Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ἱερομόναχος Νικόλαος Γρηγοριάτης. Μέρος Β'


Ἱερομόναχος Νικόλαος Γρηγοριάτης
Μέρος Β'

 Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Κάθε ἡμέρα, πρίν ἀπό τόν Ἑσπερινό, ἐδιάβαζε  Παρακλήσεις. Τήν Δευτέρα στούς Ἀρχαγγέλους, τήν Τρίτη στόν Τίμιο Πρόδρομο, τήν Τετάρτη στήν Κυρία Θεοτόκο, τήν Πέμπτη στούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί στόν Ἅγιο Νικόλαο, τήν Παρασκευή στόν Τίμιο Σταυρό καί τό Σάββατο στούς Ἁγίους Μάρτυρας.
Ἀκόμη ἐδιάβαζε καί μία ἑνιαία Παράκλησι στούς Ἁγίους, τῶν ὁποίων εἶχε λάβει τά ὀνόματα, δηλαδή Κωνσταντίνος, Ἀβέρκιος καί Νικόλαος, τήν ὁποία εἶχε συνθέσει μέ προτροπή του ἕνας ἀδελφός τῆς Μονῆς μας. Ὅταν τόν ἐνωχλοῦσαν ἄπρεποι λογισμοί ἄρχιζε τήν Παράκλησι τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Θωμαΐδος. Ἐάν ἔχανε κάποιο ἀντικείμενο ἄρχιζε τήν Παράκλησι τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ.
Οὐδέποτε ἐπῆγε στήν ἐκκλησία νά κοινωνήση, χωρίς πρῶτα νά διαβάση τήν θεία Μετάληψι. Ἐνῶ τήν θεία Εὐχαριστία τήν ἐδιάβαζε πάντα μόνος του μέσα στό ἐκκλησάκι τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου μέ πολλή προσοχή καί ἀφοσίωσι.
Ἐάν τοῦ ἔφευγε ὁ νοῦς, ἐπέστρεφε πάλι πιό πάνω καί ἐπανελάμβανε δυνατά τήν φράσι γιά νά τήν βάλη μέσα στό μυαλό του Ὅταν τελείωνε καί τήν τελευταία εὐχή καί τήν ἐπεσφράγιζε μέ τό: "Δι᾿ εὐχῶν...δέν κρατιόταν ἀπό τήν ὑπερβολική του εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία πρός τόν Κύριον καί φιλοῦσε μέ κρότο τήν χάρτινη εἰκόνα Του, πού τήν εἶχε κολλήσει μέ αὐτοκόλλητη ταινία μέσα στό βιβλίο του.
 Κατόπιν φιλοῦσε πανηγυρικά καί ἐξωτερικά τό βιβλίο καί ἔφευγε σιωπηλός καί σκυφτός.. Ὅταν ἐπρόκειτο νά κοινωνήση στό Παρεκκλησάκι του, τῶν Ἀρχαγγέλων, στρεφόταν πρός τό μέρος τῶν ἄλλων Πατέρων πού ἐστέκοντο, τούς ἔβαζε προσκυνητή μετάνοια, λέγοντας. "Εὐλογεῖτε, ἅγιοι Πατέρες" καί μετά ἔμπαινε μέσα νά κοινωνήση. Φοροῦσε πρῶτα τό ἐπιτραχήλι του, ἔλεγε δυνατά τίς εὐχές καί ἔβγαινε ἔξω νά ἀφοσιωθῆ στήν ἀνάγνωσι τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Λόγῳ τῆς πολλῆς του ἁπλότητος δημιουργοῦσε σάν νά ἦταν μικρό παιδί μερικές φασαρίες μέ τίς πολλές του μετακινήσεις. Ὅμως οἱ Πατέρες ἐχαίροντο γι᾿ αὐτήν τήν παιδική του ἁπλότητα καί τόν ἐκαμάρωναν. Ἐνίοτε οἱ Λειτουργοί Κληρικοί τόν ἐμάλωναν φιλάδελφα νά μή τούς ἐνοχλῆ μέ τό σοῦρτα-φέρτα μέσα στόν ναΐσκο. Συμμορφωνόταν ἀμέσως καί σιωποῦσε, κρατῶντας συνήθως τό πηγοῦνι του μέ τό δεξί του χέρι.
Κάποια φορά εἶχε φθάσει ἡ θεία Λειτουργία στήν ἀνάγνωσι τῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς. Ὁ παπᾶ Νικόλαος στέκεται στό δικό του στασίδι κρατώντας τό πηγούνι του καί σκεπτικός...Δέν χρειάζεται νά ἀνάψη καντήλια, κεριά γιά ζωντανούς καί πεθαμένους...Δέν μπαινοβγαίνει στό ἱερό διότι τοῦ τό ἀπαγορεύει ὁ Λειτουργός ἱερεύς. Ξαφνικά, ἐνῶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ Ἀποστόλου συνεχίζεται, ὁ παπᾶ Νικόλαος τρέχει καί στέκεται μέ ὕφος παρακλητικό μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ τέμπλου. Σηκώνει τά χέρια του ψηλά καί τοῦ λέγει δυνατά: "Ἑξῆντα τρία χρόνια στό Ἅγιον Ὄρος (1994) καί τίποτε δέν ἔκαμα. Θερμά σέ καθικετεύω, λυπήσου με , Κύριε...".
Μετά ἀπό κάθε Λειτουργία, συνήθως τήν Δευτέρα, πρός τιμήν τῶν Ἀρχαγγέλων, εἶχε ἔξω ἀπό τό ἐκκλησάκι, στό τραπέζι τά κεράσματά του, κουλούρια, γλυκά, ἐνίοτε καί ποτά γιά τούς Πατέρες. Ἄλλοτε κρατοῦσε τά σφραγισμένα ποτά, κυρίως χυμούς μέσα στήν τσέπη του καί, πρίν φύγουν οἱ Πατέρες, τούς τά ἔδινε στό χέρια λέγοντάς τους καί ἕνα θερμό εὐχαριστῶ γιά τήν Λειτουργία πρός τιμήν τῶν Ἀρχαγγέλων του. Τά κεράσματα αὐτά τά προμηθευόταν ἀπό τήν προηγουμένη ἡμέρα ἀπό τόν πολυαγαπητό του ἱερομόναχο π. Π. Κοντά του ἔννοιωθε σάν ὑποτακτικός του καί τοῦ ἐκμυστειρευόταν ὅλα τά μυστικά του, τούς λογισμούς του καί τά νέα του.
 Τοῦ ἄρεσε νά καῖνε τά καντήλια του Παρεκκλησίου σχεδόν ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο. Γι᾿ αὐτό ἐφρόντιζε νά μή τοῦ λείπουν τίποτε ἀπ᾿ ὅλα τά ἀναγκαῖα γιά τήν πλήρη λειτουργία του.
-Τόν ἐρωτούσαμε: Θά σωθοῦμε, παπᾶ Νικόλα;
-Καί ἐκεῖνος μᾶς ἀπαντοῦσε. "Ἐγώ εἶμαι ἄξιος αἰωνίου κολάσεως. Ἡμάρτησα ποικιλοτρόπως, ἔκαμα ὅμως τήν πρέπουσα μετάνοια; Ἄν σωθῶ ἐλέῳ Θεοῦ, πρεσβείαις τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, τῆς Πνευματικῆς μας Μητρός, τῶν ἁγίων Προστατῶν τῆς Μονῆς μας, τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ὁσίου Γρηγορίου, τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας, τῶν ἁγίων Ἀρχαγγέλων καί πάντων τῶν Ἁγίων. Ἀμήν. Δέν φαντάζομαι νά μ᾿ ἀφήσουν οἱ Ἀρχάγγελοι, τούς ὁποίους ὑπηρετῶ ἐδῶ 53 χρόνια! Ὅ,τι θέλουν ἄς κάνουν... Ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα. Πρίν ἀπό μένα ὑπηρετοῦσε τούς Ἀρχαγγέλους ὁ Γέρο-Γρηγοράκης, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη ἀνήμερα τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων..
Παπᾶ Νικόλα, φοβᾶσαι τόν θάνατο;
-Ναί, τόν φοβᾶμαι, διότι δέν ξέρω κατά πόσον μετενόησα καί πῶς θά μέ δεχθῆ ὁ Θεός. Ἐγώ σ᾿ αὐτή τήν ἡλικία ἔχω λογισμούς ἀπελπισίας...Πάντως εὐχαριστῶ τόν Θεό καί τήν Πνευματική μας Μητέρα, διότι μέ κράτησαν στό Ἅγιον Ὄρος. Μ᾿ ἐζήτησαν καί στούς Ἁγίους Τόπους, ὅπου προσκύνησα τό 1977 μέ τόν μακαριστό Γέρο Εὐφραίμ, νά ὑπηρετήσω ἐκεῖ τά Ἱερά Προσκυνήματα. Τούς εἶπα τ᾿ Ἅγιον Ὄρος εἶναι Ἅγιον Ὄρος καί γύρισα πίσω.
Μέ κάλεσαν στήν πατρίδα μου νά μέ κάνουν ἡγούμενο στίς Βάρσες, στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νικολάου, Πνευματικό καί ἐφημέριο σέ ἐνορία νά παίρνω καί μισθό, δέν δέχθηκα, διότι μέ ἀπείλησε ὁ Γέρο Βησσαρίων ὅτι θά μοῦ στείλη πίσω ὄχι μόνο τό ἀπολυτήριο., ἀλλά καί τήν καθαίρεσι...καί φοβήθηκα καί γύρισα πίσω.
Εἶχε ἀκούσει γιά τά θαύματα πού κάνει ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ ὁ Πανορμίτης, τοῦ ὁποίου μέγα Προσκύνημα εἶναι στό νησί Σύμη, πλησίον τῆς Νήσου Ρόδου.
Ἡ εὐλάβεια τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν μας πρός τόν μέγα Ἀρχάγγελο φθάνει μέχρι σημείου νά τοῦ ἀποστέλλουν, μέσῳ θαλάσσης, σφραγισμένα κουτιά ἤ μπουκάλια μέ ἀφιερώματα, συνήθως κεριά καί θυμιάματα, τά ὁποῖα καί φθάνουν πλέοντας μετά ἀπό κάποιο διάστημα στό λιμάνι τοῦ νησιοῦ, πλησίον τοῦ Προσκυνήματός του. Τότε καί ὁ ἴδιος ἔβαλε σ᾿ ἕνα κονσερβοκούτι θυμίαμα καί τά ὀνόματα πρός μνημόνευσι, τό ἐσφράγισε μέ καλάϊ, τό ἐκάρφωσε ἐπάνω σέ μιά σανίδα, ἐχαράκωσε τήν διεύθυνσί του καί μᾶς ἐκάλεσε μερικούς Ἀδελφούς νά πᾶμε κοντά του.
-'Ελᾶτε, μαζί μου νά ταχυδρομήσουμε τά δῶρα γιά τόν Ἀρχάγγελο". Δέν ἠξέραμε ποῦ μᾶς πηγαίνει καί τόν ἐρωτήσαμε.
-Παπᾶ Νικόλα, ποῦ πᾶμε; Γιά νά ταχυδρομήσης κάτι θά πᾶς στό γραφεῖο τῆς Μονῆς.
-Τό ξέρω, ἀλλά αὐτά τά δῶρα θά ταξιδεύσουν διά θαλάσσης.
Μή ἠμπορῶντας νά καταλάβουμε τί θά κάνη, τόν ἀκολουθήσαμε. Φθάσαμε στήν ἄκρη τῆς προβλήτας τοῦ λιμανιοῦ τῆς Μονῆς μας καί σταθήκαμε. Ἐκεῖνος ἔψαλλε τό Ἀπολυτίκιο τῶν Ἀρχαγγέλων. Μετά ἐπέταξε τήν σανίδα μέσα στό νερό καί εἶπε. "Αγιε Ἀρχάγγελε, πάρε τό δῶρο σου καί νά μοῦ γράψης, ὅταν φθάσουν τά δῶρα μου στό Μοναστήρι σου". Αὐτό ἔγινε τό 1975, ὅταν ἐμεῖς ἡ συντροφιά του, εἴχαμε ἔλθει σάν Δόκιμοι στό Μοναστήρι.
Μετά ἀπό ἕνα μῆνα, μᾶς εἰδοποίησαν ἀπό τήν Καλλιάγρα, λιμάνι μέ ἐκκλησάκι τῶν Ἀρχαγγέλων τῆς ἱερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου, πλησίον τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων καί μᾶς εἶπαν, ὅτι στό λιμάνι τους ἔφθασε μία σανίδα μέ καρφωμένο ἕνα κουτί καί τήν διεύθυνσι τοῦ παπᾶ Νικολάου. Ὁ Ἀρχάγγελος μετέφερε σέ ἄλλο ἐκκλησάκι του τό δῶρο τοῦ παπᾶ Νικόλα, τό ὁποῖον οἱ Πατέρες ἐκεῖ τό χρησιμοποίησαν πρός δόξα καί τιμήν τοῦ Ἀρχαγγέλου.
Λίαν ἐκπληκτική ἦτο ἡ ἁπλότης του καί στήν ἀλληλογραφία μέ τούς κατά σάρκα συγγενεῖς του καί τούς ὀλίγους γνωστούς του.
Εὑρισκόμουν τό 2002 στό ἱεραποστολικό Κλιμάκιο Κολουέζι τοῦ Κογκό. Ὁ παπᾶ Νικόλαος συχνά πυκνά νά ἐρωτᾶ τόν Γραμματέα τῆς Μονῆς μήπως ἦλθε γράμμα ἀπό τόν πατριώτη του, τόν Δαμ. Μέ τηλέφωνησε ὁ Γραμματεύς ὅτι "πρέπει τό ταχύτερον νά γράψης γράμμα στόν παπᾶ Νικόλαο, διότι ἀνησυχεῖ γιά σένα, τόν πατριώτη του". Τοῦ ἔστειλα γράμμα τοῦ παπᾶ Νικολάου κι ἔλαβα σέ λίγο διάστημα τήν ἐπιστολή του. Ἐπειδή εἶναι πολύ χαρακτηριστική, θά μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ ἀγαπητοί ἀναγνῶστες νά τήν περιλάβω σ᾿ αὐτό τήν σύντομη βιογραφία του ὁλόκληρη:
Μονή Γρηγορίου 12/ 7/ 2002
"Λίαν ἀγαπητέ ἐν Χριστῶ ἀδελφέ Δαμ...., χαῖρε ἐν Κυρίῳ καί ὑγίαινε κατ᾿ ἄμφω, ψυχῆ τε καί σώματι. Ἐν Ἀφρικῆ.
Ἀγαπητέ συμπολῖτα Δαμ...
Γνωρίζω ὑμῖν διά τῆς παρούσης μου ὅτι πρό ἡμερῶν ἔλαβον τάς ὑμετέρας ἐπιστολάς καί εἶδον ἐν αὐταῖς τά γεγραμμένα. Ἡ ἱεραποστολή εἶναι θεάρεστον καί  καλόν ἔργον, ἀλλά θέλει προσοχή, διότι ἔχει πολλούς κινδύνους. Λοιπόν προσοχή καί προσευχή....
Ἐγώ σᾶς ἐνθυμοῦμαι πάντοτε εἰς τάς πενιχράς μου προσευχάς καί ἐλπίζω νά ἀνταμώσωμεν πρίν ἀποθάνω, διότι εἶμαι 90 ἐτῶν.
Ἡ κατάστασις εἶναι ρευστή μέ πολλούς κινδύνους. Ἐδῶ εἰς Ἅγιον Ὄρος ἔρχεται πολύς κόσμος. Βλέπομεν καί ἀκούομεν πολλά...
Ἔχετε τά δέοντα τοῦ Γέροντος καί τῶν Ἀδελφῶν. Ἀναμένω ἐπιστολήν σας ἀνυπερθέτως.
Διατελῶ μετ᾿ ἀγάπης Χριστοῦ καἰ εὐχῶν πρός Κύριον ὑπέρ ὑμῶν.
Ἐλάχιστος ἐν ἱερομονάχοις καί ἁμαρτωλός
+Νικόλαος Ἱερομόναχος Γρηγοριάτης (Κάνταρος)
Ἦτο ἐκ φύσεως ἄνθρωπος ἰσχυρᾶς κράσεως καί ἀσυνήθους μυϊκῆς δυνάμεως. Ἐνθυμοῦμαι, στά 70 χρόνια του ἅρπαζε τό σακκί τό τσιμέντο στήν ἀγκαλιά του καί τό ἀνέβαζε στό μπαλκόνι τοῦ κελλιοῦ του, τρεῖς ὀρόφους ψηλά, γιά νά κάνη μερικές μαστοροδουλειές.
Στά πρῶτα χρόνια, ἐπειδή εἴμασταν ὀλίγοι μοναχοί καί οἱ ἐργάτες δυσεύρετοι, ἐκάναμε ὅλες τίς μαστορικές δουλειές: Κτίστες, ὑδραυλικοί, σοβατζῆδες, ἐλαιοχρωματιστές κλπ. Εἴχαμε γίνει, κατά τήν παροιμία πολυτεχνίτες καί ἐρημοσπίτες. Ὁ γράφων εἶχα δῆθεν τήν εἰδικότητα τοῦ κτίστου καί τοῦ σοβατζῆ. Μέ κάλεσε μιά ἡμέρα ὁ παπᾶ Νικόλας νά τοῦ κτίσω ἕνα κολονάκι καί νά τό σοβατίσω. Τελείωσα τήν δουλειά μου, ἀλλά ἤθελα, λόγῳ καί τῆς νεότητός μου, νά παίξω καί λίγο μέ τήν ἁπλότητα τοῦ παπᾶ Νικόλα.
Ἐκεῖνος κατέβηκε νά φέρη τό λάστιχο γιά νά πλύνουμε τό μπαλκόνι. Ἐγώ πέφτω κάτω στό τσιμεντένιο δάπεδο τοῦ μπαλκονιοῦ. Ρίχνω  λάσπη μέ ἀσβέστι  ἐπάνω μου, δύο τρεῖς πέτρες στά πλευρά μου γιά νά φανῆ ὅτι μέ σκότωσαν οἱ πέτρες. Ἦλθε ὁ παπᾶ Νικόλας.
-Σήκω ἀπάνω, ρέ...
-Μιλιά ὁ...νεκρός.
-Μέ πλησιάζει ἀνήσυχος.
-Ἔε, Δαμ....
Μέ κλωτσάει μέ τό πόδι του.
Ἐγώ ἀτάραχος  κι ἀμίλητος.
Ἀκούω νά λέγει: Πάει..., πέθανε.... Ὁ νοσοκόμος. Φωνάξτε τόν νοσοκόμο. Πάτερ  Δημήτριεεεε!
Κατεβαίνει ἐπί τροχάδην τίς σκάλες. Ψάχνει γιά νοσοκόμους καί γιατρούς. Ἔφθασαν στό μπαλκόνι λαχανιασμένοι, ἀλλά ὁ ...νεκρός εἶχε ἀναστηθῆ καί εἶχε ἐξαφανισθῆ.
Μέ τό πάθημά του αὐτό ὁ παπᾶ Νικόλας ἀπέδειξε πόσο θερμά καί εἰλικρινά μᾶς ἀγαποῦσε. Γι᾿ αὐτό χαιρόταν νά μᾶς συντροφεύει. Χαιρόταν νά πηγαίνουμε στό Κελλί του. Χαιρόταν νά μιλᾶ καί νά συζητᾶ μαζί μας.
Τότε δέν καταλάβαινα ὅτι μέ τά ἀστεῖα μου αὐτά, τόν προκαλοῦσα ψυχικά. Τόν εἶχα ἀρκετές φορές κουράσει. Τόν εἶχα στενοχωρήσει. Τώρα ὅμως τοῦ ζητῶ συγγνώμη. Ἐκεῖνος ὅμως δέν μοῦ κρατοῦσε ποτέ κακία. Ἄν καθυστεροῦσα δυό-τρεῖς ἡμέρες νά τόν ἐπισκεφτῶ στό κελλί του ἤ νά τόν ρωτήσω γιά τήν ὑγεία του, ἐρχόταν ἐκεῖνος. Μέ τόν δικό του τρόπο, δηλαδή μέ ἐρωτήσεις ἀπό τήν ἱστορία καί τήν γεωγραφία ἄνοιγε τήν συζήτησι καί ἐφαίδρυνε τίς μεταξύ μας φαινομενικά ψυχρές σχέσεις.
Δέν εἶχε τίποτε πλαστό καί ὑποκριτικό στήν συμπεριφορά καί στά λόγια του. Ὅλα προήρχοντο πηγαῖα ἀπό τήν ἁπλοϊκή του καρδιά. Δέν εἶχε ἴχνος ἀπό τήν λεγομένη κοσμική εὐγένεια, ὑποδοχή, ἐξωτερικευμένη καλωσύνη καί ἐγκαρδιότητα. Στά τριάντα χρόνια πού ζήσαμε μαζί, ἐλάχιστες φορές τόν εἶδα νά γελάση καί νά φανοῦν τά δόντια του.
Γι᾿ αὐτό τά λόγια του εἶχαν μία μοναδική καί ἐξέχουσα ἀξία, διότι ἦσαν ὅλα ἀληθινά. Ἐνίοτε ἐπέκρινε μερικές ἐνέργειες τοῦ Γέροντος ἤ ἄλλων διοικητικῶν προσώπων τῆς Μονῆς μας. Ὅμως μᾶς ἔλεγε ὅτι "δέν τούς κατακρίνω, ἀλλά λέγω αὐτό πού νομίζω ὅτι εἶναι ἀληθινό".

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω 
2005 

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  π.Δαμασκηνός - Γρηγοριάτικο γεροντικό


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου