Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Κεφάλαιον Ε΄- Α΄ Λόγος Περί Συνειδήσεως και Υπακοής. Μέρος Ε΄- Ζ΄

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄
Α΄ Περί Υπακοής, Παρακοής και Εκκοπής Θελήματος
Λόγος Περί Συνειδήσεως και Υπακοής
Ε΄ Μέρος

Πόσα και πόσα δεν μας άφησαν οι Πατέρες για διδασκαλία μας! Ο καλύτερος δρόμος, ο πιο σωστός, ο πιο σίγουρος, ο πιο ανεύθυνος, είναι ο της υποταγής. «Ο πράττων υπακοήν, λέγει ο αββάς Παλάμων, εξεπλήρωσεν απάσας τας εντολάς του Χριστού».
«Ο υποτακτικός έχει διαλέξει τον καλύτερο δρόμο», λέγει ο αββάς Μωϋσής: «Τρέξατε, τέκνα, όπου εστίν υπακοή. Εκεί χαρά, ειρήνη, φιλαδελφία, ενότης, εγρήγορσις, παρηγορία, στέφανοι, μισθός».
Όταν όμως θέλωμε να στήσωμε το ιδικό μας θέλημα, ενώ είμαστε υποτακτικοί, τότε ο δρόμος γίνεται δύσκολος, τραχύς, επικίνδυνος. Όταν κάνη κανείς υπακοή βρίσκεται μέσα στην αγάπη, στη βία, στη φιλαδελφία, στους στεφάνους, στον αγιασμό, στη σωτηρία.
Το ίδιο θέλημα είναι μεγάλος φραγμός, μεγάλο εμπόδιο. Τείχος μεταξύ ψυχής και Θεού. Όπως από το τείχος, όταν είναι μπροστά μας, εμποδίζεται ο ήλιος και εμποδιζομένου του ηλίου, το μέρος έχει υγρασία, δεν καρποφορεί, έχει αρρώστεια, έτσι είναι και το τείχος του ιδίου θελήματος. Όταν αυτό σταθή μπροστά στην ψυχή, σκοτεινιάζει και μένει άκαρπη. Ο Ήλιος της δικαιοσύνης είναι ο Χριστός, όταν η ψυχή δεν έχη εμπόδιο, έρχονται οι ακτίνες του Χριστού και την φωτίζουν και καρποφορεί και αγιάζεται ο άνθρωπος. Όποιος γνώρισε της υπακοής τον καρπόν, εκείνος μπορεί να μιλήση γι’ αυτήν. Είναι ο πιο χαριτωμένος δρόμος. Κυρίως αποβάλλει ο άνθρωπος τον κακό δαίμονα του εγωϊσμού και της υπερηφανείας, που φέρνει όλα τα κακά και εισάγει την ταπεινοφροσύνη και την αμεριμνησία.


ΣΤ΄ Μέρος

Διαβάζομεν στο «Γεροντικό» για δύο αδέλφια, που αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί και έφυγαν από τον κόσμον. Ο ένας έγινε υποτακτικός σε κοινόβιο, ο άλλος έγινε ησυχαστής. Μετά 2-3 χρόνια ο ησυχαστής λέγει: «Ας πάω να δω τον αδελφό μου, που είναι στο κοινόβιο, μέσα στη μέριμνα, μέσα στις σκοτούρες, ποιος ξέρει τι να κάνη ο ταλαίπωρος μέσα σε τόσες φασαρίες». Είχε την αυτοπεποίθησι ότι ασκητεύοντας είχε φθάσει σε υψηλά μέτρα. Επήγε στο μοναστήρι και με πρόφασι δήθεν ότι χρειαζόταν τον αδελφό του, λέγει του ηγουμένου: «Ήθελα να δω τον αδελφό μου λίγο». Ήλθε ο αδελφός του και ο ηγούμενος, που ήταν άγιος άνθρωπος, έδωσε ευλογία να απομακρυνθούν και να συζητήσουν. Αφού απομακρύνθηκαν από το μοναστήρι βλέπουν ένα νεκρό σ’ ένα μονοπάτι, σχεδόν γυμνόν. Λέγει ο ησυχαστής: «Δεν έχομε κανένα ρούχο να τον σκεπάσωμε τον άνθρωπο». Ο υποτακτικός λέγει με την απλότητά του: «Δεν κάνομε καλύτερα προσευχή να σηκωθή;» «Ας κάνωμεν», λέγει και ο ησυχαστής. Κάνανε προσευχή και οι δύο και αναστήθηκε ο νεκρός. Ο υποτακτικός δεν έδωσε σημασία στο θαύμα, σκεπτόταν, ότι το θαύμα έγινε με τις ευχές του Γέροντός του. Ο ησυχαστής όμως μέσα του έλεγε ότι για την αρετή του έγινε το θαύμα, για την άσκησι και την νηστεία του, για την αγρυπνία και την κακουχία του, για την χαμαικοιτία και τα άλλα κατορθώματά του. Όταν επέστρεψαν οπίσω, λέγει ο ηγούμενος στον ησυχαστή προτού μιλήσουν αυτοί: «Μη νομίσης, αδελφέ, ότι για την προσευχή σου ανέστησε ο Θεός το νεκρό, όχι! Αλλά για την υπακοή του αδελφού σου!». Όταν είδε ο ησυχαστής, ότι ο ηγούμενος διάβασε αμέσως τους λογισμούς του, ότι είχε προορατικό χάρισμα και αγιότητα, πίστεψε ότι ο ίδιος είναι πράγματι πλανεμένος και ότι ο αδελφός του, ο τάχα μεριμνών και τυρβάζων περί πολλά εντός του κοινοβίου, ήταν ανώτερός του.
Σκεφθήτε με τι πεποίθησι ο υποτακτικός έλεγεν: «Ας κάνωμε προσευχή να αναστηθή!». Δέστε απλότητα, ακακία, πίστι. Ο ησυχαστής το είχε ακατόρθωτο και ο υποτακτικός φυσιολογικό, πίστευε στην ευχή του Γέροντός του. Για να φθάση στην ταπεινοφροσύνη αυτή, τι αγώνα θα έκανε! Πόσο τσακίστηκε ο εγωϊσμός του και η υπερηφάνειά του στο κοινόβιο! Διότι ποιος άνθρωπος ερχόμενος από τον κόσμο δεν έχει εγωϊσμό και υπερηφάνεια; Πόσοι και πόσοι υποτακτικοί δεν αγίασαν και μυρόβλησαν;

Ζ΄ Μέρος

Στο Άγιον Όρος, στην περιοχή της Αγίας Άννης ήταν ένα καλογέρι, το οποίο κουβαλούσε τσουβάλια σιτάρι από τον αρσανά επάνω. Πολύς κόπος και πολλοί ιδρώτες. Μια στιγμή άρχισε να λέγη με το λογισμό του: «Άραγε έχομε μισθό για τον τόσο κόπο και τους τόσους ιδρώτες που χύνουμε κάνοντας υπακοή στους Γεροντάδες μας;» Ενώ συλλογιζόταν αυτά, κάθισε λίγο να ξεκουρασθή. Τότε του ήλθε λίγος ύπνος. Μεταξύ δε ύπνου και εγρηγόρσεως βλέπει την Παναγία μπροστά του. «Μη στενοχωριέσαι, τέκνον, του λέγει. Οι ιδρώτες αυτοί που χύνεις για την υπακοή, κουβαλώντας τα τρόφιμα, ως μαρτυρικόν αίμα ενώπιον του Υιού μου λογίζονται». Ήρθε στον εαυτόν του ύστερα και του έφυγαν οι λογισμοί, του έφυγε η στενοχώρια. Και οι πατέρες το έγραψαν στο πεζουλάκι και όποιος περνάει από κει το διαβάζει.
Κοντά στο «Καθολικόν» της Αγίας Άννης υπάρχει ένα σπιτάκι, που λέγεται του «Πατριάρχου». Εκεί ασκήτευσε ένας Πατριάρχης ονόματι Κύριλλος. Εγκατέλειψε τον Πατριαρχικό Θρόνο και ήλθε και έγινε καλόγηρος. Οι πατέρες κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη. Λέγουν στον Πατριάρχη: «Εσύ γέροντας είσαι, παναγιώτατε, και αμάθητος, να σου πάρωμε ένα γαϊδουράκι, να φορτώνης τα τρόφιμά σου». Του πήραν ένα γαϊδουράκι και ανέβαινε και κατέβαινε με αυτό. Μια μέρα, ενώ ανέβαινε ο Πατριάρχης με το ζώο και οι άλλοι πατέρες με τα τρόφιμα στην πλάτη τους, κάθησαν λίγο να ξεκουρασθούν. Ξαφνικά ο Πατριάρχης, μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως, βλέπει την Παναγία μαζί με τους Αγγέλους. Και η μεν Παναγία είχε ένα δοχείο και πότιζε τους πατέρες, που κουβαλούσαν τα πράγματα στην πλάτη τους, οι δε Άγγελοι είχαν μαντήλια, και σκούπιζαν τον ιδρώτα τους. Βλέποντας έκπληκτος ότι σκούπιζαν και τον ιδρώτα από το γαϊδουράκι, παρακαλούσε λέγοντας: «Σκουπίστε και εμένα σας παρακαλώ». Τότε του λέγει η Παναγία: «Πάτερ, εσύ δεν έχεις ιδρώτα, το γαϊδουράκι θα σκουπίσωμε, που έχει». Τότε ξύπνησε και ήλθε στον εαυτό του. Λέγει προς τους πατέρας: «Πάρτε το γαϊδουράκι, διότι ζημιώνομαι εις πολλά πράγματα. Η Παναγία και οι Άγγελοι σκούπισαν το γαϊδουράκι και όχι εμένα». Έκτοτε τα κουβαλούσε και αυτός στη πλάτη του.
Πόσα και πόσα τέτοια δεν έχουν γίνει στη ζωή των πατέρων! Που να ήμαστε να βλέπαμε! Τώρα σπανίως συναντώνται, χαθήκανε όλα. Ας προσέξουμε λοιπόν την συνείδησί μας. Ας αποκτήσωμε αγαθή συνείδησι δια της υπακοής, δια της συντριβής, δια της εξομολογήσεως και της ταπεινοφροσύνης. Ας αποφεύγωμεν δε το ίδιον θέλημα, το οποίο γεννά την αυτοπεποίθησι, την πονηρά συνείδησι.



Από το βιβλίο ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑΙ του Γέροντος Εφραίμ 
Ψηφιοποίηση κειμένου Κώστας  Αργυρακόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου