Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Δυσκολίες. Μέρος ΙΔ'. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος


 Δυσκολίες. Μέρος ΙΔ'
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα 

Λιγότερο διαδομένη, ἀλλά κι αὐτή μέ ἀρκετά θύματα ἀπό τό ντόπιο πληθυσμό, ἦταν ἡ λέπρα. Μή ἔχοντας οἱ κάτοικοι ἄλλο τρόπο νά προφυλαχθοῦν ἀπό τή φρικτή ἀσθένεια, μόλις ἀντιλαμβάνονταν ὅτι κάποιος εἶχε προσβληθεῖ, τόν ἔδιωχναν νά κατοικήσει μόνος του σέ μακρινό ἐρημικό μέρος. Ἐκεῖ πέθαινε ἐγκαταλελειμένος καί ἀβοήθητος, χωρίς κανείς νά ἐνδιαφερθεῖ οὔτε καί γι’ αὐτή τήν ταφή τοῦ λειψάνου του.
Ὅμως καμιά φορά ὁ Θεός οἰκονομεῖ διαφορετικά τά πράγματα. Νά τί συνέβη σέ μιά περιοδεία μου:
Ἦταν  χειμώνας βαρύς καί ταξίδευα μέ τά ἕλκηθρα στίς βόρειες περιοχές, κάπου στήν περιοχή τοῦ Κλιουτσέφσκ.  Περνοῦσα ἀπό ἕναν τραχύ καί ἐντελῶς ἔρημο τόπο, ὅταν ξαφνικά τά σκυλιά ξέφυγαν ἀπό τό δρόμο καί ὅρμησαν σέ μιά πυκνή συστάδα θάμνων.  Μάταια προσπάθησε ὁ ἁμαξάς νά τά συγκρατήσει. Οὔτε τά λουριά οὔτε τό μαστίγιο οὔτε οἱ φωνές του μπόρεσαν νά τά γυρίσουν στή σωστή πορεία.  Σάν ἀπό μιά ἀόρατη δύναμη ὁδηγημένα, πέρασαν μεσ’ ἀπό τούς θάμνους καί στάθηκαν σ’ ἕνα μικρό ξέφωτο.
Τότε εἶδα ἕνα μοναχικό, ξύλινο καλυβάκι, ἀόρατο ἀπό τό δρόμο.  Μόλις τά σκυλιά στάθηκαν μπροστά του, ἔβγαλαν ἕνα διαπεραστικό οὐρλιαχτό.  Κι ἀμέσως βγῆκε στήν πόρτα ἕνας νεαρός καμτσαντάλος.  Πίσω του φάνηκε τό κεφάλι μιᾶς νέας γυναίκας μέ ἐρωτηματικό βλέμμα.
Πλησίασα.  Πρόσεξα πώς ὁ ἄντρας  ἦταν λεπρός. Ὁλόκληρη ἡ δεξιά πλευρά του, τό πρόσωπό καί τό σῶμα, ἦταν μιά φρικτή πληγή, σάπια καί πυώδης, πού μύριζε ἀπαίσια.
Τούς χαιρέτησα.  Μοῦ ἀνταπέδωσε τό χαιρετισμό μέ σεβασμό, κάνοντας βαθιά ὑπόκλιση.  Βιάστηκαν ὅμως νά μέ πληροφορήσουν πώς εἶχα μπεῖ σέ ἀπαγορευμένη περιοχή. Λόγω τῆς λέπρας τοῦ νέου ἄντρα, μιά ἔκταση γύρω ἀπό τήν καλύβα ἀκτίνας μερικῶν ἑκατοντάδων μέτρων ἦταν σέ καραντίνα. Οἱ γύρω κάτοικοι τό γνώριζαν καί ποτέ δέν πλησίαζαν.
Εἶδα ἕνα καλωσυνάτο φόβο ζωγραφισμένο στά πρόσωπά τους. Ἀνησυχοῦσαν γιά τήν ὑγεία τή δική μου καί τῶν συνοδῶν μου.
-Μήν ἀνησυχεῖτε, τούς καθησύχασα. Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερε ὥς ἐδῶ. Δέν ὑπάρχει ἑπομένως φόβος γιά μᾶς. Ὁ Θεός θά μᾶς φυλάξει. Πές μου ὅμως-στράφηκα στό λεπρό- ποιά εἶν’ αὐτή ἡ γυναίκα;
-Ἡ σύζυγός μου.  Καί εἶναι τελείως ὑγιής. Ἀλλά, μπάτουσκα, σᾶς παρακαλοῦμε πολύ, ἐλᾶτε μέσα στό φτωχικό μας. Ἔχουμε κι ἕνα νεογέννητο παιδάκι.
Μπῆκα μέσα στό ξύλινο καλυβάκι. Μ’ ἔπνιξε ἡ δυσοσμία. Ἕνα δωμάτιο ἦταν ὅλο κι ὅλο, μ’ ἐλάχιστα φτωχικά ἔπιπλα.  Τ’ ἀπαραίτητα μόνο: ἕνα τραπέζι, μερικές καρέκλες, ἕνα διπλό κρεβάτι, μερικά ράφια.  Τά εἶχε φτιάξει μόνος του ὁ λεπρός, καθώς εἶπε, μέ ξύλα ἀπό τό δάσος. Ἀπ’ τό χαμηλό ταβάνι κρεμόταν μιά κούνια. Ἐκεῖ μέσα κοιμόταν ἀμέριμνο τό νεογέννητο ἀγοράκι. Σέ μιά γωνιά, πάνω σ’ ἕνα μικρό ραφάκι, πῆρε τό μάτι μου μιά εἰκόνα του Κυρίου κι ἕνα κερί μισοκαμμένο.
-Μπάτουσκα, μιά χάρη νά σᾶς ζητήσουμε. Ἐφόσον ὁ Θεός σᾶς ἔφερε ὥς ἐδῶ, θά μπεῖτε στό κόπο νά βαπτίσετε τό παιδί μας; Χρόνια ἔχουμε νά δοῦμε παπά.  Καί ἴσως νά μήν ξαναδοῦμε ποτέ πιά...
Τά μάτια τῆς γυναίκας βούρκωσαν.
-Ναί, παιδιά μου, εἶπα συγκινημένος. Ἄς ἑτοιμάσουμε ὅ,τι χρειάζεται γιά τή βάπτιση.
Ἡ γυναίκα ἔβγαλε χαρούμενη ἀπό ἕνα ντουλάπι μιά εὐρύχωρη ξύλινη λεκάνη. Ἦταν μεγάλο κούτσουρο, προσεκτικά καί ἐπιτήδεια σκαμμένο.
-Εἶναι ἡ κολυμβήθρα, εἶπε.  Τή σκάλισα μόνη, σιγά-σιγά, μόλις διαπίστωσα ὅτι περίμενα παιδί. Εἶχα σκοπό νά πάω κρυφά, κάποια νύχτα, στό Κλιουτσέφσκ καί νά παρακαλέσω τον ἐφημέριο νά ἔρθει γιά τή βάπτιση τοῦ βρέφους.  Φοβόμουν ὅμως πώς δέν θά δεχθεῖ. Ἀδιάκοποα ἔκανα προσευχή στήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας νά οἰκονομήσει ἕναν τρόπο, ὥστε νά μή μείνει τό παιδί ἀβάπτιστο.  Καί νά!  Τόσο ἀπροσδόκητα ἤρθατε ἐσείς!  Ἄς εἶναι δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
Ἔφερα ἀπό τό ἕλκηθρο μου τά ἀπαραίτητα γιά τό μυστήριο καί βάπτισα τό μικρό μέσα σέ ἀτμόσφαιρα βαθειᾶς κατανύξεως. Ἔμεινα μαζί τους ὅλη τήν ἡμέρα.  Οἱ ἀγωγιάτες δέν τόλμησαν νά πλησιάσουν. Κατασκήνωσαν πέρα ἀπό τούς θάμνους ὅπου ἄναψαν φωτιά καί μαγείρεψαν.
Συζητώντας μέ τούς δυό ἐρημίτες συζύγους, ἔμαθα πώς μερικά χρόνια πρίν ὁ ἄντρας εἶχε ἀρρωστήσει ξαφνικά ἀπό λέπρα. Ἀμέσως τόν ἔδιωξαν ἀπό τό χωριό. Ἡ γυναίκα του τόν ἀκολούθησε παρ’ ὅλο πού ἦταν ὑγιής.  Πιστή καί ἀφοσιωμένη, δέν θέλησε ν’ ἀφήσει μόνο του τό σύντροφό της στήν ἐξορία. Ἔφτιαξαν σ’ ἐκείνη τήν ἐρημιά τό ξύλινο καλύβι τους, τό ἐπίπλωσαν καί ἀποφάσισαν νά πεθάνουν ἐκεῖ μάζί. Ζοῦσαν μέ ποταμίσια ψάρια, καρπούς καί ρίζες.
Τόλμησα νά τή ρωτήσω πῶς ἀποφάσισε, ὑγιής ὅπως ἦταν ἐκείνη, ν’ ἀκολουθήσει τό λεπρό σύζυγό της σ’ ἕνα τόσο σκληρό δρόμο.
-Μά εἶναι ὁ ἄντρας πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀπάντησε με ἁπλότητα. Πῶς νά τόν ἀφήσω; Τώρα μάλιστα ἔχουμε καί γιό!  Βαπτισμένο κιόλας!  Εἶμαι πολύ εὐχαριστημένη.  Ποτέ δέν θά χωριστῶ ἀπ’ τούς ἀγαπημένους μου.... Ἡ ζωή μας καί ἡ ζωή τοῦ παιδιοῦ μας εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἑτοιμάστηκα νά φύγω.  Μέ δάκρυα στά μάτια μέ χαιρέτησαν.  Τά τελευταῖα τους λόγια ἦταν:
-Μή μᾶς ξεχνᾶτε, σᾶς παρακαλοῦμε, στίς προσευχές σας... Μή μᾶς ξεχνᾶτε...
Ὄχι, δέν τούς ξέχασα ποτέ ἐκείνους τούς ὑπέροχους ἀνθρώπους.  Μέχρι σήμερα εἶναι στή καρδιά μου, στή σκέψη μου καί στήν προσευχή μου. Τί ν’ ἀπέγιναν;  Δέν ξέρω, ὁ Κύριος ξέρει. Πάντως ποτέ δέν τούς ξαναεῖδα.  Εἶμαι ὅμως ἥσυχος.  Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τά λόγια τους: «Ἡ ζωή μας καί ἡ ζωή τοῦ παιδιοῦ μας εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ»...


Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
σελ.164-172

Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου