«
Οὔτε
ἱερὸν οὔτε Ὅσιον. Μὲ πρόσχημα τὸ προσκύνημα ἐκκοσμικευουν τὸ ἅγιον Ὅρος. »
Ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχετυπική - προπτωτική του κατάσταση, μέ τά δῶρα πού τοῦ χάρισε ὁ Δημιουργός Τριαδικός Θεός, κατέστη δοξολογικός, εὐχαριστηριακός, ἀσκητικός, ἁγνός, ἁπλός, σέ ὅλες του τίς ἐκφάνσεις.
Μετά τήν πτώση, ἀπό δική του ὑπαιτιότητα, καί τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο, μέ δάκρυα καί μετάνοια ἀγωνιζόταν νά μή ξεχάσει τόν τόπο - τήν κατάσταση ἀπό τήν ὁποία ἐξέπεσε, περιμένοντας τήν Θεία Οἰκονομία, τήν εὐσπλαγχνία καί τό ἔλεος τοῦ Πατέρα.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Θεός, μετʼ οὐ πολύν χρόνον, συνάπτει διαθήκην μέ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ στόν ὁποῖον, ὡς ἐν ἐσόπτρῳ, προκαταγγέλλει τήν ἐπερχομένη σωτηρία τοῦ κόσμου ἐκ τοῦ σπέρματός του, δηλαδή τήν γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ Ὁποίου, ὅπως τοῦ εἶπε, ἐνευλογηθήσονται πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς1.
Ὁ Ἀβραάμ πιστεύει στό λόγο τοῦ Λόγου καί ἡ πίστις αὐτή λογίζεται εἰς δικαιοσύνην2. Ἐν τούτοις, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, οἱ σκληροτράχηλοι Ἰουδαῖοι, μέ τή ζωή τους, ἔθεταν κατά καιρούς σέ ἀμφισβήτηση αὐτή τή συμφωνία μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἀβραάμ. Καί προσέθεσε ὁ Θεός, διά τοῦ Μωϋσέως στό ὄρος Σινᾶ, τόν Μωσαϊκό νόμο, γιά νά ἁπαλύνει τή σκληροκαρδία τῶν Ἑβραίων καί νά μή ξεχνοῦν τά συμφωνηθέντα.
Ὅμως, καί αὐτή ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί οἱ προειδοποιήσεις τῶν ἁγίων προφητῶν, ἔπεσαν στό κενό, σέ ὦτα μή ἀκουόντων, καί δέν μπόρεσαν νά μαλακώσουν τούς κενοδόξους καί σκληρόκαρδους Ἑβραίους.


