Ἁγία Γραφή, ἡ πρώτη Ἐκκλησία, 2013 καί τά ἔσχατα τῆς Ἀποκάλυψης
Πρεσβυτέρου Ἀθανασίου Μηνᾶ
«Καὶ
ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ
στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα».
(Ἡσαΐας
α΄, 19-20)
Στὴν
ἀρχὴ τῆς δημιουργίας ὁ πλάστης Τριαδικὸς Θεὸς εὐλόγησε τὸ πλάσμα Του. Ἄνδρα καὶ
γυναίκα εὐλόγησεν αὐτούς. Συνέστησε τὸν εὐλογημένο γάμο ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς καὶ
ἐν χρόνῳ μὲ ἁγιασμὸ καὶ σωφροσύνη τὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ γάμου παιδοποιΐα. Μὲ τὴν ὑπακοὴ
στὶς ἐντολὲς θὰ εἰργάζετο ὁ ἄνθρωπος τὸν παράδεισο καὶ θὰ ἐφύλαττε τὴν ὑλικὴ
κτίση χωρὶς νὰ τὴν καταστρέφει.
Οἱ
πρωτόπλαστοι ὅμως δὲν ἀκολούθησαν τὸν ἴσιο δρόμο ποὺ τοὺς χάραξε ὁ Δημιουργός
μέ ἀποτέλεσμα νά ἐκδιωχθοῦν ἀπό τόν Παράδεισο. Παρά ταῦτα καὶ μετὰ τὴν πτώση τοῦ
προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς σήκωσε μὲ τρυφερότητα στοὺς ὤμους Του
τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ἔδωσε δεύτερη εὐκαιρία στὸν ἄνθρωπο.




