Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012

Νέο-εἰδωλολατρικές περιπλανήσεις καί ἡ ἀληθής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας (Μέρος Β΄). Ἱερομόναχος Φιλόθεος Γρηγοριάτης


Νέο-εἰδωλολατρικές περιπλανήσεις  καί  ἡ ἀληθής ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας

 Ἱερομόναχος Φιλόθεος Γρηγοριάτης

Θέσεις - Κατηγορίες τῶν νεο-εἰδωλολατρῶν ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν 

Πολὺ συνοπτικὰ θὰ ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς κυριώτερες, κατὰ τὴν γνώμη μας, θέσεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ ἑλληνικοῦ αὐτοῦ νεο-παγανιστικοῦ κινήματος, ποὺ εἶναι ἄλλωστε καὶ κατηγορίες τους πρὸς τὴν Χριστιανική μας Πίστι καὶ εὐσέβεια. Ἀπαντοῦμε πρὸς αὐτὲς δι᾿ ὀλίγων, μὲ ἀγάπη, εἰλικρίνεια καὶ καλὴ πρόθεσι, μὴ ἔχοντας ἄλλον στόχο καὶ σκοπό, παρὰ τὴν Ἀλήθεια, ποὺ βοηθεῖ καὶ ἐλευθερώνει ὅλους μας. Πιστεύουμε δὲ ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὥστε νὰ πληροφορήσουν καὶ νὰ στηρίξουν ὅσους προβληματίζονται μὲ καλὴ διάθεσι.
Α. Καταφέρονται κατὰ τῆς Πίστεώς μας, ἰσχυριζόμενοι ὅτι τάχα ὁ Χριστιανισμὸς μὲ τὴν περὶ ἁμαρτίας καὶ πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία του, ὅσο καὶ μὲ τὴν ἀναγωγὴ τῆς ἀληθινῆς εὐτυχίας καὶ αἰωνίου ἀποκαταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο στὴν οὐράνιο βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατέστρεψε μιὰ ἀνέμελη, γλυκειὰ καὶ ὡραία, ξέγνοιαστη ζωὴ ἐδῶ πάνω στὴν γῆ.
Μιὰ ζωή, ὅπως λέγουν, τῆς χαρᾶς, τοῦ φωτός, τοῦ ἔρωτος. «Ὁ Χριστιανισμὸς -ἰσχυρίζονται- ἔστρεψε τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ ἐνθάδε στὸ ἐπέκεινα, ἀναβάλλοντας τὴν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ ἀρνούμενος τὴν παροῦσα ζωὴ»7, καὶ ἐπιβάλλοντας δῆθεν ἕνα σκυθρωπὸ τρόπο ζωῆς, γεμᾶτο στερήσεις καὶ ἀπαγορεύσεις.
Κατ᾿ ἀρχὴν πρέπει νὰ σημειώσουμε, ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν γιὰ τὸν ἀρχαῖο κόσμο πὼς βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ καὶ τὸ βάρος πολλῶν ἀρνητικῶν γιὰ τὴν ζωὴ ἀντιλήψεων.
Χωρὶς τὴν γνῶσι καὶ τὴν κοινωνία τοῦ ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθινοῦ Θεοῦ, τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου κυβερνᾶ μιὰ ἄτεγκτη εἰμαρμένη, στὴν ὁποία ὑποτάσσονται «θεοὶ» καὶ ἄνθρωποι, χωρὶς καμμία δυνατότητα καὶ ἐλπίδα διαφυγῆς.
Ὅσο προσπαθεῖ ὁ δυστυχὴς καὶ ἄθλιος Οἰδίπους νὰ ἀποφύγη τὴν σκληρὴ μοῖρα του, τόσο πιὸ πολὺ ἐμπλέκεται στὰ δίκτυά της. Οἱ τραγικοὶ ἥρωες εἶναι εὐγενεῖς ἀλλὰ δυστυχεῖς ὑπάρξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἀνταρσία στὴν ἀναπότρεπτη μοῖρα τους θὰ συντριβῆ ἀμείλικτα.
Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες εἶναι «βροτὸς», «θνητὸς», καὶ «σκιᾶς ὄναρ».
Ὅταν ὁ Διομήδης ἐρωτᾶ τὸν Γλαῦκο γιὰ τὸ γένος του, πρὸ τῆς μονομαχίας τους, δέχεται τὴν ἑξῆς ἀπάντησι, χαρακτηριστικὴ μιᾶς μελαγχολικῆς ἀντιλήψεως τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὴν ζωή: «Τυδεΐδη μεγάθυμε, τί ἢ γενεὴν ἐρεείνεις; οἴῃ περ φύλλων γενεή, τοίη δε καὶ ἀνδρῶν· φύλλα τὰ μὲν τ᾿ ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δὲ θ᾿ ὕλη τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ᾿ ἐπιγίνεται ὥρη· ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἡ μὲν φύει, ἡ δ᾿ ἀπολήγει».
Δηλ.: «Γιὲ τοῦ Τυδέα μεγαλόκαρδε, γιατί ρωτᾶς γιὰ τὴ γενιά μου; Τῶν ἀνθρώπων ἡ γενιὰ εἶναι σὰν τὴ γενιὰ τῶν φύλλων, ποὺ ἄλλα τὰ σκορπάει χάμω ὁ ἄνεμος, κι ἄλλα φουντώνουν μὲ τὴν ἄνοιξη στὰ πράσινα τὰ δέντρα. Ἔτσι εἶναι καὶ τῶν ἀνθρώπων ἡ γενιά. Ἡ μιὰ φυτρώνει κι᾿ ἡ ἄλλη ἀφανίζεται"8.
Ὁμοίως καὶ στὸν Ἡσίοδο ἡ ἀνθρωπίνη ἱστορία εἶναι μία διαρκὴς ἔκπτωσις ἀπὸ τὸ χρυσό, τὸ ἀργυρό, τὸ χαλκό, τὸ ἡρωικὸ καὶ τέλος τὸ σιδηροῦν γένος, ποὺ διέπει τὸν σύγχρονό του ἄνθρωπο. Ὁ μῦθος αὐτὸς ἀποδίδει τὴν ἀθλία μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν προοδευτικὴ χειροτέρευσι τοῦ ἀνθρωπίνου γένους9.

Κατὰ τὸν Φώτιο Σχοινᾶ: «Τὴν ἴδια μελαγχολικὴ καὶ ἀπαισιόδοξη ἀντίληψη τῆς ζωῆς ποὺ διαπερνᾶ τὴν ἑλληνικὴ ψυχὴ συναντοῦμε καὶ στὴν φιλοσοφία. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους ἐν γένει, ὁ αἰσθητὸς κόσμος εἶναι μία ἀνταύγεια, μία ὠχρὴ σκιὰ τοῦ νοητοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ ὄντως ὄν.
Ὁ αἰσθητὸς κόσμος δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα ὀντολογικὰ καὶ ἀξιολογικὰ ὑποδεέστερο τρόπο ὑπάρξεως.
 Ὁ χρόνος ὡς στοιχεῖο τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου εἶναι μία «κινητὴ εἰκόνα τῆς αἰωνιότητος» (Πλάτωνος Τίμαιος), ἡ ὁποία αἰωνιότης ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὸν νοητὸ κόσμο. Ὁμοίως μὲ τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ ὁ χρόνος δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, ἀλλὰ ἀνακυκλοῦται ἀεννάως. Εἶναι ἕνας κύκλος ποὺ ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς καὶ περιοδικά.
Ὅ, τι ὑπῆρξε, θὰ ξαναϋπάρξη τὸ ἴδιο ἀπαράλλακτα ἢ ἔστω παραπλήσια. Ἡ ψυχὴ ξέπεσε ἀπὸ τὸν νοητὸ κόσμο καὶ ἐγκλωβίστηκε στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ τάφος της. Ἔτσι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν παρόντα κόσμο εἶναι μία ἔκπτωσις, ἕνας μειωμένος, ἕνας κατώτερος τρόπος ὑπάρξεως.
Ὅ, τι ἀπομένει στὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ προσπαθήση νὰ διαφύγη ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄθλιο τρόπο ὑπάρξεως, νὰ λυτρωθῆ ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη τῶν συνεχῶν ἀνακυκλήσεων καὶ νὰ μετατεθῆ στὴν ἀκίνητη, μόνιμη, ἀλλὰ καὶ παγερὴ αἰωνιότητα τοῦ νοητοῦ κόσμου»10.

Ἀναφέρει καὶ ὁ Πλούταρχος σὲ παραμυθητικὸ λόγο του ὅτι, κατὰ κάποια παράδοσι, ὅταν ὁ βασιλεὺς Μίδας συνέλαβε τὸν δαίμονα Σειληνὸ καὶ τὸν ἐρώτησε νὰ τοῦ πῆ, ποιό πρᾶγμα εἶναι τὸ πολυτιμώτερο στὸν κόσμο αὐτό, ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε:
«...δαίμονος ἐπιπόνου καὶ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα, τί με βιάζεσθε λέγειν ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι; μετ᾿ ἀγνοίας γὰρ τῶν οἰκείων κακῶν ἀλυπότατος ὁ βίος. ἀνθρώποις δὲ πάμπαν οὐκ ἔστι γενέσθαι τὸ πάντων ἄριστον οὐδὲ μετασχεῖν τῆς τοῦ βελτίστου φύσεως· ἄριστον γὰρ πᾶσι καὶ πάσαις τὸ μὴ γενέσθαι· τὸ μέντοι μετὰ τοῦτο καὶ πρῶτον τῶν ἀνθρώπῳ ἀνυστῶν, δεύτερον δέ, τὸ γενομένους ἀποθανεῖν ὡς τάχιστα»11.

Δηλ.: «ἐφήμερε ἄνθρωπε, τέκνο τῆς κακῆς τύχης καὶ τοῦ πόνου, γιατί μὲ πιέζεις νὰ σοῦ πῶ, αὐτὰ ποὺ θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ μὴ γνώριζες; ἀφοῦ ἡ ζωὴ θὰ ἦταν ἀσύγκριτα καλλίτερη, ἂν δὲν ἐγνώρίζε ὁ καθένας τὶς συμφορὲς καὶ τὶς θλίψεις του. Δὲν μποροῦν δὲ παντελῶς οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό, κι οὔτε νὰ χαροῦν τὸ ἀνώτερο ἀπ᾿ αὐτά· ἐπειδὴ τὸ καλλίτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀγαθὰ γιὰ ἄνδρες καὶ γυναῖκες εἶναι τὸ νὰ μὴ εἶχαν ποτὲ γεννηθεῖ, νὰ μὴ εἶχαν ὑπάρξει. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπιθυμητὸ ἀγαθὸ στοὺς ἀνθρώπους, σὲ δεύτερη μοῖρα ἔρχεται τὸ ἑξῆς: Ἀφοῦ γεννήθηκαν, νὰ πεθάνουν τὸ γρηγορώτερο».
Βέβαια, ἂς τονίσουμε, μέσα στὴν ἀρνητικότητα καὶ τὴν ἀπαισιοδοξία αὐτή, ἀποδεικνύεται καὶ περίτρανα διακηρύσσεται ὁ πόθος καὶ ἡ δίψα τοῦ Ἕλληνος γιὰ τὸ ὄντως «καλὸν κἀγαθὸν», τὸ τέλειο, τὸ ἀληθινὰ ὡραῖο καὶ ἄφθαρτο. Μὴ ἀναπαυόμενος στὶς πτωχὲς καὶ φθαρτὲς μετριότητες τῆς γηίνης χαρᾶς καὶ εὐδαιμονίας, χωρὶς νὰ γνωρίζη, ἀναζητεῖ κάτι ἀνώτερο· καὶ μὴ εὑρίσκοντάς το τότε ἀκόμη στὸν καιρὸ πρὸ τῆς Χάριτος, μελαγχολεῖ καὶ ἀπελπίζεται.
Πῶς λοιπὸν τώρα, μετὰ τὴν Θεία Ἀποκάλυψι καὶ Ἐπιφάνεια, ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας νὰ ἀποκρύψη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ ὄντως χαρμόσυνο μήνυμα, τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο, τὴν πραγματικὴ καὶ σωτήρια Θεολογία, κοσμολογία καὶ ἀνθρωπολογία, ποὺ Θεόθεν δέχθηκε; Πῶς νὰ μὴ ὁμιλήση καὶ κατευθύνη τοὺς πιστοὺς στὴν θέωσι, χάριν μιᾶς οὐτοπικῆς καὶ ψευδοῦς γηίνης ἀπολαύσεως;

Γιὰ μᾶς, τοὺς Χριστιανούς, δὲν ἰσχύει ἡ πλατωνικὴ φιλοσοφία ὅτι τὸ σῶμα εἶναι ἡ φυλακὴ τῆς ψυχῆς. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος, ψυχὴ καὶ σῶμα, ἐνδεδυμένος τοὺς δερματίνους χιτῶνας, ἀγωνίζεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο γιὰ νὰ κερδίση τὴν αἰωνία συνοίκησι μὲ τὸν Θεό. Ὁ αἰσθητὸς κόσμος, ὁ χρόνος καὶ ἡ ζωὴ δὲν ἔχουν μία καταθλιπτικὴ διάστασι, δὲν εἶναι φορτία δυσβάστακτα γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἐν Χριστῷ πλέον ἔχουν ἀποκτήσει οὐράνιες καὶ αἰώνιες διαστάσεις καὶ προεκτάσεις.

Ὅπως πολὺ οὐσιαστικὰ καὶ παραστατικὰ θεολογεῖ ὁ μακαριστὸς ἅγιος Γέροντας Ἰουστῖνος Πόποβιτς: «... ὁ Κύριος εἰσήγαγε τὸ ἀνθρώπινο γένος εἰς τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀθανασίας, ὁ ὁποῖος ἐκβάλλει εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. Καὶ ἀπὸ τότε καὶ αἱ σκέψεις καὶ αἱ αἰσθήσεις καὶ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Χριστοῦ, γίνονται ὅλα μικρὰ ρυάκια ἀθανασίας, τὰ ὁποῖα, καθὼς περνοῦν μέσα ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου, κελαρύζουν καὶ τρέχουν μὲ χαρὰν πρὸς τὸ χωρὶς ὄχθες πέλαγος τῆς θαυμαστῆς αἰωνιότητος καὶ θεανθρωπότητος τοῦ Χριστοῦ»12.

Ἀγνοοῦν οἱ Νεο-παγανιστὲς καὶ ὅσοι ἔχουν τὶς ἴδιες ἰδέες μ᾿ αὐτούς, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν καὶ ἡ ἕνωσίς τους μὲ τὸν Θεό, ἀρχίζει ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ κορυφώνεται στὴν μετὰ θάνατο ζωή. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ φυτρώνει μὲν σ᾿ αὐτὸν τὸν βίο καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν λαμβάνει τὴν ἀρχή της, ὁλοκληρώνεται ὅμως στὸν μέλλοντα, ὅταν φθάσουμε σ᾿ ἐκείνη τὴν ἡμέρα· καὶ οὔτε ὁ παρὼν βίος μπορεῖ νὰ τὴν ἐντυπώση τελείως στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ὁ μέλλων, ἂν δὲν λάβη ἀπὸ ἐδῶ τὶς ἀρχές...»13
Ὁ πιστὸς Χριστιανὸς δὲν μεταθέτει στὸ «μετὰ-θάνατον», στὸ ἐπέκεινα, τὴν χαρὰ καὶ τὴν εὐτυχία του, ἀλλὰ τὴν γεύεται ἀπὸ τώρα μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀγῶνα του. Ζῆ ἀπὸ τώρα, μέσα στὸν κόσμο αὐτό, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, μία «ἐγκαινιασμένη» ἐσχατολογία. Πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ ὁ ἀγωνιζόμενος πιστὸς Χριστιανὸς προ-απολαμβάνει τοὺς ἀρραβῶνες, τὶς προγεύσεις τῆς οὐρανίου μακαριότητος, ἀνερχόμενος ἀπὸ τὴν παθητικὴ καὶ ὑλώδη ζωὴ διαδοχικὰ τὰ στάδια τῆς μετανοίας, καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ θεώσεως, κατὰ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν φωτισμένη διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων.
Δὲν ἀρνούμαστε αὐτὴν τὴν ζωή, δὲν μισοῦμε τὸν ὁρατὸ τοῦτο κόσμο. Εἶναι ἀνεκτίμητα δῶρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ πολὺ σεβόμαστε καὶ μὲ τὰ ὁποῖα -ἔχοντες τὶς καλὲς προτεραιότητες καὶ ἱεραρχήσεις- μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴν «καλὴν ἐμπορίαν», νὰ κερδίσουμε τὴν «ἀγήρω μακαριότητα», τὴν αἰώνιο ζωή.
Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους ἀσχολήθηκαν ἰδιαίτερα μὲ τὰ μεταφυσικά, ἐπιθυμῶντας καὶ προσπαθῶντας νὰ ἐμβαθύνουν σὲ περισσότερο σταθεροὺς παράγοντες καὶ συνθῆκες τῆς ἀνθρωπίνης εὐδαιμονίας.
Πολλοὶ φιλόσοφοι ἄνδρες τῆς ἀρχαιότητος ἀμφισβήτησαν τὴν πρόσκαιρη, φθαρτή, γήινη ἀπόλαυσι καὶ ἡδονή, διαβλέποντας καὶ διαισθανόμενοι τὴν ὕπαρξι μιᾶς ἄλλης οὐράνιας καὶ ἄφθαρτης, καὶ ἐλέγχοντας φανερὰ –καὶ πολλὲς φορὲς καὶ πολὺ σκωπτικὰ- τοὺς ὀπαδοὺς τῆς πρώτης μὲ τὶς χοϊκὲς καὶ παχυλὲς εἰδωλολατρικὲς δοξασίες τους. Ὁ Ξενοφάνης, οἱ Τραγικοί, οἱ Σοφιστές, ὁ Σωκράτης, ὁ Ἀριστοτέλης, οἱ Στωικοί, ὁ Πλούταρχος, εἶναι μερικοὶ ἀπ᾿ αὐτούς.
Κεντρικὸς καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τούτων ὑπῆρξε ὁ Πλάτων, μὲ τὴν λίαν ἀξιόλογο σκέψι καὶ φιλοσοφία του, μὲ τὴν ὁποία «δίδει ὀντολογικὴ καὶ ἀξιολογικὴ προτεραιότητα στὸ Ἐπέκεινα ἔναντι τοῦ παρόντος αἰσθητοῦ, γήινου κόσμου». «Καταδικάζει τὴν τέχνη, τὸ θέατρο, τὴν ἄμετρη ἡδονή, γενικὰ τὸ Διονυσιακὸ Πνεῦμα...»
Ὁ Φ. Νίτσε τὸ ἀναγνωρίζει αὐτό, κατηγορῶντας τὸν Πλάτωνα μὲ βαρειὲς ἐκφράσεις λέγοντας, ὅτι ἐπέφερε «τὴν «ἐκλογίκευσι» καὶ «ἠθικοποίησι» τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πνεύματος. Μάλιστα ἀποκαλεῖ τὸν Πλάτωνα «κατάρα τῆς Εὐρώπης» καὶ πρὸ Χριστοῦ χριστιανὸ καὶ τοῦ καταλογίζει ὅτι ἀπὸ αὐτὸν προῆλθε ὁ ἐκφυλισμὸς τοῦ ἀρχαίου πνεύματος καὶ ἡ ἀλλοτρίωση τοῦ εὐρωπαίου ἀνθρώπου»14.

Β. Κατηγοροῦν τοὺς Χριστιανοὺς οἱ Νεο-εἰδωλολάτρες γιὰ βαρβαρότητα καὶ ἀπαιδευσία, ἐπειδὴ φρονοῦν, ὅτι τάχα ἐν ὀνόματι τῆς πίστεως στὸν Χριστὸ κατέστρεψαν τὰ ἔξοχα ἔργα τέχνης τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου καὶ πολιτισμοῦ.
Μὴ ἔχοντας διάθεσι νὰ καλύψουμε κάποιες μεμονωμένες ἐνέργειες, μέσα στὰ συγκεκριμένα πάντοτε δεδομένα τῆς τότε ἐποχῆς καὶ φυσικὰ (ἂς μὴ λησμονῆται αὐτὸ) μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἀπηνῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀναφέρουμε σὲ ἀντιδιαστολὴ ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ μὲ προσωπική τους πρωτοβουλία ἔσωσαν καὶ διετήρησαν ἔργα τῆς ἀρχαιότητος.
«Ἡ Helen Saradi π.χ., καταδεικνύει ὅτι ἡ ἐχθρικὴ στάση τῶν χριστιανῶν πρὸς τὰ παγανιστικὰ ἱερὰ οὔτε γενικὸ φαινόμενο ὑπῆρξε, οὔτε συστηματικὴ πολιτική. Ἀφ᾿ ἑνός, πολλὰ παγανιστικὰ ἱερὰ ἐρήμωσαν ἐπειδὴ ἁπλούστατα ἐγκατελείφθησαν...» καὶ «Ἀφ᾿ ἑτέρου, πολλὰ ἱερὰ διατηρήθηκαν εἴτε ἐπειδὴ ἔγινε σεβαστὴ ἡ αἰσθητική τους ἀξία, εἴτε ἐπειδὴ συνέχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται μετατρεπόμενα σὲ χριστιανικὲς ἐκκλησίες»15.

Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστῖνος μάλιστα τὸ 399 μ.Χ. ἀπευθυνόμενος στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Καρθαγένης, τοὺς ἀποτρέπει «ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ στὶς ἰδιοκτησίες τῶν ἐθνικῶν προκειμένου νὰ καταστρέψουν τὰ εἴδωλά τους. Εἶναι προτιμότερο ἔλεγε, νὰ ξερριζώσουμε τὰ εἴδωλα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τους καὶ νὰ προσευχόμαστε γι᾿ αὐτούς, ἀντὶ νὰ ἀποπνέουμε μένος ἐναντίον τους»16.

Ἡ ἐκτίμησις πάλι πρὸς ὅλα τὰ ὡραῖα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι δεδομένη γιὰ τοὺς Χριστιανούς. Νὰ τί λέγει πρὸς τοὺς νέους, ὁ Μέγας Ἕλληνας καὶ Χριστιανὸς Ἱεράρχης ἅγιος Βασίλειος, προτρέποντάς τους νὰ ἐπιλέγουν ὅ,τι καλὸ ὑπάρχει στὰ γράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων:
«... δὲν πρέπει εἰς ὅλα κατὰ σειρὰν τὰ διδάγματα αὐτῶν νὰ προσέχετε, ἀλλ᾿ ὅταν μὲν σᾶς διηγοῦνται κατορθώματα ἢ λόγους ἀνδρῶν ἀγαθῶν, πρέπει ν᾿ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ μιμῆσθε αὐτοὺς καὶ νὰ προσπαθῆτε, ὅσον εἶναι δυνατόν, ὅμοιοι πρὸς τούτους νὰ εἶσθε· ὅταν ὅμως πονηροὺς εἰκονίζουν ἀνθρώπους, τὰς εἰκόνας ταύτας ν᾿ ἀποφεύγετε πρέπει, μὲ φραγμένα τὰ ὦτα, ὅπως ὁ Ὀδυσσεύς, κατὰ τὴν διήγησὶν των, ἀπέφυγε τὴν μουσικὴν τῶν Σειρήνων, διότι ἡ τῶν κακῶν λόγων συνήθεια καὶ πρὸς τὰς πράξεις τὰς πονηρὰς ὁδηγεῖ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει μὲ πάντα τρόπον τὴν ψυχήν μας νὰ προφυλάττωμεν, μήπως μὲ τῶν λόγων τὴν ἡδονὴν καὶ κακὸν τι ἀπὸ ἀπροσεξίαν δεχθῶμεν, ὅπως ὅσοι μὲ τὸ μέλι καταπίνουν καὶ δηλητήρια.

Δὲν θὰ ἐπαινέσωμεν λοιπὸν τοὺς ποιητὰς οὔτε ὅταν εἰκονίζουν ἀνθρώπους ὑβριστὰς ἢ ἐμπαίκτας ἢ ἐρωτευμένους ἢ μεθυσμένους, οὔτε ὅταν τὴν εὐτυχίαν περιορίζουν εἰς τράπεζαν πλουσίαν καὶ διεφθαρμένα ᾄσματα· δὲν θὰ προσέξωμεν δὲ καθόλου, ὅταν ὁμιλοῦν περὶ θεῶν καὶ πρὸ πάντων ὅταν διηγοῦνται ὅτι οὗτοι εἶναι πολλοὶ καὶ μάλιστα οὐδὲ εἰρηνεύουν μεταξὺ των· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐκεῖνοι πολεμοῦν ἀδελφὸς πρὸς ἀδελφὸν καὶ πατὴρ τέκνα καὶ ταῦτα πάλιν κρυφὰ πολεμοῦν τοὺς γονεῖς των.
Τὰς μοιχείας δὲ τῶν θεῶν καὶ τοὺς ἔρωτας καὶ τὰς φανερὰς σαρκικὰς αὐτῶν μείξεις, καὶ μάλιστα τοῦ κορυφαίου ὅλων -ὅπως λέγουν οἱ ποιηταὶ- καὶ ἀνωτάτου, τοῦ Διός, ὅσα καὶ περὶ ζώων δὲ θὰ ἔλεγε τις χωρὶς νὰ κοκκινήση, αὐτὰ θὰ τ᾿ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ θεάτρου.

Τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς ἔχω νὰ εἴπω καὶ περὶ τῶν πεζογράφων, καὶ μάλιστα ὅταν συγγράφουν πρὸς διασκέδασιν τῶν ἀκροατῶν. Δὲν θὰ μιμηθῶμεν ἐπίσης καὶ τῶν ρητόρων τὴν τέχνην τῆς ψευδολογίας· διότι οὔτε εἰς τὰ δικαστήρια οὔτε εἰς τὰς ἄλλας πράξεις εἶναι τὸ ψεῦδος ὠφέλιμον, ἀφοῦ ἐπροτιμήσαμεν τὸν ὀρθὸν καὶ ἀληθινὸν δρόμον τῆς ζωῆς... Θὰ προτιμήσωμεν ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνα τὰ διδάγματὰ των, εἰς τὰ ὁποῖα τὴν ἀρετὴν ἐπήνεσαν ἢ τὴν κακίαν κατέκριναν.
Διότι, ὅπως ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀνθέων διὰ μὲν τοὺς ἄλλους εἰς μόνην τὴν εὐωδίαν καὶ τὸ χρῶμα περιορίζεται, ἐνῶ αἱ μέλισσαι, ὡς γνωστόν, καὶ μέλι ἀπὸ τούτων λαμβάνουν, ὁμοίως καὶ ἐδῶ, ὅσοι εἰς τὰ συγγράμματα ταῦτα δὲν ἐπιδιώκουν μόνον τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν χάριν τοῦ λόγου, δύνανται καὶ ὠφέλειὰν τινα ἀπ᾿ αὐτῶν ν᾿ ἀποθησαυρίσουν εἰς τὴν ψυχήν.

Πρέπει λοιπὸν ἡμεῖς τὰ συγγράματα ταῦτα σύμφωνα πρὸς τὴν ὅλην εἰκόνα τῶν μελισσῶν νὰ μελετῶμεν· διότι καὶ ἐκεῖναι οὔτε εἰς ὅλα τὰ ἄνθη πετοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπον, οὔτε ὅπου ἐπικαθήσουν ὅλα νὰ λάβουν ἐπιχειροῦν· ἀλλ᾿ ἀφοῦ παραλάβουν ὅσον εἰς τὴν ἐργασίαν των χρήσιμον εἶναι, τὸ ἄλλο ἀφήνουν καὶ φεύγουν.
Καὶ ἡμεῖς ἂν εἴμεθα φρόνιμοι, θὰ παραλάβωμεν ἀπὸ τούτων ὅσα μᾶς εἶναι κατάλληλα καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειαν συγγενῆ, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θὰ παρατρέξωμεν. Καὶ ὅπως τὸ τριαντάφυλλον κόπτομεν, ἀλλ᾿ ἀποφεύγομεν τὰς ἀκάνθας τοῦ θάμνου του, ὁμοίως καὶ τῶν συγγραμμάτων τούτων θὰ παραλάβωμεν ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον, ἀλλὰ θὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὰ βλαβερὰ»17.

Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐξανίσταται καὶ διαμαρτύρεται γιὰ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἰουλιανοῦ νὰ στερήση τὴν ἑλληνικὴ παιδεία ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς18.
Δὲν θὰ ἔπρεπε πάλι νὰ παραβλέψουμε ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἑλληνικῶν χειρογράφων, καὶ ἔργα Ἑλλήνων φιλοσόφων, διεσώθησαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς καὶ πιὸ συγκεκριμένα σὲ Μοναστήρια. Ἐπὶ παραδείγματι στὸ Ἅγιον Ὄρος σώζονται, συντηροῦνται καὶ διαφυλάσσονται περισσότερα ἀπὸ τὰ μισὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα ὅλου τοῦ κόσμου.
Τοῦτο μάλιστα, κατὰ τὶς γνῶμες εἰδικῶν ἐπιστημόνων, ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικώτερες προσφορὲς τοῦ Ὀρθοδόξου Βυζαντίου στὸν πολιτισμὸ τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ διάσωσις δηλαδὴ καὶ παράδοσις τοῦ συνόλου σχεδὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας.
Γνωρίζουμε τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων, ποιητῶν, τραγικῶν, ἱστορικῶν -ἀπὸ τὸν Ὄμηρο, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Θουκυδίδη μέχρι τὸν Μένανδρο, τὸν Λογγίνο καὶ τὸν Πλωτῖνο- στὴν συντριπτική τους πλειοψηφία ἀπὸ χειρογράφους κώδικες ποὺ ἐγράφησαν κυρίως κατὰ τὴν μέση βυζαντινὴ περίοδο, ὅταν ἀνακαλύφθηκε ἡ μικρογράμματος ἐπισεσυρμένη γραφή.
Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα σώζονται μόνον λίγοι πάπυροι ποὺ περιέχουν συνήθως ἀποσπάσματα τῶν συγγραμμάτων καὶ τῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων σοφῶν καὶ ποιητῶν. Ἀρκεῖ νὰ συγκρίνη κανείς, σὲ μία κριτικὴ στερεότυπη ἔκδοσι (π.χ. τῆς Ὀξφόρδης), τὸ πλῆθος τῶν χειρογράφων κωδίκων ἀπὸ τὸν 11ο ἕως τὸν 15ο αἰῶνα μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀρχαίων παπύρων, γιὰ νὰ ἀντιληφθῆ τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς τῶν Βυζαντινῶν ἀντιγραφέων ποὺ πολὺ ἀγαποῦσαν καὶ ἐκτιμοῦσαν τὸν ὡραῖο ἀρχαιοελληνικὸ πολιτισμό.
Δὲν μαρτυροῦν ὅλ᾿ αὐτὰ τὴν ἐγνωσμένη ἐκτίμησι καὶ ἀναγνώρισι τοῦ πλούτου τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων τῆς ἀρχαιότητος ἐκ μέρους τῶν Χριστιανῶν;
Ἂν οἱ εἰδωλολάτρες ἄδικα κατηγοροῦν τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ συστηματικὲς βιαιότητες στὰ ἔργα τέχνης καὶ πολιτισμοῦ καὶ ἐν ὀνόματι μάλιστα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, οἱ Χριστιανοὶ ἀποκρούοντας καὶ ἀντιστρέφοντας τὶς κατηγορίες τοὺς καταγγέλλουμε γιὰ ἀνεπανάληπτες καὶ ἀμίμητες σ᾿ ὅλη τὴν Ἱστορία ὠμότητες καὶ φρικιαστικὲς ἐκτελέσεις ἑκατομμυρίων ἀνθρωπίνων προσώπων γιὰ λόγους καὶ μόνο συνειδήσεως καὶ πίστεως στὸν Χριστό.
Γ. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Νεο-παγανιστὲς μᾶς ἐγκαλοῦν ὅτι ἀμελήσαμε, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Χριστιανοί, γιὰ τὶς τύχες τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἀφοσιωθήκαμε μὲ ζῆλο πολὺ στὰ Ἰουδαιο-χριστιανικὰ πράγματα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συντελέσουμε ἔτσι κατὰ πολὺ στὴν ὑποβάθμισι τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν συρρίκνωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Πόσο ἄστοχα ὁμιλοῦν, ὡσὰν νὰ μὴ ἔγινε τίποτε ἄλλο καλὸ σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο μετὰ τὴν ἀρχαιότητα!
Οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες ἀγαπῶντας καὶ σεβόμενοι τὸν ἀληθινὸ Θεὸ δὲν παραμελοῦσαν, καὶ δὲν παραμελοῦμε, τὴν πατρίδα καὶ τὸν ὡραῖο πολιτισμό της.
Τὸ Χριστοκεντρικὸ Βυζάντιο, ποὺ τόσο πολέμησαν καὶ πολεμοῦν ἄνθρωποι ποὺ δὲν βλέπουν τὴν χριστιανικὴ συνέχεια τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, ἔχει νὰ ἐπιδείξη ἄπειρα παραδείγματα φιλοπατρίας καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν ἔνδοξη καταγωγή μας: Χριστιανῶν αὐτοκρατόρων, στρατιωτικῶν, λογίων, ὡς καὶ ἁπλῶν ἀνθρώπων.
Δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀρχαιότητα. Δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν εἶναι μόνο ἡ φιλοσοφία, οἱ τέχνες καὶ τὰ γράμματα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Εἶναι, καὶ διαχρονικὰ μάλιστα, πολὺ ἀνώτερη δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τὸν Ἑλληνισμό:
α´. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς πολλῶν λαῶν ἀπὸ Ἕλληνες Ἱεραποστόλους, μὲ οἰκουμενικὸ πνεῦμα, μὲ σεβασμὸ στὰ ἰδιαίτερα δεδομένα τους.
β´. Ἡ θεολογία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, οἱ ὡραῖοι ἀγῶνες τους κατὰ τῶν αἱρέσεων, ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα «ὑπὲρ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν» καὶ ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου.
γ´. Ἡ Χριστιανικὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων, ποὺ ἔχει περίοπτη θέσι δίπλα καὶ πάνω ἀπὸ τὴν θύραθεν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, καὶ ἡ ὁποία μὲ τὸν ἀληθινὸ φωτισμὸ τοῦ Πνεύματος διακρίνει, ἑρμηνεύει καὶ προσφέρει τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια γιὰ τὸν κόσμο, τὸν ἄνθρωπο, τὸν Ὄντως Θεό.
δ´. Ὁ ἐκχριστιανισμὸς καὶ ἐξανθρωπισμὸς τῶν ἠθῶν, τῆς παιδείας, τοῦ δικαίου.
ε´. Ἡ καταξίωσις τοῦ ἀπὸ Χριστοῦ σεβασμοῦ στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο.
στ´. Ἡ κατάργησις τῆς δουλείας, τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας.
ζ´. Ἡ κοινωνικὴ ἀποδοχὴ περὶ τῆς ἰσότητος τῶν δύο φύλων.
η´. Ἡ ὡραία καὶ ἁρμονικὴ ἐν Χριστῷ κοινοτικὴ συμβίωσις μὲ κύρια ἔκφρασὶ της τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἑλληνικὰ μοναστήρια, καὶ τόσα ἄλλα κοινωνικὰ ἐπιτεύγματα, κατορθώματα, ἀληθινὴ δόξα καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τῶν Χριστιανῶν Ἑλλήνων.
θ´. Μετὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸ Βυζάντιο, καὶ στὰ δύσκολα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δοξάσθηκε ὁ Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός. Μὲ τὴν ἄρσι τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δύναμι τῆς Ἀναστάσεως, τὸ ὑπόδουλο γένος χάριν τῆς εἰς Χριστὸν Πίστεως ἔδειξε μεγάλα ἀποθέματα ἀντοχῆς, καὶ ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν βαρβάρων κατακτητῶν, πρᾶγμα ποὺ τὸ διετήρησε ἀλώβητο στὸ πέρασμα αἰώνων δεινῆς σκλαβιᾶς καὶ ἀτιμώσεων.
ι´. Τὰ Χριστιανικὰ κυρίως ἑλληνικὰ γράμματα, μὲ τὸν ἀπόδημο στὴν Ἑσπερία Ἑλληνισμὸ ἀνθοῦν καὶ τρέφουν τὶς ψυχὲς τῶν ὑποδούλων, γιὰ νὰ θεριέψη μέσα στὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν «ἐλεύθερων Πολιορκημένων» ἡ ἐλπίδα στὴν ἐξέγερσι καὶ τὴν ἐλευθερία.
ια´. Καὶ ἡ χριστιανικὴ δύναμις τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς γίνεται πάλι πόλος ἕλξεως πολλῶν ξένων, Φιλελλήνων, καὶ νέες δόξες καὶ στεφάνια διεθνῶς ἐπιγράφονται στὸν Ἑλληνισμὸ μὲ «τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ῾21», «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία».
ιβ´. Γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν Νεώτερη Ἱστορία μας καὶ στὰ ἔπη τοῦ ῾40, μὲ τὶς ἐμφανίσεις τῆς Παναγίας μας στοὺς ἥρωες τῆς Πίνδου, καὶ τὸ παγκόσμια ἀμίμητο λεχθέν, πὼς «οἱ ἥρωες πολεμοῦν σὰν τοὺς Ἕλληνες» (Οὐίνστων Τσώρτσιλ) καὶ στὰ ἁγνὰ Χριστιανὰ λεβεντόπαιδα τῆς ΕΟΚΑ τῆς Κύπρου.
Ὅλα αὐτὰ μένουν στὴν Ἱστορία ὡς ἔπαινος πολλῶν ξένων διανοουμένων καὶ θεολόγων καὶ ἱστορικῶν γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, ἀφοῦ τίμια τέκνα του τὰ κατώρθωσαν.
Ὁ Ἑλληνισμὸς «"ὁλοκληρώθηκε μέσα στὴν Ἐκκλησία» καὶ μὲ τὴν νέα ταυτότητά του ὡς Ἑλληνορθοδοξία - ἢ καλύτερα Ὀρθοδοξία – δοξάσθηκε καὶ μεγαλούργησε στὴν κατοπινή του πορεία, ὡς «αἰωνία κατηγορία (σ.σ. δηλ. χαρακτηριστικὸ) τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως"» κατὰ τὴν ὁμολογία τοῦ μεγάλου Ρώσσου θεολόγου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ19.
Δὲν εἶναι στεφάνια δόξης ἀμάραντα ὅλ᾿ αὐτὰ γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ; Δὲν εἶναι αἰώνιος ἔπαινος τῶν Χριστιανῶν πατριωτῶν Ἑλλήνων ποὺ προστίθεται σ᾿ ἐκεῖνον τῶν ἀρχαίων προγόνων μας;
Ἡ ἀποστασιοποίησις ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη στὰ ἅγια αὐτὰ καὶ ἱερά, μὲ τὰ ὁποῖα δοξάσθηκε καὶ μεγαλούργησε τὸ ἔθνος, εἶναι καὶ ἡ κυριώτερη αἰτία γιὰ τὶς ὅποιες δύσκολες ἱστορικὲς στιγμὲς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Παιδεία καὶ πατρικὸς σωφρονισμὸς ποὺ ἀποβλέπει στὴν διόρθωσι καὶ ἐπιστροφὴ στὴν ὀρθὴ πορεία. «Υἱὲ μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Ὃν γὰρ ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται»20.
Ἂς μὴ ἀπατώμεθα. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχουν οἱ ὑποδουλώσεις, οἱ καταστροφές, οἱ τραγωδίες. Ἐδῶ εὑρίσκεται ἡ ἀπάντησις καὶ στὴν σύγχρονη γεωγραφικὴ καὶ κοινωνικοπολιτικὴ συρρίκνωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Δ. Μία ἄλλη κατηγορία κατὰ τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι τάχα εἴμαστε μισέλληνες.
Αὐτὴ βέβαια ἡ κατηγορία συνοδεύεται μὲ τὴν ἀπαράδεκτη ὅσο καὶ ἀστεία θεωρία ἐκ μέρους τῶν Νεο-παγανιστῶν περὶ τῆς ἀνωτερότητος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν. Τοῦτο τὸ τελευταῖο δὲν χρειάζεται καὶ διὰ πολλῶν νὰ ἀντικρουσθῆ, δεδομένων τῶν εὐρύτατα, ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς νοήμονες ἀνθρώπους, σήμερα στὴν ἀρχὴ τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνος διαδεδομένων ἀντι-ἐθνικιστικῶν καὶ ἀντι-ρατσιστικῶν ἰδεῶν.
Καυχώμαστε, μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἴμαστε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ Ἕλληνες, μὲ μεγάλη πνευματικὴ εὐθύνη γιὰ τὴν σύγχρονη παρουσία μας στὸν κόσμο. Καυχώμαστε μὲ μία ταπεινὴ καύχησι, πρῶτα γιὰ τὴν ἀληθινὴ καὶ ἀμώμητο Πίστι στὸν Θεάνθρωπο Χριστό. Ἂν καὶ βεβαίως «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει»21, ὅμως κατὰ τὸ ἀνθρώπινο σεμνὰ καυχώμαστε καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα μας, γιὰ τὴν ἔνδοξη καταγωγή μας, γιὰ τὴν παγκοσμίως καὶ διαχρονικὰ ἀνεγνωρισμένη προσφορὰ τῶν προγόνων μας στὸν πολιτισμό, τὶς τέχνες, τὶς ἐπιστῆμες, τὴν παιδεία, τὴν φιλοσοφία.
Ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, Πατριάρχης Κων/πόλεως κατὰ τὸν ιδ´ αἰῶνα, στὸν βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἐγκωμιάζει τὴν πατρίδα τοῦ Ἁγίου, τὴν Βασιλεύουσα τῶν πόλεων, καὶ ταπεινὰ καυχᾶται γιὰ τὶς ἀρχαῖες, ὡραῖες πνευματικὲς ρίζες της (τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφίας), ἀλλὰ ποὺ βέβαια βαπτίσθηκαν στὰ νάματα τῆς Πίστεως:
«... τὸ βασιλεύουσαν ἁπασῶν φημι παρὰ πάντων αὐτὴν ἄνωθεν καὶ προσειρῆσθαι καὶ εἶναι καὶ πάσας ὑφ᾿ ἑαυτὴν ἔχειν καὶ ὁμοῦ τῶν ἁπασῶν ἐν ἅπασιν ὑπερέχειν, καὶ μεγέθει καὶ κάλλει καὶ θέσει καὶ κράσει στοιχείων καὶ ἀέρων ἐπιτηδειότητι καὶ ξηρᾷ καὶ θαλάσσῃ καὶ τὸ πανταχόθεν ἐκ γῆς τε καὶ θαλάσσης ὑφ᾿ Ἑλλήνων τε καὶ βαρβάρων καὶ παντὸς ὁμοῦ γένους δωροφορεῖσθαι.
Τὸ δὲ κράτιστον καὶ ὑπερκείμενον τούτων, τὸ καὶ λόγων καὶ σοφίας ἄνωθεν χρηματίζειν ταύτην μητέρα καὶ οἰκητήριον Ἑλλήνων ἄντικρυς πεφηνέναι, τὴν πάλαι θρυλουμένην Στοὰν καὶ τοὺς Περιπάτους καὶ τὰς Ἀκαδημίας, εἰς ἑαυτὴν ὁμοῦ πάντα συναγαγοῦσαν μετὰ τῆς εὐσεβείας· καὶ τὴν μὲν ἀθεΐαν καὶ τοὺς μύθους καὶ τοὺς μακροὺς λήρους μετὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῶν παραλογισμῶν, καὶ τῆς συχνῆς ἀδολεσχίας καὶ τῆς ἀπάτης... ἀπορρίψασαν, τῇ δ᾿ ἀληθείᾳ, καὶ τῇ τοῦ ἑνὸς τρισυποστάτου καὶ παντοδυνάμου καὶ παντοκράτορος Θεοῦ πίστει, τῷ τε Σταυρῷ καὶ τῇ τοῦ Εὐαγγελίου ἁπλότητι κατακοσμήσασαν τὴν σοφίαν ἐκείνην καὶ δούλην εὐγνώμονα καὶ ὑπηρέτιν ἀναδείξασαν τῆς ἀληθινῆς καὶ πρώτης σοφίας»22.

Ἡ Κωνσταντινούπολις, λέγει «ἐπαινεῖται ἀπὸ ὅλους καὶ εἶναι βασιλίδα ὅλων τῶν πόλεων. Εὑρίσκεται σὲ ὑπεροχὴ ἀπὸ ὅλες καὶ σὲ ὅλα. Καὶ σὲ μέγεθος, καὶ σὲ ὀμορφιά, καὶ σχετικὰ μὲ τὴν τοποθεσία καὶ τὸν συνδυασμὸ τῶν φυσικῶν στοιχείων, καὶ τὴν εὐκρασία τῶν ἀέρων καὶ ἀπὸ τὴν ξηρὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα, καὶ ὅτι ἀπὸ ὅλους τοὺς λαούς, καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ἀπὸ τοὺς Βαρβάρους καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς λαοὺς γενικῶς μεγαλύνεται καὶ λαμβάνει δῶρα καὶ τιμές.
Θεωρεῖται ὅμως ἀνώτερο καὶ μεγαλύτερο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, τὸ ὅτι εἶναι μητέρα πνευματικῶν λόγων καὶ τῆς ἄνωθεν σοφίας, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ οἰκητήριο τῶν Ἑλλήνων. Ἐπειδὴ συγκέντρωσε μέσα της τὴν παλαιὰ θρυλικὴ Στοά, τοὺς Περιπάτους καὶ τὶς Ἀκαδημίες (σ.σ. δηλαδὴ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ φιλοσοφία), ἁρμονικὰ ὅμως καὶ ὄμορφα συνδυασμένα ὅλ᾿ αὐτὰ μὲ τὴν ἀληθινὴ εὐσέβεια τῆς Ἔκκλησίας τοῦ Χριστοῦ· διότι ἀφοῦ μὲν ἀπέρριψε τὴν ἀθεΐα καὶ τοὺς μύθους καὶ τὶς ἀνιαρὲς ἀνοησίες μὲ τὰ ψεῦδη καὶ τοὺς παραλογισμοὺς καὶ τὶς συνεχεῖς φλυαρίες τους καὶ τὶς ἀπάτες, καταστόλισε τὴν κοσμικὴ ἐκείνη (καὶ θύραθεν) σοφία μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν πίστι στὸν ἕνα καὶ τρισυπόστατο καὶ παντοδύναμο καὶ παντοκράτορα Θεό, μαζὶ μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν ἁπλότητα τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ ἔτσι τὴν ἀνέδειξε εὐγνώμονα δούλη καὶ ὑπηρέτρια τῆς ἀληθινῆς καὶ πρώτης σοφίας».

Διαφαίνεται ἄραγε πουθενὰ μισελληνισμὸς σὲ τέτοια ὡραῖα κείμενα Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἢ μήπως ἀντίθετα διακηρύσσεται μιὰ ταπεινὴ καὶ διακριτικὴ καύχησις, γιὰ ὅ, τι ὡραῖο καὶ σεμνὸ ἐδημιούργησε τὸ ἔνδοξο παρελθὸν τῆς πατρίδος μας, τὰ ὁποῖα ἔτι περισσότερο ἐλάμπρυνε ἡ εἰς Χριστὸν Πίστις καὶ ζωὴ;
Καυχώμαστε ἐπίσης ποὺ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρόγονοί μας ἦσαν πολὺ θεοφοβούμενοι. Εἶναι γνωστὸ ὅτι πρὶν ἀπὸ κάθε τι μεγάλο προσηύχοντο, προσέφεραν θυσίες καὶ σπονδές, παρακαλοῦσαν τοὺς θεούς τους γιὰ τὴν καλὴ ἔκβασι τοῦ μέλλοντος. Εἶναι παροιμιώδης ἡ ἔκφρασις «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἡ ζωή τους δὲν ἦταν ἀνθρωποκεντρική, ὅπως τόσων συγχρόνων μελετητῶν καὶ ἑρμηνευτῶν τους, ἀλλὰ θεοκεντρική. Εἶχαν σχεδὸν πάντοτε στὸν νοῦ καὶ στὸν λόγο τους τὴν ἀναφορά τους στὸν θεό. Πρότυπο καὶ παράδειγμα καὶ ἔλεγχος γιὰ τὸν σημερινὸ φίλαυτο, ἐγωκεντρικό, οὑμανιστή, σχεδὸν ἄθεο ἄνθρωπο.

Καυχώμαστε ποὺ καταγόμαστε ἀπὸ μιὰ τέτοια φυλὴ ποὺ μὲ τὸ ἀνήσυχο πνεῦμα της, πνεῦμα προβληματισμοῦ καὶ ἐρεύνης, δὲν ἀναπαυόταν σὲ μιὰ ὑλιστικὴ ζωή, μὲ ἀποκλειστικὰ γήινο καὶ ἐμπαθὲς περιεχόμενο, ἀλλὰ ἀναζητοῦσε τὸ ἀνώτερο, τὸ πνευματικό, τὸ οὐράνιο. Ἀπ᾿ αὐτούς, παρὰ τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας, ἀναπτύχθηκε ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, ὁ πόθος γιὰ τὸ ὄντως «καλὸν κἀγαθὸν».
Καυχώμαστε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ Ἕλληνες ποὺ στὰ πρόσωπα τῶν μεγάλων ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων ἀναγνωρίζουμε τρόπον τινα Ἕλληνες πρὸ Χριστοῦ Προφῆτες καὶ τοὺς εἰκονίζουμε στοὺς ἐξωνάρθηκες τῶν Ἐκκλησιῶν μας.
Κατὰ τὸν Καθηγητὴ Ν. Ζία: «Ἡ μεγαλωσύνη τῆς Ὀρθοδοξίας ἔγκειται στὴ δυνατότητα πρόσληψης καὶ μεταμόρφωσης. Στὴ θετικὴ στάση ἀποδοχῆς. Ἡ ἀρνητικὴ στάση -ὅταν ὑπάρχη- δὲν εἶναι ἐχθρότητα ἢ βδέλυγμα ἀλλὰ περιχαράκωση καὶ περιφρούρηση ἀγάπης γιὰ τυχὸν ἀστοχία στὸν τελικὸ στόχο «ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσι...» Ἡ Νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ θρίαμβός της εἶναι ἡ κατάφαση τῆς εἰκόνας. Ἡ κατάφαση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀνθρώπου».
Μέσα στὸ διακριτικὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας κατανοεῖται καὶ «ἡ ἱστόρηση τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων Φιλοσόφων στοὺς Ὀρθοδόξους ναοὺς καὶ κυρίως στοὺς Νάρθηκες καὶ τὶς Τράπεζες Μοναστηριῶν. Πέραν τοῦ ὅτι ὅλες οἱ σωζόμενες παραστάσεις ἀπαντοῦν κυρίως σὲ Μοναστήρια, ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι βρίσκονται ἱστορημένες μορφὲς τῶν Ἑλλήνων σοφῶν σὲ Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐκεῖ ποὺ διασώζεται αὐθεντικὰ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ βιώνεται ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα μέσα στὴν εἰκοσιτετράωρη λειτουργικὴ ζωὴ»23.

Χαίρονται, πιστεύουμε, κι αὐτοὶ οἱ ἀγαθοὶ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ποὺ βέβαια θὰ ἐπίστευσαν στὸ κήρυγμα τοῦ τριημερεύσαντος στὸν τάφο Ἰησοῦ, καὶ θὰ καυχῶνται χωρὶς ἀμφιβολία γιὰ τὴν καλὴ ἐξέλιξι καὶ τὸν ἐγκεντρισμὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν καλλιέλαιο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ24.
Χαίρονται διότι ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἐδίστασε, στὰ πρόσωπα τῶν σοφῶν, Χριστιανῶν πλέον Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐγερθῆ ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀγνωσίας καὶ τῶν σκιῶν, καὶ νὰ παραλάβη τὸ Φῶς ἀπὸ τοὺς ἀγνώμονες Ἰουδαίους καὶ νὰ οἰκειοποιηθῆ τὴν θεία κληρονομία τους, ἀκούγοντας τὸ ἐγερτήριο κάλεσμα τῆς Ἐκκλησίας: «ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστὸς»25.
Καὶ ὄντως ἠγέρθη ὁ Ἑλληνισμός:
Ἀπὸ τὰ αἰνίγματα καὶ τοὺς μύθους, στὴν ἐξ οὐρανοῦ ἀποκάλυψι.
Ἀπὸ τὴν ἀσχημάτιστη, ἀόριστη ἐλπίδα, στὴν Προσδοκία τῶν Ἐθνῶν.
Ἀπὸ τὸν βωμὸ τοῦ ἀγνώστου Θεοῦ, στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ἐμπειρία ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν ἐστι, ὁ Ἐμμανουήλ.
Ε. Καταφέρονται ἐπίσης ἐναντίον μας οἱ Νεο-παγανιστὲς μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι οἱ ρίζες τῆς Πίστεώς μας, καὶ συγκεκριμένα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι δῆθεν ἁπλῶς Ἑβραϊκὴ Ἱστορία, συνεπῶς ἑβραϊκὴ ὑπόθεσις ποὺ δὲν ἀφορᾶ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. «Ἂς στραφοῦμε, λοιπὸν», λέγουν, «στὴν δική μας καταγωγή, τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, μὲ τὸν πολιτισμό, τὴν φιλοσοφία, τὴν θρησκεία της».
Κατ᾿ ἀρχὰς πρέπει νὰ δηλώσουμε τὸ προφανές, ὅτι δηλαδὴ οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἴμαστε ρατσιστὲς καὶ γι᾿ αὐτὸ οὔτε ἀντισημιτιστὲς (πῶς θὰ μπορούσαμε ἄλλωστε νὰ εἴμαστε;).
Ὁ Ἑβραϊκὸς λαὸς εἶναι ἀνθρωπίνως συμπαθὴς σὲ ἐμᾶς, ὅπως ὅλοι οἱ λαοὶ τοῦ κόσμου καὶ μάλιστα ἐπειδὴ μᾶς προσέφερε τόσους Πατριάρχες, Δικαίους καὶ Προφῆτες τῆς Παλ. Διαθήκης, ὡς καὶ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς στὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, μὲ κορωνίδα βέβαια τὴν Πανάχραντο Κυρία Θεοτόκο, καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν Θεάνθρωπο Κύριο καὶ Σωτῆρα Ἰησοῦ Χριστό.
Ὡστόσο ἡ Πίστις μας δὲν εἶναι «ἰουδαϊκὴ». Ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἔγινε σαφὲς καὶ ρητῶς ἐκφράσθηκε ἡ ξεκάθαρη τοποθέτησις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ὅτι ἡ εἰς Χριστὸν πίστις εἶναι διάφορη τοῦ ἰουδαϊσμοῦ, ἀφοῦ ὁ Κύριος «ἐξηγόρασεν ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ Αὐτοῦ αἵματι».
Πλὴν τῶν σαφῶν παραπομπῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης (Πράξεις τῶν Ἀποστόλων), ὅπου ἀναφέρονται στὴν ζωὴ τῶν νέων τότε Χριστιανῶν καταργήσεις παλαιῶν ἰουδαϊκῶν συνηθειῶν καὶ τυπικῶν, παραθέτουμε καὶ τὴν μαρτυρία τοῦ Ἱερομάρτυρος ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, ἐπισκόπου Ἀντιοχείας κατὰ τὴν περίοδο 70-107 μ.Χ., ὁ ὁποῖος ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Μαγνησίας: «Ἄτοπον ἐστιν, Χριστὸν Ἰησοῦν λαλεῖν, καὶ ἰουδαΐζειν. Ὁ γὰρ Χριστιανισμὸς οὐκ εἰς Ἰουδαϊσμὸν ἐπίστευσεν, ἀλλὰ Ἰουδαϊσμὸς εἰς Χριστιανισμόν, ὡς πᾶσα γλῶσσα πιστεύσασα εἰς Θεὸν συνήχθη»26.

Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἡ ἱερὰ βίβλος τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ἰδίως πρὶν ἡ Ἐκκλησία ἀποφανθῆ γιὰ τὸν Κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ πρῶτοι πιστοὶ στὸν Χριστὸ δὲν διανοήθηκαν κἂν νὰ τὴν θεωρήσουν «Ἰουδαϊκὴ», ἡ ἁπλῶς ὡς μία συλλογὴ τῆς Ἑβραϊκῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς τὴν ἔνοιωθαν ὡς «Λόγον Θεοῦ», τὴν περιέβαλλαν μὲ πολὺ σεβασμὸ καὶ κῦρος, καὶ τὰ ἀναγνώσματά της ἦσαν καὶ εἶναι ἰδιαίτερα προσφιλῆ καὶ ἐνισχυτικὰ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα ὅλων τῶν Χριστιανῶν.

Ἀνάλογη εἶναι καὶ ἡ ἐπίδρασις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὴν χριστιανικὴ εἰκονογραφία. Συχνὰ τὰ θέματα τῶν Χριστιανῶν εἰκονογράφων προέρχονται ἀπὸ παλαιοδιαθηκικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα προτυπώνουν ἢ συμβολίζουν γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Π.χ. ὁ Προφήτης Ἰωνᾶς στὴν κοιλία τοῦ κήτους, ποὺ προτυπώνει τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου.
Οἱ σοφοὶ Χριστιανοὶ Ἕλληνες Πατέρες πάντοτε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶχαν τὶς ἀναφορὲς τους καὶ τὰ συγγράματά τους γέμουν ἀπὸ παραπομπὲς σ᾿ αὐτήν. Δὲν γνώριζαν αὐτοὶ τότε τὰ πράγματα καλλίτερα, γιὰ νὰ φυλαχθοῦν (ἂν ὑπῆρχε λόγος ὑπονοίας) ἀπὸ κάποια ὑποτιθέμενη ἑβραϊκὴ δολιότητα καὶ ψεῦδος; Ἦσαν αὐτοὶ λιγώτερο Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἕλληνες ποὺ παρέμειναν δέσμιοι τῆς εἰδωλολατρίας;

Πλὴν τῶν ἄλλων ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς ὁμιλεῖ καὶ γιὰ τοὺς «ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ», τοὺς Προπάτορες τοῦ Κυρίου, κατὰ τὸ ἀνθρώπινο, φανερώνοντας ἔτσι τὴν ἄρρηκτη συνέχειὰ της μὲ τὴν βίβλο τῆς ἐποχῆς τῆς Χάριτος. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ἡ βάσις γιὰ τὴν Καινή. Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Εἶναι ἐπίσης πασίδηλος ὁ παγκόσμιος χαρακτήρας καὶ προοπτική της γιὰ τὴν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο φαίνεται ἐμφανέστατα στοὺς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος κάνει μία ὡραία ὅσο καὶ ἀναλυτικώτατη μελέτη γιὰ τὸ ὅτι πράγματι τὰ περὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δὲν ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στοὺς Ἑβραίους, ἀλλὰ ἀφοροῦν τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, πρὸς καταισχύνη μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἀδιαφόρησαν καὶ ἀπέρριψαν τὴν εὐσέβεια πρὸς τὸν μόνο ἀληθῆ Θεό, καὶ δὲν ἐκαρπώθησαν τελικὰ τὶς εὐλογίες Του. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ὅτι μὴ ὡς ἔτυχεν μηδὲ μάτην τὰς παρ᾿ Ἑβραίοις προφητικὰς βίβλους διὰ πάσης σπουδῆς περιέπομεν... Ὅπως τὰ χρηστότερα περὶ ἡμῶν τῶν ἀλλοφύλων ἐθνῶν προλαβόντες οἱ παρ᾿ αὐτοῖς προφῆται ἐκήρυττον»27.
Δηλαδή: «Ὄχι χωρὶς λόγο, κι οὔτε μάταια, τιμοῦμε καὶ σεβόμαστε μὲ πόθο τὰ προφητικὰ βιβλία τῶν Ἑβραίων, ἀφοῦ τὰ λίαν ἐπωφελῆ καὶ εὐεργετικὰ γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες καὶ τὰ λοιπὰ ξένα πρὸς αὐτοὺς ἔθνη, οἱ Προφῆτες τους προανήγγειλλαν».
Καὶ μάλιστα οἱ Προφῆτες αὐτοί, γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ προετοίμαζαν μὲ τὶς διδασκαλίες καὶ προφητεῖες τους ὅλα τὰ ἔθνη, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν τὴν γνῶσι καὶ εὐσέβεια τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μόνος ἐγνωρίζετο παλαιὰ ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους28.
Οἱ ἅγιοι Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὶς προφητεῖες τους ἀποδεικνύουν, πὼς οἱ πολλὲς ὑποσχέσεις (ἐπαγγελίες) τοῦ Θεοῦ προεμήνυαν τὴν εὐλογία καὶ τὴν σωτηρία τῶν ἐθνῶν (σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ Ἰουδαϊκὸ ἔθνος), καὶ ἔλεγαν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ὑποσχέσεις Του παρὰ μόνο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ29.
Σὲ ἐμᾶς δὲ τοὺς πρώην εἰδωλολάτρες (τὰ ἔθνη) ἁρμόζει νὰ λέγεται ἡ προσδοκία30 (γλυκειὰ προσμονὴ) γιὰ τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀποδεικνύεται δὲ ἰσόρροπη (ἰσοδύναμη) ἡ ἐλπίδα γιὰ τὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, ὥστε κατὰ τοῦτο καθόλου νὰ μὴ ὑστεροῦν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσοι προέρχονται ἀπὸ τὰ λοιπὰ ἔθνη, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ σωθοῦν μὲ τὴν Χάρι τοῦ Χριστοῦ.
Στὴν συνέχεια ὁ Εὐσέβιος ἀναφέρει τὸ ἐκ τῆς Γενέσεως χωρίον περὶ τῆς εὐλογίας τοῦ φιλοθέου Ἀβραάμ:
«Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν, «οὐ μὴ κρύψω ἀπὸ Ἀβραὰμ τοῦ παιδός μου ἃ ἐγὼ ποιῶ; Ἀβραὰμ γινόμενος ἔσται εἰς ἔθνος μέγα καὶ πολύ· καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν αὐτῷ πάντα τὰ ἔθνη τῆς γῆς"31. Λέγει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν θὰ κρύψει ἀπὸ τὸν θεοφιλῆ Ἀβραὰμ αὐτὸ ποὺ γιὰ τοὺς πολλοὺς ἦταν κρυφὸ καὶ μυστικό. Αὐτὸ δὲ ἦταν τὸ περὶ τῆς εὐλογίας ὅλων τῶν ἐθνῶν, ποὺ παλαιὰ μὲν ἦταν κρυμμένο ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀβραάμ, ἐκρατοῦντο ἀπὸ ἀπερίγραπτη πλάνη δεισιδαιμονίας. Τώρα ὅμως αὐτὸ φανερώθηκε σὲ ἐμᾶς, ἀφοῦ μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ὅλα τὰ ἔθνη μετέχουν στὴν ἴδια εὐλογία μὲ τὸν Ἀβραάμ, ὅταν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σέβωνται καὶ τιμοῦν τὸν ἀληθῆ Θεὸ»32.

Ἂς σημειώσουμε δὲ ὅτι ὁ Ἀβραὰμ ἦταν Χαλδαῖος στὴν καταγωγὴ καὶ ἔζησε πολὺ πρὶν τῆς ἐμφανίσεως Ἑβραϊκοῦ ἔθνους, καὶ φυσικὰ πρὸ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Ὁ ἅγιος Θεός, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς», δὲν εἶναι προσωπολήπτης. Ἀγαπᾶ ἐξ ἴσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλους τοὺς λαούς. Ἀπευθύνει τὰ σωτήρια καλέσματὰ Του σὲ ὅλους ἀδιακρίτως καὶ εὐλογεῖ τοὺς «ἀγαθοὺς τῇ καρδίᾳ».
Εἶναι γεμάτη ὅλη ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μὲ σχετικὰ νοήματα, ποὺ ἀναφέρονται στὸν οἰκουμενικὸ καὶ παγκόσμιο αὐτὸν χαρακτῆρα τῆς μελλούσης σωτηρίας ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς, διὰ τῆς εὐσεβείας πρὸς τὸν μόνο ἀληθῆ Θεό. Ἀναφέρουμε μερικά:
«Μνησθήσονται καὶ ἐπιστραφήσονται πρὸς κύριον πάντα τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν· ὅτι τοῦ κυρίου ἡ βασιλεία, καὶ αὐτὸς δεσπόζει τῶν ἐθνῶν»33.
«Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χεῖρας, ἀλαλάξατε τῷ θεῷ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως· ὅτι κύριος ὕψιστος, φοβερός, βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν»34.
«Ἀκούσατέ μου νῆσοι, καὶ προσέχετε ἔθνη. διὰ χρόνου πολλοῦ στήσεται, λέγει κύριος... ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»35.
«Τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών, διότι ἰδοὺ ἔρχομαι, καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ σου, λέγει κύριος· καὶ καταφεύξονται ἔθνη πολλὰ ἐπὶ τὸν κύριον τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔσονται αὐτῷ εἰς λαόν. καὶ κατασκηνώσουσιν ἐν μέσῳ σου, καὶ γνώσῃ ὅτι κύριος παντοκράτωρ ἐξαπέστειλέ με πρός σε»36.
 «Καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου, καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι, καὶ ἔδωκά σε εἰς διαθήκην ἐθνῶν, τοῦ καταστῆσαι τὴν γῆν, καὶ κληρονομῆσαι κληρονομίας ἐρήμους, λέγοντα τοῖς ἐν δεσμοῖς, ἐξέλθετε, καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει, ἀνακαλυφθῆναι, καὶ ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς βοσκηθήσονται, καὶ ἐν πάσαις ταῖς τρίβοις ἡ νομὴ αὐτῶν· οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ διψήσουσιν, οὐδὲ πατάξει αὐτοὺς καύσων οὐδὲ ὁ ἥλιος, ἀλλ᾿ ὁ ἐλεῶν παρακαλέσει, καὶ διὰ πηγῶν ὑδάτων ἄξει αὐτούς· καὶ θήσω πᾶν ὄρος εἰς ὁδὸν καὶ πᾶσαν τρίβον εἰς βόσκημα αὐτοῖς. ἰδοὺ οὖτοι πόρρωθεν ἥξουσιν, οὖτοι ἀπὸ βορρᾶ καὶ θαλάσσης, ἄλλοι δὲ ἐκ γῆς Περσῶν. εὐφράνθητε οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ. ῥηξάτωσαν τὰ ὄρη εὐφροσύνην, ὅτι ἠλέησεν κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ τοὺς ταπεινοὺς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ παρεκάλεσεν»37.

Οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ἐκαυχῶντο ὅτι τάχα μόνον αὐτοὺς (ὡς ἔθνος καὶ φυλὴ) ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ἔθνη προτίμησε ὁ Θεὸς καὶ ὅτι δῆθεν μόνον αὐτοὺς ἀξίωσε τῶν θείων ἐπαγγελιῶν Του, καταισχύνονται τώρα ἀπὸ τὶς ἀποδείξεις τοῦ ἐναντίου, ἀφοῦ μαρτυρεῖται (ἀπὸ τοὺς ἰδίους μάλιστα τοὺς Προφῆτες τους), πὼς δὲν τοὺς δόθηκε τίποτε περισσότερο ἢ ἀνώτερο ἀπ᾿ ὅ,τι σὲ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη38.

Μάλιστα προβλέποντες τὰ μέλλοντα, ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι Προφῆτες ἐν Πνεύματι ἁγίῳ γιὰ τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀποστάτες Ἑβραίους, ὡς καὶ γιὰ τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπαγγελιῶν Του σὲ ὅλο τὸν κόσμο, σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ποὺ θὰ δεχθοῦν καὶ θὰ ἐγκολπωθοῦν τὴν Ἀλήθειὰ Του: «Οὐκ ἔστι μου θέλημα ἐν ὑμῖν, λέγει κύριος παντοκράτωρ, καὶ θυσίαν οὐ προσδέξομαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν. διότι ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου καὶ μέχρι δυσμῶν τὸ ὄνομα μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου, καὶ θυσία καθαρά. διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, λέγει κύριος παντοκράτωρ, ὑμεῖς δὲ βεβηλοῦτε αὐτὸ»39.

Νὰ τί λέγει καὶ ὁ Προφήτης Ἱερεμίας:
«Κύριε ἰσχύς μου καὶ βοήθειά μου καὶ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ κακῶν. πρὸς σὲ ἔθνη ἥξουσιν ἀπ᾿ ἐσχάτου τῆς γῆς, καὶ ἐροῦσιν: ὡς ψευδῆ ἐκτήσαντο οἱ πατέρες ἡμῶν εἴδωλα, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς ὠφέλεια. εἰ ποιήσει ἑαυτῷ ἄνθρωπος θεούς, καὶ οὖτοι οὐκ εἰσὶν θεοί. διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ δείξω αὐτοῖς ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ, γνωριῶ αὐτοῖς τὴν χεῖρά μου καὶ τὴν δύναμίν μου· καὶ γνώσονται ὅτι ὄνομά μοι κύριος.
Ἁμαρτία Ἰούδα ἐγγέγραπται ἐν γραφῇ ἐν ὄνυχι ἀδαμαντίνῳ, ἐγκεκολαμμένη ἐπὶ τοῦ στήθους τῆς καρδίας αὐτῶν, ἡνίκα ἂν μνησθῶσιν τὰ ἄλση αὐτῶν ἐπὶ ξύλου δασέος, καὶ ἐπὶ βουνῶν μετεώρων, καὶ ὀρέων ἐν ἀγρῷ. ἰσχύν σου καὶ θησαυρούς σου εἰς προνομὴν δώσω, καὶ τὰ ὑψηλά σου διὰ τὰς ἁμαρτίας σου τὰς ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις σου. καὶ ἀφεθήσῃ μόνῃ, καὶ ταπεινωθήσῃ ἀπὸ τῆς κληρονομίας σου, ἧς ἔδωκά σοι. καὶ καταδουλώσω σε τοῖς ἐχθροῖς σου ἐν τῇ γῇ ᾗ οὐκ ἔγνως»40.
Καὶ ὁ Προφήτης Μιχαίας:
«Ἀκούσατε δὴ ταῦτα οἱ ἡγούμενοι οἴκου Ἰακὼβ καὶ οἱ κατάλοιποι οἴκου Ἰσραήλ. οἱ βδελυσσόμενοι κρίμα, καὶ πάντα τὰ ὀρθὰ διαστρέφοντες, οἱ οἰκοδομοῦντες Σιὼν ἐν αἵμασι καὶ Ἱερουσαλὴμ ἐν ἀδικίαις. οἱ ἡγούμενοι αὐτῆς μετὰ δώρων ἔκρινον, καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς μετὰ μισθοῦ ἀπεκρίναντο, καὶ οἱ προφῆται αὐτῆς μετὰ ἀργυρίου ἐμαντεύοντο, καὶ ἐπὶ τὸν κύριον ἐπανεπαύοντο, λέγοντες, οὐχὶ κύριος μεθ᾿ ἡμῶν ἐστιν; οὐ μὴ ἐπέλθη ἐφ᾿ ἡμᾶς κακά. διὰ τοῦτο δι᾿ ὑμᾶς Σιὼν ὡς ἀγρὸς ἀροτριαθήσεται, καὶ Ἱερουσαλὴμ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἔσται, καὶ τὸ ὄρος τοῦ οἴκου εἰς ἄλσος δρυμοῦ.
Καὶ ἔσται ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν ἐμφανὲς τὸ ὄρος κυρίου, ἕτοιμον ἐπὶ τὰς κορυφὰς τῶν ὀρέων, καὶ μετεωρισθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν· καὶ σπεύσουσιν ἐπ᾿ αὐτὸ λαοί, καὶ πορεύσονται ἔθνη πολλὰ καὶ ἐροῦσι, δεῦτε καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος κυρίου καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ, καὶ δείξουσιν ἡμῖν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ, καὶ πορευσόμεθα ἐν ταῖς τρίβοις αὐτοῦ· ὅτι ἐκ Σιὼν ἐξελεύσεται νόμος, καὶ λόγος κυρίου ἐξ Ἱερουσαλὴμ»41.

Ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἑβραίων Χριστιανοὺς κατεδείχθη ἡ ἀντίθεσις τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ στενόκαρδο καὶ παραμορφωτικὸ πνεῦμα τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων. Ὁ πρωτομάρτυς Χριστιανὸς Στέφανος, κυριώτερος ἐκπρόσωπός τους, μὲ αὐστηρὴ γλῶσσα ἔλεγξε δριμύτατα στὸ συνέδριο αὐτοὺς τοὺς παρανόμους Ἰουδαίους, ποὺ ἐκαυχῶντο γιὰ τὴν φυλετικὴ καταγωγή τους ἀπὸ τοὺς Προφῆτες καὶ Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι ταῖς καρδίαις καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεἰ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν Προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν;»42

Τέλος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς φοβεροὺς ἐκείνους λόγους (μὲ τὰ «οὐαὶ") Του κατὰ τῶν ὑποκριτῶν Ἰουδαίων, τοὺς ἀποκαλύπτει ὡς μὴ ἔχοντας καμμία σχέσι πνευματικὴ μὲ τοὺς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ὣστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοὶ ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας. Καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν. Ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν!...»43
Ἀντιθέτως ὅσοι ἀποδεχόμαστε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ, (ὅπως καὶ ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες Χριστιανοὶ) καθιστάμεθα πραγματικοὶ υἱοὶ τῶν Πατέρων καὶ Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν αὐτῆς, καὶ γινόμαστε κληρονόμοι της, καὶ οἱ ὑποθέσεις καὶ τὰ νοήματὰ της γίνονται κληρονομιά μας πρὸς Θεογνωσία καὶ σωτηρία μας.

Σήμερα ἰδιαίτερα βλέπουμε νὰ ἐπαληθεύεται ἡ προφητεία τοῦ δικαίου Συμεὼν τοῦ Θεοδόχου, ποὺ κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ ἀξιώθηκε νὰ ἰδῆ καὶ νὰ βαστάση στὰ χέρια του τὸν Σωτῆρα Κύριο καὶ νὰ Τὸν δοξάση λέγοντας:
«Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν. φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραὴλ».
Οἱ ἁγνοὶ καὶ ἀγαθοὶ Ἰσραηλῖτες, «ἐν οἷς δόλος οὐκ ἔστι», μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς λοιποὺς ταπεινούς, καὶ συνάμα δεκτικοὺς στὴν σοφία τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους πάσης φυλῆς καὶ ἐθνικότητος, ἀναγνωρίζουν τὸν «Χριστὸν Κυρίου», Τὸν προσκυνοῦν, Τὸν δέχονται στὴν ζωή τους καὶ ἀνίστανται μὲ τὴν Χάρι Του στὸ ὕψος τῆς νέας, τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ κτίσεως (εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις)44.
Ἀντιθέτως οἱ ὑπερήφανοι καὶ μὴ δεκτικοὶ παραμένουν στὴν πτῶσι τους ἀδυνατοῦντες νὰ χαροῦν τὴν προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸν φιλάνθρωπο Πατέρα.
«Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοὶ»45.
Ἡ Ἱστορία ὄντως ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀλήθεια τῆς προφητείας τοῦ δικαίου Συμεών, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς σὲ κάθε ἐποχὴ εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Ἐνῶ δηλ. γιὰ ὅσους Τὸν πιστεύουν εἶναι ἀνάστασις, γιὰ ὅσους ἀπιστοῦν εἶναι «εἰς πτῶσιν».

Ἡ Πίστις μας δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ εὐσέβειά μας δὲν εἶναι ὑπόθεσις τῶν Ἑβραίων (ἄλλωστε αὐτοὶ τὴν κατεφρόνησαν). Δὲν εἶναι μόνο γιὰ τοῦτο ἢ τὸ ἄλλο ἔθνος. Εἶναι πανανθρώπινη, ἀγκαλιάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, σώζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο, καὶ κατέχει τὴν πληρότητα καὶ ὁλότητα τῆς ἀληθείας. Γι᾿ αὐτὸ λέγεται «Καθολικὴ», ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ «Πιστεύω": «... εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν...»
Ἔτσι κι ἐμεῖς οἱ πρώην ἐθνικοί, εἰδωλολάτρες, Ἕλληνες δεχθήκαμε καὶ σεβόμαστε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, διότι ἔχει ὡς σκοπὸ καὶ προοπτική της τὴν πανανθρώπινη, τὴν παγκόσμιο σωτηρία. Γι᾿ αὐτὸ κατὰ Θεία οἰκονομία μεταφράσθηκε ἐνωρὶς (πρὸ Χριστοῦ) στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀπὸ ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους. Εἶναι ἡ γνωστὴ Μετάφρασις τῶν Ἑβδομήκοντα, ποὺ ἐπέχει πλέον θέσιν πρωτοτύπου σήμερα καὶ περιποιεῖ καὶ ἰδιαίτερη τιμὴ στὰ ἑλληνικὰ γράμματα καὶ τὸν Οἰκουμενικὸ Ἑλληνισμό.

Μὲ τὴν ἀποδοχὴ λοιπὸν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ἔχοντὰς την ὡς στερεὰ βάσι), δὲν ἀπορρίψαμε τὸν Ναζωραῖο ἢ Γαλιλαῖο (ὅπως εἰρωνικὰ ἢ ὑποτιμητικὰ Τὸν ἀποκαλοῦν) Ἰησοῦν, τὸν Θεάνθρωπο Κύριο, ἀλλὰ Τὸν πιστεύσαμε, Τὸν ἀνεγνωρίσαμε ὡς Κύριο καὶ ἀγαθὸ Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος.
Τὸν ἀκολουθήσαμε μὲ ταπείνωσι ἀλλὰ καὶ σοφία, «ἀφέντες ἅπαντα» (τὰ εἴδωλα καὶ τὶς ἀνούσιες καὶ σκιώδεις δοξασίες), ὅπως οἱ Ἀπόστολοι46.
Μείναμε μαζὶ Του.
Φάγαμε τὸν ἄρτο τὸν ἡδὺ ποὺ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Καὶ ἤπιαμε τὴν γλυκύτατη πόσι καὶ μεθύσαμε τὴν νηφάλιο μέθη τῶν Ἁγίων.
Καὶ ἐξέστημεν καὶ εἴπαμε:
«Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις»47.
Καὶ μείναμε καὶ γίναμε μαθητὲς Του καὶ Τὸν διακονήσαμε, γιὰ τὴν σωτηρία μας καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Καὶ ἔτσι μαζὶ μὲ τοὺς Πάρθους καὶ τοὺς Μήδους καὶ τοὺς Ἐλαμίτες καὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν Μεσοποταμίαν καὶ τὴν Ἰουδαίαν... καὶ τὴν Ἀσίαν... καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ρωμαίους... καὶ τοὺς Ἄραβες...48 ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅλοι ἐμεῖς οἱ πρώην εἰδωλολάτρες γίναμε ὁ νέος ἐκλεκτὸς λαὸς Του, ἡ νεολαία Του, ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος.
Αὐτὴ εἶναι ἡ καταξίωσίς μας.
Ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν φοβήθηκε τὴν μωρία τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν πτοήθηκε τὴν αἰσχύνη τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ προχώρησε καὶ ἐξῆλθε ἔξω τῆς παρεμβολῆς, ἀκολούθησε τὸν Χριστό, φέροντας τὸν ὀνειδισμὸν Αὐτοῦ, εἰρωνεῖες, διωγμούς, μαρτύρια49. Καὶ μετὰ τὸ βάπτισμά του στὸν Χριστό, γέννησε διακόνους τῆς Χάριτὸς Του: Μάρτυρες, Ἱεράρχες, Ὁσίους, Ὁμολογητὲς καὶ Ἀπολογητές, ποὺ μαζὶ μὲ τοὺς παλαιοὺς Δικαίους καὶ Πατριάρχες καὶ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συνιστοῦν τὴν χορεία τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ.
Ὁ εἰλικρινὴς προβληματισμός, ἡ καλὴ ἀνησυχία ὑπῆρχε. Καὶ ὁ σπόρος ἔπεσε «ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν"50 καὶ καρποφόρησε καρπὸν τριάκοντα καὶ ἑξήκοντα καὶ ἑκατόν.

ΣΤ. Λέγουν ἐπίσης, οἱ Νεο-παγανιστὲς ὅτι ἡ ὅλη ἱερὰ Βίβλος τῶν Χριστιανῶν, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, εἶναι μία ἀπάτη, μία σκευωρία ποὺ κατασκευάσθηκε μὲ δόλο, στοχεύοντας στὴν ἐξαπάτησι τῶν ἀνθρώπων καὶ τελικὰ στὴν ἐπικράτησι τῶν Ἑβραίων. Ἔτσι, λέγουν, ἐπιχειρήθηκε καὶ κατορθώθηκε τὸ ξεθεμελίωμα τοῦ ὡραίου ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ κόσμου.
Γιὰ νὰ μὴ ἐπιμηκύνεται πολὺ ὁ λόγος, θὰ ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ λόγια ἑνὸς συγχρόνου ἁγίου, ὅσο καὶ ἑλληνομαθεστάτου καὶ σοφωτάτου ἀνδρός, τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, σχετικὰ μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Φρονοῦμε ὅτι ἀναλογικὰ ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν Παλαιά:
«Ὁ Pascal κάμνει ἕνα πολὺ ὡραῖο συλλογισμό. Λέγει λοιπόν, ὅτι μὲ τοὺς Ἀποστόλους συνέβη ἓν ἐκ τῶν τριῶν: Ἢ ἠπατήθησαν ἢ μᾶς ἐξηπάτησαν ἢ μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.
Ἂς πάρουμε τὴν πρώτη ἐκδοχή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἠπατήθησαν οἱ Ἀπόστολοι, διότι δὲν τὰ ἔμαθαν ἀπὸ ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν αὐτήκοοι καὶ αὐτόπται μάρτυρες τῶν θαυμάτων τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ δεύτερη ἐκδοχή. Μήπως μᾶς ἐξηπάτησαν; Μήπως μᾶς εἶπαν ψέμματα; Ἀλλὰ γιατί νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν; Τί θὰ κέρδιζαν λέγοντας ἕνα τέτοιο ψέμμα; Μήπως χρήματα; Μήπως ἀξιώματα; Μήπως δόξα; Γιὰ νὰ πῆ κάποιος ἕνα ψέμμα, περιμένει κάποιο ὄφελος.
Ἀντιθέτως οἱ Ἀπόστολοι κηρύσσοντες Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον καὶ ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, τὰ μόνα ποὺ ἐξησφάλισαν ἦσαν ταλαιπωρίες, κόπους, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς, ναυάγια, πεῖνα, δίψα, γυμνότητα, κινδύνους ἀπὸ ληστές, ραβδισμούς, φυλακίσεις καὶ τέλος τὸν θάνατον. Κι᾿ ὅλα αὐτὰ γιὰ ἕνα ψέμμα;

Καὶ κάτι ἄλλο. Τί ἦσαν οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τοὺς καλέσει ὁ Χριστὸς; Μήπως ἦσαν φιλόδοξοι πολιτικοὶ ἢ ὁραματιστὲς φιλοσοφικῶν καὶ κοινωνικῶν συστημάτων, ποὺ περίμεναν τὴν εὐκαιρία νὰ κατακτήσουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ νὰ ἱκανοποιήσουν ἔτσι τὴν φιλοδοξία τους;
Κάθε ἄλλο. Ἀγράμματοι ψαράδες ἦσαν. Καὶ τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε ἦταν νὰ πιάσουν κανένα ψάρι, γιὰ νὰ θρέψουν τὶς οἰκογένειές τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν σταύρωσι τοῦ Κυρίου, παρὰ τὰ ὅσα εἶχαν ἀκούσει καὶ ἰδῆ, ἐπέστρεψαν στὰ πλοιάριὰ τους καὶ τὰ δίκτυά τους. Δὲν ὑπῆρχε σ᾿ αὐτοὺς οὔτε ἴχνος προδιαθέσεως, γιὰ ὅσα ἀργότερα ἐπρόκειτο νὰ γίνουν. Καὶ μόνον μετὰ τὴν Πεντηκοστή, «ὅτε ἔλαβον δύναμιν ἐξ ὕψους», ἔγιναν οἱ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης. Ἄρα δὲν εἶχαν λόγο νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν οἱ Ἀπόστολοι.

Μένει ἑπομένως ἡ τρίτη ἐκδοχή. Ὅτι μᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια»51.
Ζ. Μία ἄλλη κατηγορία τῶν Νεο-εἰδωλολατρῶν κατὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς -καὶ πιὸ συγκεκριμένα κατὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης- μὲ τὴν ὁποία προσπαθοῦν νὰ «σκανδαλίσουν» τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ τοὺς δημιουργήσουν ἀμφιβολίες γιὰ τὶς ἱερές μας Γραφὲς καὶ τὴν Πίστι μας, εἶναι τὸ ὅτι τάχα περιέχει πολλὰ ἄτοπα, ἀπαράδεκτα ἤθη καὶ ἀνάρμοστες συμπεριφορὲς διαφόρων ἱερῶν γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς προσώπων. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἐκφράζεται καὶ ἀπὸ στόματα καὶ γραφίδες καὶ ἄλλων ἐχθρῶν τῆς Πίστεώς μας, εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰπωθοῦν γενικῶς καὶ δι᾿ ὀλίγων τὰ κάτωθι:
Κατ᾿ ἀρχήν, ἀδυναμίες καὶ πάθη ἀνθρώπων τὰ ὁποῖα περιγράφονται στὶς Ἅγιες Γραφές, μᾶς πείθουν εὐλόγως ὅτι δὲν ἐπινοήθηκε ἀπὸ ἀνθρώπινη προσπάθεια νὰ γραφοῦν κείμενα ποὺ νὰ παρουσιάζουν μιὰ ἰδεατή, τέλεια ἀνθρωπίνως κατάστασι, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπένευσε σὲ ἱεροὺς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν τὰ θεόπνευστα κείμενὰ τους παραθέτοντας, μαζὶ μὲ τὰ ἅγια παραδείγματα καὶ διάφορες ἀτέλειες προσώπων, ποὺ δείχνουν πάντα τὴν ἀδυναμία καὶ φθορὰ τῆς πεπτωκυίας ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἐξ ἄλλου καὶ ἡ πνευματικὴ πρόοδος καὶ θέωσις βαθμηδὸν καὶ κατὰ στάδια συνήθως ἐνεργεῖται, καὶ ὄχι ἀθρόως καὶ ἐν μιᾷ ροπῇ.
Βλέπουμε π.χ. καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, πόσες ἀτέλειες ὑπῆρχαν στὴν ζωή, τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψι τῶν ἁγίων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Παρὰ τὴν στενωτάτη κοινωνία μὲ τὸν Δεσπότη Χριστό, παρὰ τὶς θεῖες διδαχὲς ποὺ ἄκουγαν ἀπὸ τὰ πανάχραντα χείλη Του, παρὰ τὶς θαυματουργίες καὶ τὰ ἔνδοξα ποὺ ἀπόλαυσαν οἱ αἰσθήσεις τους, δὲν εἶχαν λάβει ἀκόμη τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχαν στερηθεῖ τελείως τῶν ἀθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ ἀτελειῶν τους.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἐμφανῆ μέσα ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῶν ἁγίων Εὐαγγελιστῶν, ποὺ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ μᾶς διέσωσαν τὸν θησαυρὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, ἔστω καὶ «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν», ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρωπίνων ἀσθενειῶν καὶ ἀδυναμιῶν, «ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν»52.

Ἂν κάποιος πραγματικὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν Χριστιανικὴ Πίστι καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπευθυνθῆ μὲ εἰλικρίνεια στοὺς ἁρμοδίους φορεῖς καὶ τὶς πηγές, ἀπ᾿ ὅπου μπορεῖ νὰ πληροφορηθῆ ἔγκυρα τὴν ὅλη ἀλήθεια. Καὶ ἡ πιὸ ἁρμόδια καὶ ἔγκυρος πηγὴ ἀληθείας εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἂν λοιπόν, ἐνῶ ἔχουμε καλὴ προαίρεσι, κάτι μᾶς «σκανδαλίζη» καὶ μᾶς ἐνοχλῆ, ἂς ρωτήσουμε τὴν Ἐκκλησία.
Καὶ ἐκείνη θὰ μᾶς βοηθήση νὰ καταλάβουμε, αὐτὸ ποὺ δὲν μπορούσαμε πρίν. Δὲν εἶναι ἄλλωστε εὔκολο καὶ δυνατὸ νὰ μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε, ἐμεῖς οἱ ἀδαεῖς καὶ ἀρχάριοι, ὅλες τὶς λεπτομέρειες, τὶς συνθῆκες τῶν γεγονότων καὶ τῶν λεγομένων τῶν Γραφῶν καὶ τὰ βαθύτατα νοήματὰ τους.
Ὅλοι οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πιστοὶ Χριστιανοὶ πιστεύουν καὶ δέχονται τὶς Ἅγιες Γραφὲς ὡς θεόπνευστες καὶ ἱερές. Ἀνάμεσά τους καὶ πολλὰ σοφὰ καὶ ἀνήσυχα πνεύματα ποὺ δὲν ἀμφισβητοῦν τὰ ἀνωτέρω.

Εὑρέθησαν ὅμως καὶ κάποιοι ποὺ στὴν προσπάθειά τους νὰ κατανοήσουν τὸ νόημά τους, σκανδαλίσθηκαν, παρερμήνευσαν καὶ διεστρέβλωσαν τὸ περιεχόμενό τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρασυρθοῦν σὲ διδασκαλίες, ποὺ ἡ ἀνὰ τὸν κόσμο Οἰκουμενική, Ὀρθόδοξος, Καθολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ χαρακτήρισε ὡς αἱρετικές, καὶ τοὺς ἀμετανοήτους αὐτοὺς διδασκάλους τους αἱρετικούς. Διότι πολλὲς φορὲς τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὅπως τὰ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ μιὰ πρώτη ἐντύπωσι, ἐξωτερικά.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν Ὀρθόδοξο Πίστι μας διδασκόμαστε, χωρὶς μὲν νὰ καταργοῦμε τὴν λογικὴ καὶ τὴν νοητική μας δύναμι, νὰ συμβουλευώμαστε πρωτίστως τὴν ἁγία γνῶσι καὶ πεῖρα τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι μέσα ἀπὸ τὸν ἀγῶνα τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέκτησαν μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες μεγάλες ἀρετές, καὶ τὴν ἀληθινὴ σοφία, νὰ κατανοοῦν τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ τὰ κεκρυμμένα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀμυήτων. Καὶ ἔτσι, ταπεινά, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξουν ἔγιναν καὶ εἶναι οἱ ἀπλανεῖς μας διδάσκαλοι, φῶτα μετὰ τὸ Πρῶτο Φῶς.
Κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς αἰσθανόμαστε κι ἐμεῖς ἀσφαλεῖς. Διδασκόμαστε ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴν πραγματική, αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ἔτσι ὥστε ὄντως νὰ πληροφορῆται καὶ νὰ ἀναπαύεται ἡ ψυχή μας. Τότε καὶ εἰς βάθος κατανοοῦμε ὅσα πρὶν ἀπὸ λάθος μας παρερμηνεύαμε.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθή, ταπεινὴ καὶ εἰλικρινὴς πορεία Ὀρθοδοξίας, γιὰ ὅσους πράγματι ἐπιθυμοῦν τὴν κατανόησι τῆς ἀληθείας, καὶ δὲν προσπαθοῦν νὰ ἐφευρίσκουν καὶ νὰ κατασκευάζουν ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ ἀντιθέτου.
Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι ὄντως ἐκ Θεοῦ, ἀληθῶς θεόπνευστος.
Ἂν γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ εὑρισκόμαστε ἀκόμη στὴν ἀχλὺν τῶν παθῶν καὶ τὴν παχυλῆ σαρκικὴ ζωὴ τοῦ παρόντος αἰῶνος, δὲν εἶναι σὲ βάθος κατανοητὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ στὰ ἄσοφα μάτια μας πολλὰ φαντάζουν «σκανδαλιστικὰ» καὶ ἀπαράδεκτα, τοῦτο ὄχι μόνο δὲν ἀποδεικνύει τὸ εὐάλωτο τάχα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον πείθει γιὰ τὴν ἀνάγκη ἀναλήψεως ἐκ μέρους μας ἐντατικώτερου ἀγῶνος γιὰ κάθαρσι καὶ φωτισμό.
Ἄλλωστε τὰ πάντα δὲν κατανοοῦνται πλήρως μόνο μὲ τὴν λογική. Αὐτὸ τὸ διδασκόμαστε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ φυσικὰ καὶ ἀνθρώπινα πράγματα.

Ποιός κατανοεῖ πλήρως, μόνο μὲ τὴν λογική, τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου; Ποιός κατέχει μόνο μὲ τὴν δύναμι τοῦ νοῦ του τὶς αἰτίες τῶν ὄντων; Πῶς κατανοεῖται λογικὰ καὶ πρακτικὰ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τὸ ἄπειρο τοῦ σύμπαντος, ἡ φυσικὴ ἁρμονία καὶ νομοτέλεια τοῦ μικροκόσμου καὶ μακροκόσμου; Πῶς δὲν ἀποδεικνύονται πολλὰ ἀξιώματα, ἐνῶ εἶναι προφανῆς ἡ ἰσχύς τους καὶ ἡ ἀναγκαιότητά τους στὴν φυσικὴ καὶ τὰ μαθηματικὰ;
Κι ἂν αὐτὰ -καὶ τόσα ἄλλα- στὴν ζωὴ τοῦ ὁρατοῦ κόσμου τούτου, εἶναι δεδομένο ὅτι εἶναι ἀκατάληπτα καὶ ἀνερμήνευτα ἢ ἔστω ἐλάχιστα ἀποδεικνυόμενα μόνο μὲ τὴν λογική, πῶς θέλουμε νὰ κατανοοῦμε διὰ μιᾶς τὰ πάντα ἀπὸ τὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα καὶ οὐράνια τοῦ χώρου τῆς Πίστεως;
Γιὰ τὴν κατανόησι πολλῶν ἀποριῶν ζητεῖται ἄλλη βάσις, πέραν τῆς ἐφθαρμένης λογικῆς μας καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα.

Ἔτσι ἐμπιστευόμαστε τὸν ἅγιο Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.
Καὶ οἱ «θεοὶ» τῶν ἐθνῶν53 δὲν πέθαναν γιὰ τὴν σωτηρία μου, δὲν κοπίασαν, δὲν ἀγαποῦν, δὲν εἶναι κἂν θεοί, ἀλλὰ ψεύδονται, καὶ γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπορρίπτω ἀπὸ τὴν ζωή μου, τοὺς ἀποστρέφομαι.
Ἐμπιστεύομαι ἀνεπιφύλακτα τὸν ἅγιο Θεὸ ποὺ εἶναι μόνο ἀγάπη.
Ποὺ ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸν Θεὸ καὶ εὐεργέτη μου, ποὺ ἐργάζεται γιὰ τὸ καλό μου, τὴν εὐτυχία μου, τὴν σωτηρία μου.
Ἐμπιστεύομαι τὸν Θεὸ πού, χωρὶς νὰ ἔχη κάποια ἀνάγκη ὁ ἴδιος (ἀνενδεὴς ὢν), χωρὶς νὰ ζητᾶ τίποτε ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπέδειξε τρανῶς καὶ ἀποδεικνύει συνεχῶς τὴν ἐκστατικὴ ἀγάπη Του γιὰ τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο.
Ἐμπιστεύομαι τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε, ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη, ὅμοιος μὲ ἐμένα, -χωρὶς νὰ τὸ ἀξίζω- γιὰ τὴν ἴασι καὶ σωτηρία μου.
Ἐμπιστεύομαι τὸν Κύριο Ἰησοῦ, τὸν Θεό μου ποὺ πέθανε καὶ ἐτάφη καὶ ἀνέστη γιὰ ἐμένα, γιὰ ὅλους μας.
Γι᾿ αὐτὸ πιστεύω, δηλαδὴ ἐμπιστεύομαι -κατὰ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ σημασία τοῦ ρήματος- τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του.
Ἔχοντας πάντοτε ὑπ᾿ ὄψιν τὶς ἰδιαίτερες κοινωνικές, πολιτιστικὲς καὶ γενικώτερα ἱστορικὲς συνθῆκες, μέσα στὶς χρονικὲς περιόδους ὅπου διαδραματίζονται τὰ γεγονότα, ἐντρυφοῦμε σὲ αὐτά, ὠφελούμαστε καὶ ἐνισχυόμαστε τὰ μέγιστα· γι᾿ αὐτὸ καὶ σεβόμαστε καὶ τιμοῦμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶναι ὁ ἱστορικὸς χωροχρόνος τῆς σκιώδους παρουσίας τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑτοιμασίας τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τὴν ἐξ ὕψους πλήρη ἀποκάλυψι τῆς Χάριτὸς Του ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Η. Λέγουν πάλι ὅτι τάχα ὁ Χριστιανισμὸς μιμήθηκε τὶς θεωρίες, τοὺς μύθους καὶ τὶς τελετὲς τῶν ἀρχαίων εἰδωλολατρῶν, χωρὶς νὰ ἔχη σχεδὸν τίποτε αὐθεντικὰ δικὸ του.
Χρειάζεται ἄραγε προσπάθεια ἀνασκευῆς αὐτῆς τῆς κατηγορίας τους; Τί κοινὸ ὑπάρχει μεταξὺ Χριστοῦ καὶ εἰδώλων; Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ὑποδείξη κάτι ἀνάλογο τῆς θείας Λειτουργίας τῶν Χριστιανῶν, ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται»;
Ἢ κάτι ἀνάλογο μὲ τὸ «Πιστεύω» καὶ τὰ ἱερὰ δόγματα τῆς ἀμώμου Πίστεώς μας; Τί σχέσι ἔχουν οἱ μῦθοι τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας; Πῶς μποροῦν νὰ συγκριθοῦν οἱ ἀναισχυντίες καὶ ἐμπάθειες τῶν ψευδοθεῶν τοῦ Ὀλύμπου μὲ τὸ μοναδικό, ἱστορικό, πανάγιο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ»54, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν σωτηρία μας ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ὑπέμεινε σταυρὸ ἑκουσίως;

Γράφει εὔστοχα καὶ ἀποδεικτικὰ ἀδελφὸς Ἱερομόναχος τῆς Μονῆς μας, γιὰ τὸ ἐν λόγῳ θέμα:
«Παρατηροῦμε ὅτι οἱ ἀρχέγονες πανανθρώπινες μνῆμες κατεγράφησαν ἀπὸ τοὺς λαοὺς ἀναλόγως πρὸς τὴν παιδεία καὶ τοὺς στόχους τους. Ἔτσι π.χ. θεωρῶ ὅτι οἱ περὶ θεογονίας ἀπόψεις τοῦ Πλάτωνος εἶναι «ἀθηνοκεντρικὲς», προβάλλουν μία ἀθηναϊκὴ ὑπεροχὴ (βλ. π.χ. περὶ Ἀτλαντίδος), τὴν ὁποία δὲν συμμερίζονται οὔτε ἄλλοι μεταγενέστεροι Ἕλληνες ἀρχαῖοι συγγραφεῖς (Διόδωρος ὁ Σικελιώτης).
Ἐπίσης εἶναι φυσιοκεντρικές, καθόσον προσωποποιοῦν (καὶ θεοποιοῦν) στοιχεῖα τῆς φύσεως, καὶ ἐπιπλέον δὲν ἀνάγουν στὴν γνῶσι τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος γι᾿ αὐτὲς εἶναι αὐθύπαρκτος καὶ αἰώνιος καὶ οἱ θεοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι μέρη αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Οἱ ἀρχαϊκὲς πανανθρώπινες προσδοκίες περιγράφηκαν ἀπὸ τοὺς λαοὺς ἀνάλογα καὶ μὲ τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων.
Εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἑλληνικὴ μυθολογία εἶναι γεμάτη μὲ θεοὺς καὶ θεὲς ποὺ προσωποποιοῦσαν τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων (Ἀφροδίτη, Ἄρης), τὶς προσδοκίες τους (Δήμητρα, Περσεφόνη), τὶς ἰδιότητές τους (Ἀθηνᾶ, Ἑρμῆς) ἢ ὅτι οἱ Ἕλληνες μυθολόγοι ἀποδίδουν τὰ πάθη τῶν ἀνθρώπων στοὺς θεοὺς (πολέμους μεταξὺ τῶν θεῶν, ἀσέλγειες, κλπ.);

Εἶναι πολὺ πετυχημένη ἡ ἄποψις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, στὸν κατὰ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου λόγο του, ὅτι ὁ Μωυσῆς ἔχοντας τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιέγραψε τὶς πανανθρώπινες ἀρχαῖες μνῆμες μὲ τρόπο ἁγιοπνευματικό, Χριστοκεντρικό. Στὶς ἐξωπαλαιοδιαθηκικὲς θεογονίες ὁ διάβολος καὶ οἱ δαίμονές του σφετερίζονται τὴν θεία ἐξουσία καὶ παρουσιάζονται νὰ χειρίζονται τὶς τῦχες τοῦ κόσμου μὲ τὶς μορφὲς τοῦ Δία ἢ τοῦ Ὄσιρι κλπ.
Ἡ γνώμη τοῦ ἁγίου Κυρίλλου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ χριστιανικὴ ἄποψις τοῦ θέματος, ἀλλὰ ἔχει ἐπιστημονικὴ βαρύτητα. Ἐξ ὅσων ἔχω μελετήσει ἀπὸ διάφορες πλευρές, ὑποστηρίζω τὴν ἄποψι τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι πρῶτος ἔγραψε γιὰ τὰ θέματα αὐτὰ ὁ Μωυσῆς (τὸν 15ο π.Χ. αἰῶνα), οἱ δὲ Ἕλληνες ἔγραψαν πολὺ μεταγενέστερα (ὁ Ὅμηρος τὸν 8ο π.Χ. αἰῶνα)»55.

Ἐπίσης «... Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πιστεύη κανεὶς ἀβασάνιστα τὴν ἄποψι τοῦ καθενός, διότι ὑπάρχουν μεγάλα συμφέροντα. Ἡ Νέα Ἐποχὴ σήμερα ἔχει ὡς βασικὸ γνώρισμά της τὸν συγκρητισμὸ (τὴν ἐξίσωσι ὅλων τῶν θρησκειῶν) καὶ γιὰ νὰ ἐπιβληθῆ ἔχει ἐπιστρατεύσει ὅσες γνῶμες τῆς φαίνονται χρήσιμες. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια ἐγνώριζαν τὸ πρόβλημα.
Ἡ ἀντίθεσίς τους πρὸς ὅλες τὶς ἄλλες μυστηριακὲς τελετουργίες (μιθραϊκές, ἐλευσίνιες, αἰγυπτιακές, κλπ.) δὲν στηριζόταν σὲ μελέτες σὰν τὶς δικὲς μας, βάσει χειρογράφων ἢ εὑρημάτων ἀπὸ ἀνασκαφές, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ζωντανὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὶς τελοῦσαν. Εἶχαν γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο αὐθεντικὴ ἄποψι. Πῶς μποροῦσαν ἄλλωστε νὰ δεχθοῦν ἐπηρεασμοὺς ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς τελετουργίες, ὅταν μὲ τόση ἀποστροφὴ ἀπέρριπταν τὴν εἰδωλολατρία καὶ ἑκατομμύρια Χριστιανοὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ;

... Ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει ὅτι τὰ χριστιανικὰ μυστήρια καὶ οἱ χριστιανικὲς τελετὲς εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ τελείωσις (ὁλοκλήρωσις) ὅσων ὁ Μωυσῆς καὶ οἱ Προφῆται σκιωδῶς εἶχαν ὁρίσει νὰ γίνωνται στὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγή. Π.χ. ἀντὶ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος ὁ χριστιανικὸς ναός, ἀντὶ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πάσχα ἡ θεία Εὐχαριστία56.
Τὰ χριστιανικὰ μυστήρια δὲν εἶναι εἰδωλολατρικὰ δάνεια. Πῶς θὰ τὸ ἐδέχοντο αὐτὸ οἱ πρῶτοι ἐξ Ἰουδαίων Χριστιανοί, οἱ ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος καὶ οἱ ἄμεσοι διάδοχοὶ των, ὅταν ἡ ἀπόστασις ποὺ τοὺς χώριζε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἦταν χαώδης;
Εἶναι νὰ ἀπορῆ κανεὶς πῶς ἀβασάνιστα (ἴσως σκοπίμως) γράφονται βιβλία, τὰ ὁποῖα βρίσκουν «ἀρχαῖες εἰδωλολατρικὲς ἐπιβιώσεις»! στὰ χριστιανικὰ μυστήρια, π.χ. ναός, ἱερατεῖο, ἄμφια, τελετές, νηστεία, θυσία, λιβάνι, ἑορτές, ἀργίες, κλπ. Δὲν βλέπουν ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι θεσμοθετημένα ἀπὸ τὸν Μωυσῆ57 πολὺ πρὶν ὑπάρξουν γραπτὰ ἑλληνικὰ μνημεῖα (πολλῷ μᾶλλον τελετὲς); Δὲν βλέπουν ὅτι ὅλα αὐτὰ στὴν Ἐκκλησία λειτουργοῦν πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ στὶς εἰδωλολατρικὲς τελετὲς τάσσονται στὴν ὑπηρεσία τῶν δαιμόνων;

... Στὴν ἰουδαϊκὴ λατρεία ὁ Μωυσῆς εἶχε δώσει βαθύτερο πνευματικὸ (χριστοκεντρικὸ-σωτηριολογικὸ) νόημα, τὸ ὁποῖο συχνὰ ξεχνοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι καὶ χρειαζόταν ἡ παρέμβασις τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν Προφητῶν πρὸς διόρθωσιν. Βλέπει κανεὶς θυσίες, ἀναφορὲς καὶ θυμιάματα, ὀργανικὰ στοιχεῖα τῆς Μωσαϊκῆς λατρείας, νὰ προκαλοῦν τὴν ἀποστροφὴ τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν σωτηριολογικὴ προοπτικὴ (ταπείνωσι, εἰρήνη αἰσθήσεων καὶ λογισμῶν, ὑπακοὴ καὶ ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτονομία ἀπὸ τὸν Θεὸ)58.
Ἐὰν κάποιοι ὑποστηρίζουν ὅτι στὸν Χριστιανισμὸ ὑπάρχουν στοιχεῖα ἀρχαιοελληνικῶν τελετῶν καὶ ἐθίμων, κάνουν λάθος... Καὶ μόνο οἱ ἀποφάσεις οἰκουμενικῶν καὶ ἄλλων συνόδων κατὰ τῶν ἑλληνικῶν ἐπιδράσεων στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀρκετὲς πρὸς ἀπόδειξιν.

... Οἱ αἱρετικοὶ καὶ οἱ ἐθνικοὶ ἔβλεπαν τὶς ὑπερφυσικὲς δυνάμεις τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων καὶ θέλησαν νὰ ἀπομιμηθοῦν τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῶν ἐνεργειῶν τους. Ὅπως μέχρι σήμερα οἱ μάγοι καὶ μέντιουμ χρησιμοποιοῦν σταυροὺς καὶ εἰκόνες γιὰ νὰ κάνουν τὰ ξόρκια τους, γινόμενοι ὄργανα τῶν δαιμόνων παρὰ τοὺς σταυροὺς καὶ τὶς εἰκόνες»59.
Λέγει δὲ καὶ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Ἀπολογητής, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν γνωρίζουν τὸ βάθος τῶν πραγμάτων:
«...τὸν Ἰησοῦν λαβόντα ἄρτον καὶ εὐχαριστήσαντα εἰπεῖν: Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἀνάμνησίν μου, τοῦτ᾿ ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ τὸ ποτήριον ὁμοίως λαβόντα καὶ εὐχαριστήσαντα εἰπεῖν: Τοῦτο ἐστι τὸ αἷμά μου: καὶ μόνοις αὐτοῖς μεταδοῦναι. Ὅπερ καὶ ἐν τοῖς τοῦ Μίθρα μυστηρίοις παρέδωκαν γίγνεσθαι μιμησάμενοι οἱ πονηροὶ δαίμονες· ὅτι γὰρ ἄρτος καὶ ποτήριον ὕδατος τίθεται ἐν ταῖς τοῦ μυουμένου τελεταῖς... ἢ ἐπίστασθε ἢ μαθεῖν δύνασθε»60.
Δηλαδή:
«Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος νὰ κάνουμε «εἰς τὴν ἀνάμνησιν Αὐτοῦ», δηλ. στὴν θεία Λειτουργία, προσφέροντας ἄρτο καὶ οἶνο, αὐτὸ καὶ στὰ μυστήρια τοῦ ψευδοθεοῦ Μίθρα κατὰ μίμησι τῶν Χριστιανῶν ἐδίδαξαν νὰ γίνεται οἱ πονηροὶ δαίμονες· κι αὐτό, τὸ ὅτι δηλ. παρατίθεται ἄρτος καὶ ποτήριο ὕδατος... στὶς τελετές τους γιὰ τὴν μύησι κάποιου νέου μέλους, ἤδη τὸ γνωρίζετε ἢ μπορεῖτε νὰ τὸ μάθετε».
***********
Κοντὰ στὶς κατηγορίες αὐτὲς τῶν Νεο-παγανιστῶν ποὺ ἀναφέραμε, θὰ θέλαμε νὰ ἐπισημάνουμε καὶ τὰ ἑξῆς:
Ὑπάρχουν τόσες πολλὲς τάσεις καὶ διαφορὲς μέσα στὸ ὅλο φάσμα τῶν Νεο-εἰδωλολατρῶν, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἀναλυθοῦν ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ ἀναφερθοῦν συστηματικά. Ὑπάρχει δηλαδὴ μία μεγάλη ποικιλία ρευμάτων, αἱρέσεων, ποὺ ἡ μία σχεδὸν ἀναιρεῖ τὴν ἄλλη.
Γιὰ παράδειγμα, πολλοὶ πιστεύουν στὸ δωδεκάθεο (δώδεκα θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου), ἐνῶ ἄλλοι δὲν τὸ δέχονται αὐτό. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς πρώτους εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ διαφωνοῦν ὡς πρὸς τὰ ὀνόματα τοῦ καταλόγου τῶν θεῶν.
Κάποιοι θεωροῦν τοὺς θεοὺς ὡς πραγματικὲς ὀντότητες, ἐνῶ ἄλλοι ὡς σύμβολα χωρὶς καμμία ὀντολογικὴ ὕπαρξι. Πολλοὶ διέπονται ἀπὸ ἔντονες ἀντι-Χριστιανικὲς τάσεις, ἄλλοι εἶναι ὀπαδοὶ πιὸ συμβιβαστικῶν θεωριῶν. Κάποιοι τέλος δέχονται τὴν δεῖνα ἄποψι γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, κι ἄλλοι ποὺ πρεσβεύουν κάτι ἄλλο. Καὶ τὸ φάσμα τῶν διαφοροποιήσεων εἶναι μακρὺ καὶ σχεδὸν ἀτέλειωτο, ὅσο ἀτέλειωτος εἶναι καὶ ὁ κατάλογος τῶν ἀνυπάρκτων θεῶν τῆς ἀρχαιότητος.
Ἐνθυμούμαστε τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιὰ τὴν ἐν σκότει καὶ ἀγνωσίᾳ θρησκεία τῶν ἀρχαίων:
«... ἄλλοι ἐξ αὐτῶν», λέγει «ἐθεοποίησαν τὸν ἥλιο, τὴν σελήνη, τοὺς ἀστέρας. Ἄλλοι δὲ τὴν γῆν, τὸ ὕδωρ, τὸ πῦρ, τὸν ἀέρα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ζωή. Ἄλλοι θαυμάζοντας τοὺς δυνατοὺς ἢ τοὺς ρωμαλέους ἢ τοὺς ὡραίους, κατέληξαν σὺν τῷ χρόνῳ, στὴν θεοποίησι καὶ λατρεία τους. Οἱ πλέον ἐμπαθεῖς ἀπ᾿ αὐτοὺς θεοποίησαν τὰ πάθη, δηλ. τὸν θυμό, τὴν κακουργία, τὴν μέθη, τὴν ἀσέλγεια κλπ. Ἀπὸ τοὺς θεοὺς ἄλλους μὲν τοὺς ἐτοποθέτησαν στὴν γῆ, ἄλλους στὸν οὐρανὸ κι ἄλλους κάτω ἀπὸ τὴν γῆ (στὰ καταχθόνια). Ἡ τελευταία δὲ αὐτὴ τοποθέτησις ἦτο ἡ μόνη ὀρθὴ πρᾶξις τους.
Τοὺς ἐτίμησαν δὲ λέγει τοὺς θεούς τους κάνοντας ἀγάλματα, μὲ ζωοθυσίες, μὲ ἀσελγεῖς πράξεις, ἀκόμη καὶ μὲ ἀνθρωποθυσίες. Ἀκόμη ἐτίμησαν ὡς θεοὺς διάφορα τετράποδα καὶ ἑρπετά, γελοιοποιῶντας ἔτσι φοβερὰ τὸν ἑαυτό τους, ὥστε νὰ διερωτᾶται κάποιος: ποιοί ἀξίζουν περισσότερη περιφρόνησι, οἱ θεοὶ αὐτοὶ ἢ αὐτοὶ ποὺ προσκυνοῦν τέτοιους θεοὺς; Μᾶλλον δὲ οἱ δεύτεροι, διότι ἐνῶ ἔχουν λογικὴ φύσι, κατήντησαν σὲ τέτοια παραλογία καὶ ἔγιναν παιγνίδια στὰ χέρια τοῦ πονηροῦ διαβόλου»61.

Παραπομπὲς 

7. Μαρίου Δημοπούλου - Ἀπολλωνίου, «Ἡ ἰδεολογικὴ δολοφονία τοῦ Διονύσου», Δαυλός, Αὐγ.-Σεπτ. 1998, σ. 1217-1252. Ἐν Φώτη Σχοινᾶ, «Ἑλληνισμὸς καὶ Χριστιανισμός: ρήξη ἢ ζεύξη; «, Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 29.
8.  Ὁμήρου Ἰλιάς, Ζ´ 145, μετάφρ. Ἀ. Παπαγιάννη, Ν. Σηφάκι, ἐκδ. Πάπυρος, Ἀθῆναι, 1970, σ. 299.
9.  βλ. Ἡσιόδου, Ἔργα καὶ Ἡμέραι.
10. βλ. «Ἡ σύνθεση τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας καὶ τῆς Πατερικῆς σκέψεως στὸ θεολογικὸ ἔργο τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ», Περ. Σύναξη, τ. 64, σ. 57-74.
11. Πλουτάρχου, Παραμυθητικὸς πρὸς Ἀπολλώνιον 115. D. 2.
12. Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος – Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, μετάφρ. Ἱερομ. Ἀθαν. Γιέβτιτς, ἐκδ. Ἀστήρ, Ε´ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1987, σ. 17.
13. ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Ε.Π.Ε. Θεσ/νίκη 1979, σ. 267.
14. Φώτη Σχοινᾶ, ἐνθ᾿ ἀνωτ. σ. 33.
15. Θαν. Παπαθανασίου, (Αὐτο) Κριτικὴ ἑρμηνεία τῆς καταστροφῆς παγανιστικῶν ἱερῶν ἀπὸ χριστιανούς, Περ. Σύναξη, τ. 69, σ. 55, (βλ. καὶ st. Bede, Ecclesiastical History of the English People, Penguin Books, 1955, σ. 91-92).
16. Θαν. Παπαθανασίου, ἐνθ᾿ ἀνωτ. σ. 62.
17. Μεγάλου Βασιλείου, Πρὸς τοὺς Νέους, Ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, μεταφρ., ἐκδ. Πάπυρος, σ. 24-25.
18. ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ, λόγος Α´.
19. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τόμος Θεολογία, Ἀλήθεια καὶ Ζωή, Ἀθῆναι 1962, σ. 32, ἐν Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, π. Γεωργ. Μεταλληνοῦ, ἔκδ. Ἱ. Ἱδρ. Εὐαγγελιστρίας Τήνου, Τῆνος 2000, σ. 33.
20. Παρ. γ´ 11-12.
21. Φιλιπ. γ´ 20.
22. Δημ. Τσάμη, Ἁγ. Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου, Λόγος εἰς τὸν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α´ Θεσσαλονικεῖς ἅγιοι, ἔκδ. Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 429-430.
23. Ν. Ζία, Ἕλληνες Φιλόσοφοι Ἱστορημένοι σὲ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ Μονές, Περ. Τόλμη, τ. 13, Νοέμβριος 2001, σ. 40-41.
24. βλ. Ρωμ. ια´ 24.
25. Ἐφεσ. ε´ 14.
26. Ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, Μαγνησιεῦσι, 10, 3, PG 65, 672 A.
27. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εὐαγγελικὴ Ἀπόδειξις Β´, Ι, μέρος θ´, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1961, σ. 55.
28. βλ. αὐτόθι σ. 56.
29. βλ. αὐτόθι σ. 57.
30. βλ. Γεν. μθ´ 10.
31. Γεν. ιθ´ 17-18.
32. Εὐσεβίου Καισαρείας, αὐτόθι σ. 58.
33. Ψαλμ. κα´ 28-29.
34. Ψαλμ. μστ´ 2-3.
35. Ἡσ. μθ´ 1, 6.
36. Ζαχ. β´ 14-15.
37. Ἡσ. μθ´ 8-13.
38. βλ. Εὐσεβίου Καισαρείας, αὐτόθι, σ. 60.
39. Μαλ. α´ 10-11.
40. Ἱερ. ιστ´ 19-21 καὶ ιζ´ 1-4.
41. Μιχ. γ´ 9-12 καὶ δ´ 1-2.
42. Πράξ. ζ´ 51.
43. Ματθ. κβ´ 31, 32.
44. Β´ Κορ. ε´ 17.
45. βλ. Λουκ. β´ 29-35.
46. Λουκ. ε´ 11.
47. Ἰω. στ´ 68.
48. πρβλ. Πράξ. β´ 9.
49. πρβλ. Ἐβρ. ιγ´ 13.
50. Ματθ. ιγ´ 8.
51. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, Διάλογος μὲ ἕνα Μαρξιστή, Ἔκδ. Χριστιανικῆς Στέγης Καλαμάτας.
52. Β´ Κορ. δ, 7.
53. Ψαλμ. Ϟε´, 5.
54. Α´ Πέτρ. β´, 22.
55. Ἱερομ. Λουκᾶ Γρηγοριάτου, Ἀνέκδοτη ἐπιστολὴ γιὰ σχετικὰ θέματα.
56. βλ. ἁγ. Ἰουστίνου Μάρτυρος, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα.
57. βλ. Λευιτικὸ καὶ Δευτερονόμιο.
58. πρβλ. «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου; ὁ δὲ ἄνομος ὁ θύων μοι μόσχον ὡς ὁ ἀποκτέννων κύνα, ὁ δὲ ἀναφέρων σεμίδαλιν ὡς αἷμα ὕειον, ὁ διδοὺς λίβανον εἰς μνημόσυνον ὡς βλάσφημος», Ἡσ. 66, 2-3.
59. Ἱερομ. Λουκᾶ Γρηγοριάτου, αὐτόθι.
60. ἁγ. Ἰουστίνου Μάρτυρος, Ἀπολογία, 66, 3, Ε.Π.Ε., Θεσ/νίκη 1985, σ. 192. Βλ. καὶ Ἀπολογία Α´, κεφ. 54.
61. βλ. Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ὁ ἱερὸς Γρηγόριος καὶ ἡ θύραθεν σοφία, Ἄρθρα, Μελέται, Ἐπιστολαί, τ. Α´, Ἀθῆναι 1986, σ. 56.

 Πηγή στό διαδίκτυο  nektarios.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου