ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ
ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(Ἀπὸ Σιναΐτικο Χειρόγραφο τοῦ 15-16ου αἰῶνα)
Ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ στὰ χρόνια 886-911 ὑπῆρχεν ὁ ὅσιος Βασίλειος ὁ Νέος, ὁ ὁποῖος εἶχεν μαθητήν του κάποιον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος κυριευμένος ἀπὸ λογισμούς, πίστευε ὅτι οἱ ἑβραῖοι ποὺ τηροῦν τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θὰ εἶναι δεκτοὶ στὸν Θεὸν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ὅπως οἱ Προπάτορες, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.
Ὁ δὲ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιφρονοῦσε σ᾿ αὐτὸ λέγοντας πρὸς τὸν νεαρόν:
«Ὁ Κύριος λέγει τέκνον μου στὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιο, ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα, δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται ( Ἰωάν. 10,8) καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τέκνον μου νὰ σωθοῦν οἱ ἑβραῖοι ποὺ εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν βλασφημοῦν κάθε ἡμέραν;»
Καὶ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος στὸν Θεὸ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν νεαρὸ αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἀπέστειλεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς θεῖον Ἄγγελον καὶ ἐξήγησεν στὸν Γρηγόριον περὶ τούτου, καὶ λέγει μιὰ νύκτα ἐνῷ κοιμόμουν, ξύπνησα γιὰ προσευχή, κατὰ συνήθεια καὶ εἶδα σὲ ὅραμα ὅτι βρέθηκα σὲ μία πεδιάδα γεμάτη ποικίλων δέντρων καὶ λουλουδιῶν, καὶ ξαφνικὰ φάνηκε ἕνας νέος ψηλὸς καὶ ὡραῖος με πύρινη στολὴ ἐξαστράπτων καὶ μοῦ λέγει:
«Γρηγόριε, οἱ εὐχὲς τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Βασιλείου σὲ ἔφεραν ἐδῶ γιὰ νὰ μάθῃς, νὰ πεισθῇς καὶ νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐπιθυμοῦσες.»
Καὶ ἀρπάζοντάς με ὁ Νέος ἀπὸ τὸ χέρι βαδίζαμεν καὶ νεφέλη φωτεινὴ μᾶς ἀνέβασεν σὲ ἄπειρον
