Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

π. Σάββας Αγιορείτης. Τί είναι η πνευματική ζωή; - Μέρος στ'« Απαραίτητα στοιχεία -μέσα, της πνευματικής ζωής»


π. Σάββας Αγιορείτης
Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ 


ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ-ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ:


1)ΣΥΝΕΧΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ «ΖΗΤΕΙΤΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΥΤΟΥ».

2)ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

3)ΜΥΣΤΙΚΗ ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ: ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

4)ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ, ΑΣΚΗΣΗ, ΝΗΣΤΕΙΑ, , ΝΕΚΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ, ΕΚΚΟΠΗ-ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ-ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ

Συνεχής ζήτηση τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Κύριος μέ τήν κρυμμένη Χάρη Του πού βρίσκεται μέσα μας μᾶς ἔχει δώσει τά πάντα. Θέλει νά ἀνάψει ἡ φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας. Γιαυτό τόν σκοπό ἐνανθρώπισε. Μᾶς εἶπε: «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆς καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη;».
Άναψε άραγε μέσα μας η φωτιά; Μήπως, ενώ βαπτισθήκαμε και διαλέξαμε τον Χριστόν, ενώ αρχίσαμε πνευματικά, τώρα συνεχίζωμε σαρκικά, παίζοντας έτσι κορώνα γράμματα το μέλλον μας; Η πνευματική ζωή χαρακτηρίζεται από μία έντασι ζητήσεως του Χριστού. Απαιτεί διαρκώς να τον σκεπτώμεθα και να τον ζητάμε. «Εμνήσθην του Θεού και ηυφράνθην», λέγει ο Ψαλμωδός(29). «Ζητείτέ με και ευρήσετέ με», λέγει ο Κύριος(30). Όταν τον ζητάμε, θα τον βρούμε και θα γεμίση η ζωή μας από ευφροσύνη. «Ζητᾶτε Ἐμένα συνεχῶς» μᾶς λέγει ὁ Κύριος. Γιαυτό μᾶς δίδαξε τήν παραβολή τοῦ πολύτιμου μαργαρίτη.
Πολλά μας κρύβουν τον Χριστόν και πολλά μας απορροφούν, ώστε να μην μπορούμε να τον έχωμε διαρκώς ενώπιόν μας. Και τα ιερώτερα γεγονότα και πρόσωπα της ζωής μας μπορούν να γίνουν εμπόδια: το επάγγελμα, το σπίτι, τα παιδιά, ο άνδρας, η γυναίκα, οἱ γονεῖς μας, τα πάντα. Είναι δύσκολες οι συνθήκες. Η πνευματική ζωή όμως είναι μία μάχη κατά την οποίαν πρέπει να έχωμε διαρκώς το βλέμμα μας εις τον Θεόν, να ζητάμε τον αρχηγό μας.
Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο
τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωσι. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ. - Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο;
- Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις;
- Ποιόν;
- Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου
απήντησε εκείνος.
Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο σπάνια σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας(31), λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό; Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει.
Ας μην ξεχνάμε ότι δώσαμε έναν όρκο• τον όρκο ότι θα μείνωμε πιστοί σε αυτόν μέχρι τέλους της ζωής μας(32) όπως ο γυιος ενός βασιλιά. Τον κάλεσε ο πατέρας του, τον έβαλε μπροστά στο Ευαγγέλιο και του είπε: Θέλω, παιδί μου, εδώ να μου ορκισθής πίστι μέχρι την τελευταία σου στιγμή. Το παιδί άρπαξε το ξίφος του, το έβαλε επάνω στο Ευαγγέλιο και ωρκίσθηκε. Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε το παιδί. Κάποτε ήρθαν εχθροί, έπιασαν τον βασιλιά, τον πήραν αιχμάλωτο μακριά από την πατρίδα. Ο γυιος έμεινε ελεύθερος. Αν ήθελε, μπορούσε να γίνη και βασιλιάς. Όμως μέσα στο μυαλό του τριγυρνούσε συνεχώς η σκέψις του όρκου, που είχε δώσει στον πατέρα του τον βασιλιά. Ωρκίσθηκα, έλεγε, και πρέπει να μείνω πιστός. Και μία ημέρα, νύχτα ακόμη, αρπάζει το άλογό του, χυμάει στον δρόμο, περνάει μέσα από το εχθρικό στρατόπεδο, για να βρη τον αιχμάλωτο βασιλιά, να του δείξη πως έμεινε πιστός στον όρκο του. Στον δρόμο, ενώ περνούσε έξω από ένα χάνι, γλιστράει, πέφτει από το άλογο, χτυπά στο κεφάλι του, μένει αναίσθητος. Ακούν τον θόρυβο οι άνθρωποι, βγαίνουν, τον σηκώνουν λιπόθυμο, τον βάζουν μέσα. Μόλις μπήκε στην ζεστασιά, συνήλθε και ρώτησε: Λίγο δυνατό ποτό έχετε να μου δώσετε; Του έδωσαν ποτό, το ήπιε, άρπαξε μία πετσέτα, έδεσε σφικτά το κεφάλι του και χυμά να φυγή πάλι. Μα, στάσου, του λέγουν εκείνοι, πού πηγαίνεις; Τρέχει αίμα το κεφάλι σου, είναι επικίνδυνο.
Ο γυιός του βασιλιά δεν μπορεί να περιμένη. Έδωσε όρκο και πρέπει να τον τιμήση. Ανεβαίνει σε ένα νέο άλογο, το δικό του είχε σκοτωθή, το χτυπάει και φεύγει. Έτρεχε στον δρόμο• το αίμα έτρεχε και αυτό• και αυτός έτρεχε για τον πατέρα. Τον σπιρούνιαζε ο πόνος• τον έβαφε το αίμα. Αλλά εκείνος φώναζε: Ωρκίσθηκα και του ανήκω, θα μείνω πιστός μέχρι θανάτου.
Ας μείνωμε και εμείς πιστοί στον όρκο μας μέχρι θανάτου!
Χρειάζεται συνεχής προσπάθεια γιά νά παραμένουμε στό Φῶς. Προσπάθεια γιά ἄσκηση καί μυστηριακή ζωή. Ὅλοι οἱ ἅγιοί μας ὅπως ὁ σεβαστός ἁγιασμένος Γέροντας Πορφύριος ζοῦσαν ἀληθινά μέσα στήν Ἐκκλησία.  
«Στήν Ἐκκλησία(δίδασκε ὁ Γέροντας Πορφύριος) γίνεται ἡ θεία συνουσία, γινόμαστε ἔνθεοι. Ὅταν εἴμαστε μέ τόν Χριστό, εἴμαστε μέσα στό φῶς· κι ὅταν ζοῦμε μέσα στό φῶς, ἐκεῖ δέν ὑπάρχει σκότος. Τό φῶς, ὅμως, δέν εἶναι παντοτινό· ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς. Συμβαίνει ὅπως μέ τό σίδηρο, πού ἔξω  ἀπ' τή φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος καί φῶς δέν συμβιβάζονται. Ποτέ δέν μπορεῖ νά ἔχομε σκοτάδι καί φῶς συγχρόνως. Ἤ φῶς ἤ σκότος. Ὅταν ἀνάψεις τό φῶς, πάει τό σκότος»[1].


2)ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Για να είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, για να είναι αληθινή η ζωή μας, το πρώτο στοιχείο που πρέπει να έχωμε είναι η μυστηριακή και η μυστική βίωσις. Τι σημαίνει μυστηριακή και μυστική βίωσις; Γεννήθηκε κανένας από εμάς μόνος του; Όχι. Σε όλους μας χάρισε το δώρο της ζωής ο πατέρας μας και η μητέρα μας. Κανείς δεν μπορεί μόνος του να γεννηθή. Έτσι και το δώρο της πνευματικής ζωής δεν μπορούμε να το αποκτήσωμε μόνοι μας, ό,τι και αν κάνωμε. Όπως, όσο και αν τραβάω τον εαυτό μου, δεν πρόκειται να ψηλώσω, έτσι ακριβώς, όσο και αν αγωνίζωμαι, δεν πρόκειται να δημιουργήσω ο ίδιος πνευματική ζωή στον εαυτό μου. Και αν κουράζωμαι, και αν μοχθώ, και αν φωνάζω, και αν κλαίω, και αν νηστεύω, η πνευματική ζωή είναι ένα δώρο που μου το χαρίζει το Άγιον Πνεύμα(6).
Προϋπόθεσις λοιπόν της πνευματικής ζωής είναι να καταλάβωμε ότι μόνοι μας δεν μπορούμε τίποτε απολύτως να κάνωμε. Όσο και αν προσπαθήσωμε, χρειάζεται κάποιος άλλος να μας την δώση, δηλαδή το Πνεύμα του Θεού, ο Παράκλητος, που είναι ο «θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός»(7), που είναι το θησαυροφυλάκιο από το οποίο βγαίνουν οι θησαυροί της πνευματικότητος, η πηγή από την οποία βγαίνει και ξεχειλίζει η πνευματική ζωή. Βέβαια, μερικές φορές μέσα μας μπερδεύομε τα πράγματα και νομίζομε ότι πνευματική ζωή είναι να είσαι καλός άνθρωπος, να μην κλέβης, να μη σκοτώνης, να μην πηγαίνης σε κακούς τόπους και με κακούς φίλους, να πηγαίνης την Κυριακή στην εκκλησία, να είσαι εκεί στην δοξολογία, έστω στο «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», να μελετάς χριστιανικά βιβλία.
Όχι, δεν είναι αυτό πνευματική ζωή. Πνευματικός άνθρωπος, πραγματικός χριστιανός είναι εκείνος που έχει δώσει με το βάπτισμά του(8) και κατόπιν, όταν μεγάλωσε, και με την καρδιά του όρκο στον Θεόν να μένη για πάντα κοντά του και μαζί του. Πνευματικός άνθρωπος είναι ο αθλητής που ξεπήδησε μέσα από την ζωή, που ξεχωρίζει μέσα από τα πλήθη των ανθρώπων και τρέχει με όλη την ταχύτητα της ψυχής του, για να κατακτήση τους ουρανούς και να μπορέση να εκβιάση και να αρπάξη την βασιλεία των ουρανών. Πνευματικός άνθρωπος είναι εκείνος που με μάτι λαμπερό έχει βάλει πλώρη και τρέχει για να ανέβη στον ουρανό. Δεν είναι ο καλός άνθρωπος. Ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει ότι του χρειάζονται γερά φτερά• και τα φτερά αυτά είναι τα φτερά του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει λοιπόν ο πνευματικός άνθρωπος μέσα στην ζωή του να κάνη το παν για να ελκύση, να κερδίση το Πνεύμα του Θεού, διότι το Πνεύμα το Άγιον, ο ίδιος ο Θεός έχει τα χαρίσματα της πνευματικής ζωής. Και, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο μεγάλος αυτός αετός του Πνεύματος και της χριστιανικής ζωής, «η διανομή», το μοίρασμα, «των βασιλικών χαρισμάτων» του Άγιου Πνεύματος, γίνεται μέσα στην Εκκλησία με τα μυστήρια(9). Επομένως, η πνευματική ζωή παρέχεται μέσα στην Εκκλησία. Πρώτο δε χαρακτηριστικό της είναι η μυστηριακή βίωσις.
Το πρώτο μυστήριο είναι το βάπτισμα και εν συνεχεία το χρίσμα. Κατόπιν, καθημερινό μυστήριο της Εκκλησίας μας είναι η εξομολόγησις• αυτή καθαρίζει την καρδιά μας από τις αμαρτίες και βάζει μπροστά μας έναν άνθρωπο που μας οδηγεί προς τον ουρανό• χωρίς αυτόν δεν μπορούμε τίποτε να κάνωμε. Κατόπιν, η θεία κοινωνία. Όπως, όταν το Άγιον Πνεΰμα επεσκίασε την Παναγία Παρθένο, κατέβηκε ο Λόγος του Θεού και σαρκώθηκε από τα σπλάγχνα της και γεννήθηκε ο Χριστός, έτσι ακριβώς το Πνεύμα το Άγιον πρέπει να έρθη μέσα στην ψυχή μας, για να γεννηθή ο Χριστός σε μας, για να γίνη η προσωπική οικείωσις, να κάνωμε δηλαδή δικό μας το Πνεύμα, δική μας την χριστιανική ζωή, δικό μας τον Χριστόν. Αυτό ακριβώς γίνεται με τα μυστήρια, βασικώς με το βάπτισμα και το χρίσμα. Χωρίς αυτά δεν υπάρχει χριστιανική ζωή. Ό,τι και να κάνης, και την ζωή σου να δώσης στους πτωχούς, δεν πρόκειται να σωθής χωρίς το βάπτισμα και το χρίσμα.
Ἀπαραίτητος ὁ Πνευματικός ὁδηγός:Οι Προφήτες, που ταυτίζονται με τους πραγματικούς θεολόγους και τους πνευματικούς πατέρες, αναγεννούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν προς την ζωή. Η πνευματική καθοδήγηση συνδέεται και ταυτίζεται με την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου. Πραγματικά, δεν μπορεί κανείς να αναγεννηθή, αν δεν συνδεθή με έναν θεούμενο άνθρωπο, έναν Προφήτη.Και στην εποχή μας υπάρχουν Προφήτες που κηρύττουν μετάνοια, στρέφουν τον νού μας προς τον Θεό, μας υποδεικνύουν έναν άλλο τρόπο σκέψεως και ζωής. Κι’ αν δεν μπορέσαμε να συναντήσουμε έναν τέτοιο Προφήτη, όμως υπάρχουν οι λόγοι των Προφητών και μπορούμε διαβάζοντάς τους να μάθουμε τί είναι η Βασιλεία του Θεού και τί πρέπει να κάνουμε για να την απολαύσουμε.

Θεία Κοινωνία
Με την εξομολόγησι, εν συνεχεία, και την θεία κοινωνία. Εκείνο το κομματάκι το μικρό που παίρνεις στην θεία κοινωνία, που το βάζεις στο στόμα σου και ούτε καν το νοιώθεις, είναι ολόκληρος ο Χριστός, ολόκληρη η Αγία Τριάδα, μαζί και η Εκκλησία του Χριστού και όλοι οι άγιοι. Κοινωνάς το μικρό εκείνο κομματάκι της θείας κοινωνίας και δεν παίρνεις, όπως λες ψέματα στο παιδάκι σου, χρυσό δοντάκι, αλλά παίρνεις όλον τον ουρανό με την Αγία Τριάδα και όλους τους αγίους της Εκκλησίας μας. Αυτή είναι η θεία κοινωνία. Έχεις μία σκάφη γεμάτη αλεύρι, βάζεις λίγο προζύμι και όλο εκείνο το αλεύρι γίνεται ζύμη(10). Παίρνεις το κομματάκι της θείας κοινωνίας και συ, ο άνθρωπος, γίνεσαι αμέσως ζύμη, γίνεσαι ό,τι ήταν η θεία κοινωνία. Γίνεσαι θεός! Γι' αυτό οι αρχαίοι χριστιανοί κοινωνούσαν κάθε ημέρα(11). Και εμείς κοινωνάμε κάθε δεκαπέντε ή είκοσι ημέρες και νομίζομε ότι εξωφλήσαμε το καθήκον μας, ότι είμαστε εντάξει, ότι έχομε και υπέρτακτα έργα. Κάθε ημέρα κοινωνούσαν εκείνοι, γιατί ήξευραν τι σημαίνει θεία κοινωνία.
Ώστε μυστηριακή βίωσις σημαίνει μυστηριακή ένωσις με τον Χριστόν, συμμετοχή στην ζωή της Εκκλησίας με τα μυστήρια.

Ζώντας μέσα στήν Ἐκκλησία καθαριζόμαστε, φωτιζόμαστε καί θεωνόμαστε. Διά τῆς μετανοίας καί τῆς ἄσκησης, τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἡσυχίας, προπάντων δέ διά τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καί τῆς μυστηριακῆς ζωῆς ἀλλάζουμε ὀντολογικά, θεραπευόμαστε ὑπαρξιακά, ζοῦμε τήν ὄντως Ζωή. Ὁ Γέροντας ἔβλεπε τήν Ἐκκλησία σάν ἕνα μεγάλο ψυχικό θεραπευτήριο. Διά τοῦτο καί ἔλεγε: «Στήν πραγματικότητα, ἡ χριστιανική θρησκεία μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο καί τόν θεραπεύει»[2]. Μέσα στήν Ἐκκλησία ἀλλάζουμε ὀντολογικά, δέν γινόμαστε ἁπλῶς «καλοί» ἤ «καλλίτεροι ἄνθρωποι» βελτιούμενοι ἠθικά.
Ἡ ἀληθινή ὑγεία, ἡ ὑπαρξιακή, αὐτή πού ἀγκαλιάζει τόν ὅλο ἄνθρωπο, δέν εἶναι δυνατή παρά μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία. Δίδασκε ὁ θεραπευμένος ἀπό τήν Θεία Χάρι Γέροντας Πορφύριος: «Στόν Χριστό ὑπάρχουν ὅλα. Ὅλα τά ὡραῖα, τά ὑγιή. Ἡ ὑγιής ψυχή ζεῖ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23). Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ζεῖ ἀκόμη καί ὅσα λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν ὕμνο τῆς ἀγάπης: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται... οὐ λογίζεται τό κακόν...πάντα στέγει, πάντα πιστεύει...ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει»(Α΄ Κορ. 13, 4-8). Ἔχετε αὐτά; Ἔχετε τήν εὐτυχία, τόν Χριστό, τόν Παράδεισο. Κι ὁ σωματικός ἀκόμη ὀργανισμός λειτουργεῖ θαυμάσια, χωρίς ἀνωμαλίες. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἀλλάζει τόν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει ψυχικά καί σωματικά. Πᾶνε τότε ὅλες οἱ ἄρρώστιες. Οὔτε κολίτις, οὔτε θυρεοειδής, οὔτε στομάχι, οὔτε τίποτα. Ὅλα λειτουργοῦν κανονικά. Εἶναι ὡραῖο νά περπατᾶς, νά ἐργάζεσαι, νά κινεῖσαι καί νά ἔχεις ὑγεία. Ἀλλά πρῶτα νά ἔχεις ψυχική ὑγεία. Ἡ βάσις εἶναι ἡ ψυχική ὑγεία· ἀκολουθεῖ ἡ σωματική. Ὅλες σχεδόν οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπό τήν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί αὐτό δημιουργεῖ τό ἄγχος. Τό ἄγχος αὐτό τό δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἄν δέν ἔχετε ἔρωτα γιά τόν Χριστό, ἀν δέν ἀσχολεῖσθε μέ ἅγια πράγματα, σίγουρα θά γεμίσετε μέ μελαγχολία, μέ τό κακό»[3]
Μέ τήν Θεία Χάρη, ἔλεγε, «μεταστοιχειώνουμε» τό κακό σέ καλό. Αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ. Ὅταν κανείς προσεύχεται ταπεινά καί μέ ἐγρήγορση, τότε ἑλκύει τήν Θεία Χάρη. Αὐτό ὁ Κύριος μᾶς εἶπε νά τό κάνουμε ἀδιαλείπτως·  κατ' ἐξοχήν δέ στήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ. «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε͵ ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής»[4]. Τότε τό κακό δέν μπορεῖ νά μᾶς βλάψει, ὁ πειρασμός ἀποκρούεται, ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, πού πῆγε νά κλέψει ὁ πονηρός, διοχετεύεται πρός τόν «καινό» ἄνθρωπο. Ἡ Θεία Χάρη πού ἑλκύεται ἀπό τόν νήφοντα καί προσευχόμενο ταπεινά ἄνθρωπο «ἀνακατευθύνει» τήν ψυχική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κακό πρός τό καλό. Δίδασκε ὁ Γέροντας: «Ὅταν σᾶς προσβάλλει τό κακό, νά ἔχετε εὐλυγισία  καί νά στρέφεσθε στό καλό. Τό κάθε κακό νά τό μετατρέπετε, νά τό μεταστοιχειώνετε, νά τό μεταβάλλετε σέ καλό. Ἡ μεταστοιχείωσις αὐτή γίνεται μόνο μέ τή χάρι. Τό νερό, παραδείγματος χάριν, γίνεται κρασί στό γάμο τῆς Κανᾶ. Νά ἡ μεταστοιχείωσις. Εὐδοκεῖ ὁ ὑπέρ φύσιν...Αὐτό εἶναι ὑπερφυσικό. Βέβαια, μπορεῖ νά γίνει κρασί ἤ βούτυρο μέ χημικά στοιχεῖα καί νά γίνει ἀκριβῶς σάν τό γνήσιο. Ἀλλ' αὐτό δέν ἔχει μέσα του τή γνησιότητα. Τήν ἀληθινή μεταβολή τήν κάνει ἡ θεία χάρις. Γιά νά γίνει αὐτό, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει δοθεῖ «ἐξ ὅλης ψυχῆς καί ἐξ ὅλης καρδίας»(Μαρκ.12,30) στόν Χριστό»[5].

Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ συνεργασία Θεοῦ καί ἀνθρώπου γιά τό «ξεμπέρδεμα» τοῦ ἀνθρώπου. Χωρίς τήν συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Θεία Χάρη δέν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀποβολή τοῦ ἐγωισμοῦ καί γενικότερα ἡ θεραπεία τοῦ ὅλου ἀνθρώπου. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού «δουλεύει μέ τήν χάρη», ὅπως ἔλεγε χαρακτηριστικά καί ὁ μακαριστός Ἁγιορείτης Γέροντας π. Παΐσιος. Ὁ Θεός δέν ἔρχεται στόν ἄνθρωπο μέ τίς πολλές γνώσεις τίς κοσμικές ἤ πνευματικές ἀλλά σ' αὐτόν πού ἔχει πολλή ταπείνωση· σ' αὐτόν πού ἔχει καταλάβει καί ζεῖ βιωματικά τό λόγο Του: «χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»[6]. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος νιώθει σάν ἀπόλυτη ἀνάγκη τήν συνεχή ἐκζήτηση τῆς θεϊκῆς βοήθειας πού εἶναι ἡ Θεία Χάρις. Διά τοῦτο βλέποντας τά πνευματικά του «χάλια», τό ἐσωτερικό του «μπέρδεμα», στρέφεται μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή στόν Θεό καί τόν καλεῖ σέ βοήθεια. Ἔτσι θεραπεύεται, «ξεμπερδεύεται».  Ἔλεγε ὁ Γέροντας π. Πορφύριος, ὁ ἀδιαλείπτως προσευχόμενος: «Τήν πρώτη κίνηση τήν κάνει ὁ Χριστός. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες...» (Ματθ. 11, 28). Μετά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχόμαστε αὐτό τό φῶς μέ τήν ἀγαθή μας προαίρεση, πού τήν ἐκφράζουμε μέ τήν ἀγάπη μας ἀπέναντί Του, μέ τήν προσευχή, μέ τή συμμετοχή στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τά μυστήρια»[7].
Τά ἄδυτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου (ἀκόμη καί τό λεγόμενο ἀσυνείδητο), πού εἶναι γνωστά μόνο στόν Θεό, θεραπεύονται, ὄπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, μέ τόν Χριστό. Ἡ εὐχή ἐπιτελεῖ αὐτό τό ἔργο. Περιοχές πού θεωροῦνται ἀπροσπέλαστες καί ἄγνωστες, ὅπως τό ἀσυνείδητο, μποροῦν πράγματι, νά θεραπευθοῦν μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ «θεία ψυχανάλυση», ὅπως τήν ἀποκαλοῦσε ὁ Γέροντας, εἶναι πολύ ἀνώτερη καί ἀποτελεσματικότερη ἀπό τήν ἀνθρώπινη. Αὐτή πραγματοποιεῖται στήν Γενική Ἐξομολόγηση, πού θά πρέπει νά κάνει ὁ θεραπευόμενος πνευματικά ἄνθρωπος ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν (βλ. παρακάτω). Ἔλεγε ὁ ἄριστος γνώστης τῆς θεραπευτικῆς τῆς ψυχῆς Γέροντας: «Ἡ εὐχή καθαρίζει τήν ψυχή καί κρατάει τό νοῦ. Τό τελειότερο ἔργο γίνεται στ' ἄδυτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι κλεισμένα ἑρμητικά, γνωστά μόνο στόν Θεό. Ἔτσι βλέπομε κάτι συγκλονιστικό: ἀνθρώπους πού μεταβάλλονται σέ παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἄν καί ἔφθασαν στά βάθη τῆς αὐτοκαταστροφῆς τους»[8].
Ἡ διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅτι γιά νά θεραπευθεῖ ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει πνευματικό ὁδηγό δηλ. Γέροντα διακριτικό. Χωρίς πνευματικό ὁδηγό, πνευματικό Πατέρα εἶναι ἀδύνατον νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ὁ καθένας μας χρειάζεται ἕναν «προσωπικό Μωϋσῆ», ὁ ὁποῖος θά μᾶς περάσει ἀπό τήν «Αἴγυπτο» (τήν χώρα τῶν παθῶν) στή «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας» (πού εἶναι ἡ «γῆ τῆς ἀπαθείας»). Αὐτός μᾶς παίρνει ἀπό τό χέρι, αὐτός μαρτυρεῖ γιά τήν μετάνοιά μας καί μεσιτεύει γιά τήν συγχώρησή μας, αὐτός μᾶς δίδει τίς ὁδηγίες γιά νά περάσουμε μέσα ἀπό τήν θάλασσα τῶν δαιμονικῶν παγίδων. Αὐτός μᾶς μεταγγίζει τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἀπαραίτητη βέβαια εἶναι ἡ ὑπακοή μας, ἡ ἀδιάκριτη, ἀνυπόκριτη καί χαρούμενη ὑπακοή μας στόν Γέροντα. Ὁ Γέροντας δέν μᾶς διδάσκει μόνο μέ τά λόγια του, ἀλλά μᾶς μεταγγίζει μυστικά τό εἶναι του. Γιαυτό καί μᾶς ἁγιάζει ἡ συναναστροφή μαζί του. Βέβαια ἔχει τεράστια σημασία ὁ τρόπος, ἡ διάθεση, ἡ εὐλάβεια, ἡ ταπείνωση μέ τήν ὁποία ἐμεῖς τόν πλησιάζομε. Ἔλεγε ἕνας χαρισματοῦχος σύγχρονος Ἁγιορείτης Γέροντας: «Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ Γέροντας ἔχει εὐλάβεια, ἀρετή 50 βαθμούς. Ἄν ἐσύ τόν πλησιάσεις μέ διάθεση νά πάρεις 20 βαθμούς ἁγιότητα θά πάρεις 20 βαθμούς. Ἄν τόν πλησιάσεις μέ διάθεση νά πάρεις 100 βαθμούς θά πάρεις 100 βαθμούς.» Δηλαδή μπορεῖς νά πάρεις ἀκόμη καί περισσότερο, ἀπ' ὅσο ἔχει ὁ Γέροντας, διότι εἶναι ὁ Θεός πού ἐνεργεῖ διά τοῦ Γέροντος καί ὁ Θεός ἔχει ἄπειρο βαθμό ἁγιότητος. Δέν χρειάζεται νά ψάχνουμε γιά φημισμένους, μέ μεγάλα χαρίσματα Γέροντες· ἄς ψάχνουμε γιά ταπεινούς, στούς ὁποίους ὅμως ἐμεῖς θά προσερχόμαστε μέ ὑπακοή, εὐλάβεια καί ταπείνωση. Τότε θά γίνεται μέσα μας μιά ζωογόνος μετάγγιση «πνευματικοῦ αἵματος».
Δίδασκε ὁ μακαριστός Γέρων: «Ἡ ὑπακοή, καί μάλιστα σέ πνευματικό γέροντα, εἶναι μεγάλο κεφάλαιο. Ὅταν ζεῖτε μαζί μ' ἕναν ἅγιο, ἁγιοποιεῖσθε κι ἐσεῖς. Παίρνετε κάτι ἀπ' τίς ἅγιες συνήθειές του, ἀπ' τά λόγια του, τή σιωπή του. Ἡ προσευχή του σᾶς ἐπηρεάζει. Ἀκόμη κι ἄν δέν μιλᾶτε, γίνεται κάτι, μεταδίδεται χωρίς νά τό καταλάβετε καί σ' ἐσᾶς κάτι, μεταδίδεται χωρίς νά τό καταλάβετε καί σ' ἐσᾶς κάτι τό ἅγιο, τό θεῖο. Ναί, ὁ Ἅγιος Πρόχορος, ὁ Ἅγιος Πρόκλος κ.ἄ. ἔζησαν κοντά σέ δασκάλους ἁγίους, ἐνεπνεύσθησαν ἀπ' τούς ἁγίους κι ἔγιναν κι αὐτοί ἅγιοι. Τό ἴδιο ἔγινε καί μέ τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν Γρηγόριο Παλαμᾶ κ.ἄ.»[9].
Ὁ σεβαστός π. Πορφύριος πού εἶχε τόσα πνευματικά χαρίσματα τόνιζε πάντα ὅτι ὅλα αὐτά τά χαρίσματα τοῦ τά χάρισε ὁ Θεός γιά τήν ὑπακόη πού ἔκανε στούς δύο Γεροντάδες του. 

Διακήρυσσε ὅτι ὁ Γέροντας εἶναι ποδηγέτης· μιλάει στά πνευματικά του παιδιά ἀπό τήν ἐμπειρία του. Μέ τήν ὅλη ἀναστροφή του τά «διδάσκει» ἄφωνα, ἔμπρακτα καί τούς μεταλαμπαδεύει τό Φῶς. 
Νά πῶς τό ἔλεγε ἀκριβῶς, ὁ πάντοτε μέ χαρά, ὑποτασσόμενος Γέρων: «Ὁ Γέροντας παίζει πολύ σπουδαῖο ρόλο στή ζωή μας. Ὁ Γέροντας εἶναι ποδηγέτης. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος πού ἔγινε γέροντας, ἐπειδή εἶναι θεολόγος καί κατηρτησμένος γραμματικά. Νά διακρίνομε τί εἶναι Γέροντας. Μπορεῖ ὁ Γέροντας νά εἶναι κι ἀγράμματος, μπορεῖ νά μήν ἔχει πολλές γνώσεις, νά μήν ἔχει εὐφράδεια λόγου, νά μήν ἔχει μελετήσει συγγράμματα, ἀλλά νά εἶναι ἀνώτερος ἀπ' τό μορφώμένο, ὅταν ἔχει ζήσει ὡς ὑποτακτικός καί ἔχει ἀποκτήσει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Αὐτός ὁ Γέροντας μπορεῖ νά ὠφελήσει τούς ὑποτακτικούς του πάρα πολύ, ἄν τοῦ κάνουν ὑπακοή. Βέβαια, αὐτά πού λέει ὁ Γέροντας σοῦ τά λένε καί τά βιβλία. Δέν εἶναι, ὅμως, τό ἴδιο. Ὁ Γέροντας πού θά ζεῖ αὐτά τά πνευματικά καί πού δέν θά σοῦ λέει: «Ὁ τάδε πατήρ λέγει αὐτό, τό τάδε βιβλίο γράφει αὐτό», ἀλλά πού θά βιώνει ὁ ἴδιος τή ζωή τοῦ Χριστοῦ καί θά σοῦ τά βάζει στήν ψυχή σου κι ἐσύ θά μάθεις κοντά του πῶς νά ἑλκύεις τήν χάρι τοῦ Θεοῦ»[10]. Ὁ Γέροντας ἔκανε «χαρούμενη» καί «ἄκρα ὑπακοή» στούς δύο Γεροντάδες του, στά Καυσοκαλύβια. Γιαυτό ἐκ πείρας ἔλεγε ὅτι ἡ ὑπακοή κάνει τόν ἄνθρωπο σέ ὅλα νέο. Διά τῆς ὑπακοῆς γεννιέται καί διαμορφώνεται ὁ καινός ἄνθρωπος, ὁ «κατά Χριστόν κτισθείς». Ἔλεγε ὁ χαρούμενος ὑποτακτικός, ὁ εἰς «ἄκρον ἐληλακώς» αὐτῆς τῆς ἀρετῆς: «Μέ τήν ὑπακοή ἀλλάζεις σ' ὅλα. Γίνεσαι γρήγορος, ἔξυπνος, πιό γερός, γίνεσαι σ' ὅλα νέος»[11].
Ὁ Γέροντας, δίδασκε ὁ π. Πορφύριος,  γίνεται «ἕνα» μέ τόν ὑποτακτικό, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ἵνα ὧσιν ἕν»[12]. Ἡ ἀγάπη ἡ τέλεια, ἡ ἀνιδιοτελής, ἡ θυσιαστική, ἡ ἐν Χριστῷ πού ἀναπτύσσεται μεταξύ τοῦ Γέροντα καί τοῦ ὑποτακτικοῦ εἶναι ἡ πραγμάτωση τοῦ βαθύτερου πόθου τοῦ Θεοῦ γιά ὅλην τήν ἀνθρωπότητα: «Νά γίνουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἕνα». Εἶναι ἡ ἔλευση τῆς Βασιλείας ἐδῶ καί τώρα.  Ἔλεγε ὁ μακάριος π. Πορφύριος ὀ ὑποτακτικός, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή εἶχε κολλήσει στήν κυριολεξία στήν ψυχή τῶν Γεροντάδων του: «Ὅταν ἔχεις τόν Γέροντα καί τόν ζεῖς, τόν ἀγαπάεις τόν Γέροντα. Κι ὅταν ὁ Γέροντας σ' ἀγαπάεις κι ἐκεῖνος κι εἶστε ὁμόψυχοι, τότε γίνεσθε ἕνα. «Οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός. Σ' αὐτή τήν κατάσταση δέν ὑπάρχουν ἀποστάσεις. Ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε, εἴμαστε ἑνωμένοι ἐν Χριστῷ καί προσευχόμαστε κι ἔτσι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς ἐπισκέπτεται καί μᾶς τονώνει διαρκῶς. Ἔτσι ζοῦμε τήν ἑνότητα μέσα στήν  Ἐκκλησία. Ἔχομε τό αἴσθημα τοῦ «ἑνός», δηλαδή ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἔτσι ζοῦσαν τά παλαιά τά χρόνια οἱ γέροντες καί οἱ ὑποτακτικοί»[13]. Αὐτήν τήν ἕνωση τήν βίωσε σάν ὑποτακτικός σέ τέλειο βαθμό μέ τούς Γεροντάδες του στά Καυσοκαλύβια. «Τό μόνο πού μ' ἀπασχολοῦσε ἦταν πῶς θά ὑπηρετήσω, πῶς θά εὐχαριστήσω τούς Γέροντές μου σ' ὅλα. Ὅ,τι μοῦ λέγανε, τό ἔκανα. Τό τηροῦσα ἐπακριβῶς»[14].Ἀπό τότε ἀπόκτησε μία ἄκρα ἀγάπη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους· ἀπόκτησε μιά ἄκρα εὐαισθησία καί λεπτότητα ὥστε, ὅπως ἔλεγε, «νά μήν μπορεῖ νά λυπήσει κανέναν ἄνθρωπο».



[1] Ὅ. π. σελ. 205 (Β΄ἔκδοση).
[2] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 211 (Β΄ἔκδοση).
[3] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 374-375.
[4] Ματθ. 26, 41.
[5] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 305 (Β΄ἔκδοση).
[6] Ἰω. 15, 5.
[7] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 212 (Β΄ἔκδοση).
[8] Ὅ.π. σελ. 269 (Β΄ἔκδοση).
[9] Ὅ. π. σελ. 344.
[10] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 344-345.
[11] Ὅ. π. σελ. 343.
[12] Ἰω. 17, 11.
[13] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 345.
[14] Ὅ. π. σελ. 58-59.

συνεχίζεται.....

Ομιλίες του Ιερομονάχου Σάββα Αγιορείτου μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν από Πατερικός Λόγος

Βιβλία του Ιερομονάχου Σάββα Αγιορείτου

1)ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΤΗ ΖΗΣΟΥΜΕ
Β΄ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΕΛΛΙΟΥ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ , ΚΕΡΑΣΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2009.

2) Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ ΤΟΝ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009.
τηλέφωνο παραγγελιών : 6947612075
περισσότερες πληροφορίες  hristospanagia.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου