Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Καβιώτης Κώστας, δια Χριστόν σαλός. (Μέρος Α')

 
 Καβιώτης Κώστας, δια Χριστόν σαλός.  (Μέρος Α')
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

   Όλοι οι Καρυώτες γνώριζαν τον Κώστα και του έδειχναν αγάπη και συμπάθεια. Τον έβλεπαν να περιφέρεται στις Καρυές, να λειτουργείται τακτικά στο Πρωτάτο, να κάνει τις τρέλες του, και όλοι ήταν σε απορία.
Είναι τρελός, πάσχει στα μυαλά του η κάνει τον τρελό και είναι διά Χριστόν σαλός;
Το ήρεμο, φωτεινό, αν και άπλυτο πρόσωπό του, και μερικά σοφά και προορατικά που έλεγε, προβλημάτιζαν τους πατέρες. Ήταν ήσυχος, άκακος, δεν πείραζε κανέναν και δεν ζητούσε τίποτε από κανέναν.
Αλλά ποιος ήταν ο Κώστας; Ήταν μοναχός ή λαϊκός; Αυτό ήταν μυστήριο ανεξιχνίαστο.
   Γεννήθηκε στις 10-2-1898 στο Καλέντζι Δωδώνης της Ηπείρου από τον Σταύρο Αγγελή και την Ανθούλα. Ήρθε για μοναχός και έμενε για ένα διάστημα στο Διονυσίου ως δόκιμος. Ύστερα ήρθε στις Καρυές και έμενε σαν Καβιώτης σ’ ένα ερειπωμένο κελί στο Σαράι.
Φορούσε μια καλογερική σκούφια, είχε γένια και μαλλιά, και απ’ αυτό φαινόταν σαν καλόγερος. Αντί για ράσα φορούσε ένα πανωφόρι, μία παλαιά χλαίνη.
Το χειμώνα κυκλοφορούσε σχεδόν γυμνός με ένα κουρέλι πάνω του μέχρι τα γόνατα, ενώ το καλοκαίρι φορούσε παλτό δεμένο στη μέση με σχοινί.
Ποτέ του δεν πλύθηκε και ποτέ του δεν έπλυνε τα ρούχα του.
Όταν δεν έπαιρναν άλλη λίγδα, τα άπλωνε στη βροχή, πλένονταν μόνα τους και αφού στέγνωναν, τα φορούσε. Πήγαινε στον παπα-Γαβριήλ το Μακκαβό. Εκείνος τον λυπόταν, του έδινε φαγητό και έριχνε μέσα στα ρούχα του σκόνη για τους ψύλλους που τον έτρωγαν.
Είχε ένα «μπακράτσι» (κονσερβοκούτι με ένα σύρμα για χερούλι), γι’ αυτό μερικοί τον αποκαλούσαν «μπακρατσά».
 Πήγαινε σε Κονάκια ή σε Κελιά και περίμενε ώρες, μέχρι να ανοίξει την πόρτα μόνος του ο νοικοκύρης. Εκείνος καταλάβαινε και του έβαζε φαγητό στο μπακράτσι. Ό, τι του έδιναν, σούπα, γλυκά, σαλάτα, τα έβαζε όλα μαζί, και μερικές φορές συμπλήρωνε με νερό το «μπακράτσι» του. Έκανε μετάνοια, έλεγε ευχαριστώ και έφευγε.
   Πήγαινε στο Κουτλουμούσι και καθόταν με τους πατέρες στην τράπεζα τελευταίος. Τέσσερις-πέντε μερίδες φαγητού τις ανακάτευε όλες και πότε ξεσπούσε σε δάκρυα με λυγμούς, πότε σε γέλια. Ο ηγούμενος παπα-Μακάριος τον είχε σε μεγάλη ευλάβεια και έλεγε σ’ ένα νέο καλογέρι που ήταν τραπεζάρης: «Τον Κώστα και τα μάτια σου. Να τον προσέχεις και να του δίνεις ό, τι ζητήσει».
   Άλλες φορές τον έβλεπαν οι πατέρες να στέκεται στραμμένος προς το κοιμητήρι, απέναντι από το Πρωτάτο, για μια-δύο ώρες. Τον άκουγαν να ψιθυρίζει κάτι, να κάνει μορφασμούς, αλλά δεν καταλάβαιναν τι έλεγε. Μήπως έκανε προσευχή για τους κεκοιμημένους;
   Το ίδιο έκανε και άλλες φορές. Καθόταν στο δρόμο και ψιθύριζε. Ήταν συνεπαρμένος, προσηλωμένος ο νους του σ’ αυτά που έλεγε μουρμουριστά. Οι πνευματικοί πατέρες πίστευαν ότι στιχολογούσε το Ψαλτήρι, ηρπάζετο ο νους του και δεν καταλάβαινε ότι τον πλησίασαν άνθρωποι. Όταν του μιλούσαν συνερχόταν, έκανε κάποιες χειρονομίες, καμιά σαλότητα και έφευγε, κρύβοντας την πνευματική του εργασία.

  Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
"Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"
σελ. 99-109

25 Αὐγούστου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου