Ἐμφάνιση τῶν ἁγ. Ἰωάννου καί Παντελεήμονος.
Κατά τό ἔτος 1923 ἕνα πνευματικοπαίδι του ἐξαιρετικῶς ἀγαπημένο ἀπό τόν γέροντα, ἄνθρωπος γεμᾶτος ἀπό ὑγεία καί δράση, ἔπαθε διάρρηξη σκωληκοειδίτιδος καί ἔζησε ὀκτώ ἡμέρες. Μέσα σ' αὐτές τίς λίγες ἡμέρες ὁ ἅγ. Νικόλαος «κατέβασε» τόν οὐρανό στή γῆ, ἀπό τήν ἀδιάκοπη καί ἐγκάρδια προσευχή γιά νά ζήσει τό ἀγαπημένο του παιδί.
Τό βράδυ, ὅταν πῆγε στό σπίτι του, λέει καταλυπημένος στούς δικούς του: «Ὁ Ἠλίας θά πεθάνει, μοῦ τό εἶπαν ὁ ἅγ. Ἰωάννης καί ὁ ἅγ. Παντελεήμων».
Πέρασαν τρεῖς μῆνες, ὥσπου νά μπορέσει ἡ ἀδελφή τοῦ θανόντος -λόγῳ τοῦ πένθους- νά τόν ρωτήσει πῶς ἀκριβῶς εἶδε τήν ὀπτασία. Τῆς λέγει, λοιπόν, ὅτι «τήν ὥρα πού λειτουργοῦσα, εἶδα ἀπέναντι, ὄπισθεν τῆς ἁγ. Τραπέζης, τόν ἅγ. Ἰωάννη καί τόν ἅγ. Παντελεήμονα καί μοῦ εἴπανε: "Διαβιβάσαμε τήν αἴτησή σου στόν Δεσπότη Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς εἶπε ὅτι θά πεθάνει". Ἀνωτέρα διαταγή, μοῦ εἴπανε».
Δέν πατάει στή γῆ.
Δύο μικροί φίλοι, καθώς βάδιζαν στό δρόμο, συνάντησαν τόν ἅγ. Νικόλαο. Ὁ ἕνας ἀπό τούς δύο ἦταν τύπος ἀγαθός· καί ἐπειδή ἦταν ἀγαθός οἱ φίλοι του τόν ἔλεγαν βλάκα, ἀλλά δέν συνέβαινε αὐτό, ἦταν ἁπλῶς ἀθῶος καί πολύ θρησκευόμενος.








