἰς αὐτὸ ἐπιμένω,
