Ἡ ἀνόητος καύχησις
Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Συνηθίζουν οἱ ἄνθρωποι νά μιλοῦν γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅσα ἔχουν ἀποκτήσει. Βρίσκουν εὐχαρίστηση νά διηγοῦνται τά κατορθώματά τους καί τίς ἐπιτυχίες τους καί νά ἀποσποῦν τό θαυμασμό καί τόν ἔπαινο ὅλων ἐκείνων πού τούς προσέχουν καί τούς ἀκοῦν.
Ἡ καύχησή τους αὐτή δείχνει ὅτι δέν ἔχουν πνευματικότητα καί προπαντός δέν μποροῦν νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τά μάταια καί ἀνωφελῆ καί νά δοῦν τή ζωή διαφορετικά, κάτω ἀπό τό φῶς καί τήν ἐλπίδα τοῦ Εὐαγγελίου.
Πολλοί καυχῶνται χωρίς νά τούς προκαλέσει κάποιος. Θέλουν νά δείξουν ποιοί εἶναι, νά ἀποκαλύψουν τά χαρίσματά τους καί τόν πλοῦτο τους. Ἡ προσπάθειά τους δέν ἔχει ἴχνος ταπείνωσης. Μιλοῦν χωρίς νά κουράζονται καί γιά ἀσήμαντα ἀκόμα πράγματα.
Γιά παράδειγμα, ἐάν ἔχουν χτίσει καινούριο σπίτι, μιλοῦν γιά τήν πέτρα, πού ἔχουν χρησιμοποιήσει, γιά τά ἄλλα ὑλικά, γιά τό οἰκόπεδο, γιά τή θέα καί τίς ἀνέσεις, γιά τά πανάκριβα ἔπιπλα καί γενικά γιά τίς σπουδαῖες ἐπιλογές τους καί τά πολλά χρήματα, πού ξόδεψαν.
Καυχῶνται ἀκόμα γιά τήν τεχνολογία, πού ἔχει, ἀλλά καί γιά τό πολυτελές αὐτοκίνητό τους. Εἶναι «εὐτυχεῖς», γιατί τά ἔχουν ὅλα.



