Μέγα Σάββατον, Πελαγίας Μάρτυρος, Φλωριανοῦ Μάρτυρος, Μόνικας, Νεποτιανοῦ Πρεσβυτέρου, Ἰλαρίου Θαυματουργοῦ, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀντωνίνου, Ἀφροδισίου, Βαλεριανοῦ, Λεοντίου, Μακροβίου καὶ Μίδα καὶ τῶν σὺν αὐτοὶς μαρτυρησάντων, ἀνακομιδὴ λειψάνων Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου καὶ Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς, Νικηφόρου Ὁσίου, Ἀθανασίου Ἐπισκόπου, Νικηφόρου τοῦ ἐν Ἄθῳ, Θεοδοσίας πριγκιπίσσης, τῶν Ὁσίων Ἰσαάκ, Κλήμεντος, Κυρίλλου, Νικήτα καὶ Νικηφόρου, Σύναξη Ὑεραγίας Θεοτόκου τῆς Παλαιᾶς
Το Σάββατο, αφού συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι στον Πιλάτο, τον παρακάλεσαν να ασφαλίσει τον τάφο του Ιησού για τρεις ημέρες διότι, καθώς έλεγαν οι θεομάχοι, «έχουμε υποψία μήπως οι μαθητές Του, αφού κλέψουν την νύχτα το ενταφιασμένο Του σώμα, κηρύξουν έπειτα στο λαό ως αληθινή την ανάσταση την οποία προείπε ο πλάνος εκείνος, όταν ακόμα ζούσε, και τότε θα είναι η τελευταία αυτή πλάνη, χειρότερη της πρώτης».Αυτά είπαν στο Πιλάτο και αφού πήραν την άδεια του, έφυγαν και σφράγισαν τον τάφο τοποθετώντας εκεί για την ασφάλειά του κουστωδία, δηλαδή στρατιωτική φρουρά.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελών, τὸ ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρᾷ εἰλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἐπέθετο.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας νεκρὸς ὁρᾶται· καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημμένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, ὡς θνητὸς ὁ ἀθάνατος. Γυναῖκες δὲ αὐτὸν ἦλθον μυρίσαι, κλαίουσι πικρὸς καὶ ἐκβοῶσαι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἐφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.
