Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Πόλεμος μέ τή σάρκα. Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς


 Πόλεμος μέ τή σάρκα 
 Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν

Δέν ἔχασε καιρό ὁ πονηρός.  Σέ λίγες μέρες ρίχνεται πάλι στό Νήφωνα, φλογίζοντας κι ἐρεθίζοντάς τον τώρα μέ πορνικούς λογισμούς. Ὁ ὅσιος ὅμως, καταλαβαίνοντας πώς ἦταν δαιμονικός πόλεμος μονολόγησε:
-Πάλι τά ἴδια, ταλαίπωρε Νήφων! Ἀπ’ τήν ἀρχή πάλι!...
Κι ἀπό κείνη τή μέρα ἄρχισε νά τρώει μονάχα ξερό ψωμί, ἐκτός ἀπ’ τά Σαββατοκύριακα. Ἔπειτα ἔτρωγε μόνο φροῦτα ὁλόκληρη τήν ἑβδομάδα.  Καί μετά ἔτρωγε μέρα παρά μέρα.  Κάποτε ἔμενε νηστικός μέχρι καί μία ἑβδομάδα, χωρίς νά πίνει οὔτε νερό.  Μ’ αὐτόν τόν τρόπο δάμαζε σκληρά καί ταπείνωνε τή σάρκα του.  Συνήθιζε μάλιστα νά λέει:
-Ἄς ὑποθέσουμε, πώς ἕνας ἄνθρωπος νηστεύει σαράντα μέρες. Ἕνας ἄλλος πάλι τρώει κανονικά ὅλη τήν ἑβδομάδα, δέν πίνει ὅμως καθόλου νερό. Ἔ, λοιπόν, ὁ δεύτερος κάνει σκληρότερη ἄσκηση ἀπό τόν πρῶτο. Γιατί, ὅποιος τρώει χωρίς νά πίνει νερό, βασανίζεται φοβερά.  Καμίνι ἀνάβει στά σπλάχνα του! Ὅποιος ὅμως νηστεύει καί τό ψωμί καί τό νερό, ἔχει ἀγώνα εὐκολότερο. Γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τόν πρῶτο.
Πότε-πότε, παρόλο πού καιγόταν ὁ μακάριος ἀπό τή δίψα, ἤθελε νά περιγελάσει τό διάβολο. Ἔβαζε τότε νερό στό ποτήρι του κι ἔλεγε:



-Ὤ, τί ὡραῖο καί δροσερό νερό θά πιοῦμε, ψυχή μου! Μά μόλις πού ἄγγιζε μέ τή γλώσσα του τό ποτήρι, κι εὐθύς ἔχυνε τό νερό στή γῆ!

Ὁ πονηρός διάβολος, σαστισμένος ἀπό τήν ἐφευρετική ἀγωνιστικότητα τοῦ ὁσίου, ἀπομακρυνόταν γρυλίζοντας.-Ἄχ, Νήφων! Ὅλες μου τίς δυνάμεις τίς τσάκισε ἡ χάρη τοῦ Σταυρωμένου, καί τά τεχνάσματά μου τ’ ἀχρήστεψε ἡ θεϊκή δύναμη, πού ’χεις μέσα σου!

Μ’ ὅλες τίς ἧττες του, δέν τό ἔβαλε κάτω ὁ παγκάκιστος. Ὁπλίστηκε πάλι μέ τούς σαρκικούς πειρασμούς καί ὅρμησε στό ἅγιο τήν ὥρα πού κοιμόταν.  Τόν ἐρέθισε μέσα στόν ὕπνο του καί τόν ἔκανε νά δεῖ στ’ ὄνειρό του πώς ἁμάρτησε μ’ ἕνα παιδί!
Ἐκεῖνος ξύπνησε καί πετάχτηκε ὄρθιος.  Καταλαβαίνοντας ἀμέσως πώς ἦταν πειρασμός, βάζει φωνή:
-Ἀλίμονο στόν ὑπναρά τό Νήφωνα!  Τί νά κάνουμε τώρα; Τίποτ’ ἄλλο ἀπό τό «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν»10.
Ζύγιασε μέ τό νοῦ του τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, πού διέπραξε τάχα στ’ ὄνειρό του, κι ἔβγαλε τήν ἀπόφαση:
-Θά δοκιμάσεις τώρα δά, ἀντί γιά ἡδονή, πικρή ὀδύνη!
Πιάνει στή στιγμή ἕνα κοντό ξύλο κι ἀρχίζει νά χτυπάει ἄγρια τά πόδια του.  Τά χτύπησε τόσο, πού γιά καιρό μετά ἦταν μελανιασμένα.
Ὅταν ἀπόκαμε πιά νά δέρνεται, στράφηκε στό Θεό. Προσευχόταν μέ στεναγμούς κι ἔλεγε:
-Ἐλέησέ με, Κύριε,
πού ἁμάρτησα βαριά.
Συγχώρεσέ με, τόν ἄσωτο,
τόν αἰσχρό, τόν μολυσμένο,
καί ὁδήγησέ με στό δρόμο τῶν ἐντολῶν Σου,
πού τόσο πόθησα11.
Ὡστόσο συνέχισε νά παλεύει πολύ σκληρά μέ τό πνεῦμα τῆς πορνείας, πού δέν ὑποχωροῦσε. Ἀναγκάστηκε κάποτε νά χτυπάει τό σῶμα του καί μέ πέτρες! Μέ τόση μανία πολεμοῦσε τούς γαργαλισμούς τῆς ἀκολασίας.
Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια ἔδωσε φοβερές μάχες μέ τή σάρκα. Ὕστερα πιά ὁ Θεός τόν λύτρωσε ἀπ’ αὐτή τή δοκιμασία, παύοντας τόν πόλεμο.  Καί νά πῶς:
Κοιμόταν κάποτε, καί τοῦ φάνηκε πώς βρέθηκε σ’ ἕνα μεγάλο κάμπο.  Κι ἤτανε, λέει, τ’ ἀπόκρυφα μέρη του γεμάτα βρωμερές ἀκαθαρσίες πού τόν βάραιναν πολύ. Ἐπιπλέον ἡ ἀφόρητη δυσοσμία τους ἀνέβαινε ὥς τό πρόσωπό του καί τόν ἀηδίαζε.  Δέν ἤξερε ὅμως τί νά κάνει.
Ἐκεῖ πού στεκόταν ἀμήχανος, τόν πλησιάζει ξαφνικά ἕνας λευκοντυμένος καί τοῦ λέει:
-Ἔλα μαζί μου.
Ὁ Νήφων τόν ἀκολούθησε, συγκρατώντας μέ τό ἕνα χέρι τό βρωμερό φορτίο –τόσο ἦταν τό βάρος του.
Στάθηκε μπροστά σ’ ἕνα λάκκο γεμάτο βοῦρκο. Στράφηκε τότε ὁ ἄγγελος καί λέει στό Νήφωνα:
-Ἄδειασε ἐδῶ μέσα ὅ,τι ἔχεις στ’ ἀπόκρυφά σου.
Τό ἔκανε, κι ἀμέσως ξαλάφρωσε.  Το βρωμερό βάρος ἔφυγε ἀπό πάνω του, μά ταυτόχρονα ἔνιωσε σά νά ξεριζώθηκαν μαζί καί τ’ ἀπόκρυφα μέλη του καί να ’πεσαν κι αὐτά μέσα στό λάκκο. Ἀπ’ τό φρικτό πόνο ξύπνησε.  Στό μεταξύ ὁ λευκοντυμένος τοῦ εἶπε:
-Εἰρήνευε,  ἐξαίσιε Νήφων!
Κι ἔγινε ἄφαντος.
Τότε μόλις συνειδητοποίησε ὁ μακάριος πώς τόν ἐπισκέφθηκε ἄγγελος Κυρίου, καί δόξασε τόν Πανάγαθο.
Ἀπό τό γεγονός αὐτό καί στό ἑξῆς, καθώς ὁμολογοῦσε ὁ ἴδιος, δέν εἶχε πιά καμιά ἐξουσία ἐπάνω του τό πνεῦμα τῆς πορνείας. Μά κι ὅταν τόν πολεμοῦσε, πάντα ἔβγαινε δυνατότερος ἀπ’ αὐτό λέγοντάς του:
-Ἔννοια σου, πονηρέ, καί ξέρω σέ τί μέ σπρώχνεις. Νά ποθήσω γυναίκα καί ν’ ἁμαρτήσω μαζί της. Ὅμως τί εἶν’ ἡ γυναίκα; Σάρκα, πού φοράει ροῦχα.  Σάρκα πού καταλήγει στόν τάφο, ὅπου σαπίζει καί βρωμίζει. Κι ἡ σάρκα αὐτή τί ἔχει!  Αἷμα καί λίπη καί νεῦρα.  Καί παράμεσα εἶν’ ἡ κοιλιά, γεμάτη δυσοσμία κόπρανα... Ποιά ἡδονή νά βρεῖ κανείς σ’ αὐτά; Ἀδιάντροπε σκύλε!  Κοπροφάγε!  Τέτοια μέ βάζεις νά ποθήσω; Μά ὅλα τοῦτα εἶναι φθορά κι ἀνυπόφορη δυσωδία.  Πῶς μπορῶ λοιπόν νά τά γευθῶ; Χάσου ἀπό μπροστά μου, ἀκάθαρτο πνεῦμα!
Τά ἔχανε ὁ διάβολος μέ τήν ἐξυπνάδα του καί μαζευόταν ἀπό φόβο.  Κι ὅταν ὁ Νύφων τόν ἔβλεπε νά φεύγει ντροπιασμένος, στεκόταν καί τόν παρατηροῦσε κοροϊδευτικά, χλευάζοντας τήν ἀδυναμία του. Μολαταῦτα, ὁ πονηρός δέν ἄφηνε ἥσυχο τόν ἅγιο.  Πάλι καί πάλι ριχνόταν ἐναντίον του, μέ νέες κάθε φορά ἐπινοήσεις καί ἐπιβουλές.
Μιά μέρα, ἐκεῖ πού καθόταν ἀμέριμνος ἀλλά καί ἄγρυπνος, στράφηκε καί ρώτησε τό Θεό:
-Κύριε, ἔφυγε τάχα ὁλότελα ἀπό κοντά μου ὁ διάβολος;
Μά πρίν ἀποσώσει καλά-καλά τό λόγο του, βλέπει λίγο μακρύτερα ἀπ’ τό κελλί του, πάνω σέ κάτι ἀκαθαρσίες, ξαπλωμένο ἕνα μαῦρο σκύλο.
‟Λές νά ’ναι δαίμονας αὐτός ὁ σκύλος;’’ Συλλογίστηκε, ἐνῶ τόν ἔδειχνε μηχανικά μέ τό δάκτυλό του.
Ἐκεῖνος τότε πετάχτηκε πάνω και χύμηξε στόν ὅσιο, θέλοντας, θαρρεῖς, νά τόν ξεσκίσει. Μά σάν ἔφτασε κοντά του, στάθηκε.
-Ἐμένα θέλεις; τόν ρώτησε μ’ ἀνθρώπινη λαλιά. Νά, λοιπόν, ἦρθα!
Ὁ ἅγιος ὅμως τόν ἔκανε ἄφαντο μ’ ἕνα του φύσημα.
Ἄλλοτε πάλι,καθώς κοιμόταν καθισμένος σ’ ἕνα στασίδι τῆς ἐκκλησίας, ἔρχεται ὁ διάβολος, ἀνεβαίνει στά πόδια του κι ἀρχίζει νά τόν τραντάζει.
Ἔκεῖνος ξύπνησε ἀμέσως καί δοκίμασε νά σηκωθεῖ, μά δέν μποροῦσε. Λές κι ἦταν δεμένος.  Κατάλαβε. Ὁ πονηρός εἶχε κάνει πάλι τό ‟θαῦμα’’ του!  Τόν ἔφτυσε κατάμουτρα καί τόν ἐπιτίμησε:
-Ὦ ἀδιόρθωτε ἐχθρέ τοῦ Θεοῦ!  Τόσα ἔπαθες ἀπό τόν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, κι ἀκόμα μυαλό δέν ἔβαλες;
Τότε κατόρθωσε νά κουνήσει λίγο τό δεξί του πόδι.  Τό σήκωσε μέ κόπο καί, δίνοντας τάχα μιά κλωτσιά στό σατανά, τοῦ εἶπε:
-Ὁ Θεός, πονηρέ, νά σ’ ἀφανίσει ἐντελῶς! Ὅσο γιά μένα, δέν φοβᾶμαι τίς αἰσχρές ἐπιβουλές σου.
Ἀμέσως σηκώθηκε καί προσευχήθηκε:
-Κύριε ὁ Θεός μου,
Ἐσύ, πού σοφά ὅλα τ’ ἀρίθμησες,
Ἐσύ, πού μέ τήν ἄπειρή Σου δύναμη
ξεδίπλωσες τόν οὐρανό καί κατασκεύασες τή γῆ,
Ἐσύ, πού κρατᾶς ὅλη τήν κτίση μές στή χούφτα Σου,
δῶσε μου ἐξουσία κατά τῶν πονηρῶν πνευμάτων,
γιά ν’ ἀξιωθῶ νά τά συντρίψω
δυναμωμένος ἀπό τ’ Ἅγιό Σου Πνεῦμα.
Μέ σηκωμένα τά χέρια του στόν οὐρανό ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, συνέχισε νά προσεύχεται γιά ὥρα....


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
 (σελ.43-48)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
  Ὀκτωβρίου 2013

Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Ἅγιος Νήφων Κωνσταντιανῆς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου