Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Ἡ διαστροφή τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας διά τό '21. Βασιλείου Στεργιούλη Θεολόγου


Ἡ διαστροφή τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας διά τό '21

Βασιλείου Στεργιούλη Θεολόγου

Εἶναι διαπιστωμένο ὅτι ἡ ἠθικὴ ὑποχρεώνει. Δημιουργεῖ ὑποχρεώσεις. Ἐπιβάλλει καθήκοντα. Μήπως ὅμως λιγότερο ὑποχρεώνει ἡ ἱστορία; Τὰ διδάγματά της φωτίζουν τὸ παρὸν καὶ σηματοδοτοῦν τὴν πορεία μας στὸ μέλλον. Ἡ φωνὴ της ἀσκεῖ ἀποφασιστικὴ σημασία στὴν πορεία ἀτόμων καὶ λαῶν.

Ὅλοι οἱ λαοὶ σέβονται καὶ τιμοῦν τὴν ἱστορία τους. Αὐτὴ τοὺς δένει μὲ τὶς ρίζες τους. Ἐμεῖς ὅμως οἱ Ἕλληνες, ποὺ τελευταίως μᾶς μαστίζει βαθιὰ ἠθικὴ κρίση, ἡ ὁποία μᾶς ὁδήγησε στὴν οἰκονομικὴ κατάρρευση καὶ μᾶς εὐτέλισε στὸν κόσμο ὅλο, ἀμφισβητοῦμε καὶ διαστρέφουμε τὴν ἱστορία μας.
Ἰδίως ἐκείνη τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐθνεγερσίας τοῦ ʼ21.
Φθάσαμε στὸ σημεῖο νὰ ἰσχυριζόμαστε πὼς οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Τοῦρκοι «διέκοψαν τὴν ὑπέροχη συμβίωση τῶν 400 χρόνων, ὅταν ξεσηκώθηκαν κάτι ξεβράκωτοι τὸ 1821 καὶ δημιούργησαν τὶς γνωστὲς προστριβές».
Καὶ προβαίνουμε στὴν πρόταση: «Ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξουμε τὰ ἱστορικά μας βιβλία, ποὺ καλλιεργοῦν τὴν ἐχθρότητα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων».

Ἀπίστευτα λόγια. Δὲν ξέρει τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς. Τὴν ἔκφραση γιὰ τὴν «ὑπέροχη συμβίωση τῶν 400 χρόνων» μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, «τὶς γνωστὲς προστριβές», πού δημιούργησαν μὲ τὸν ξεσηκωμὸ τους τὸ 1821 «κάτι ξεβράκωτοι», ὅπως ἀπαξιωτικὰ ἀποκαλοῦνται οἱ ἡρωικοὶ ἀγωνιστὲς τῆς Ἐθνεγερσίας ἢ τὴν πρόταση γιὰ ἀλλαγὴ τῶν ἱστορικῶν μας βιβλίων;
Πόσο «ὑπέροχη» ἦταν ἡ συμβίωση Ἑλλήνων καὶ Τούρκων στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας τὸ δείχνουν ξεκάθαρα οἱ κεφαλικοὶ φόροι, οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοί, τὸ παιδομάζωμα, οἱ γενίτσαροι, οἱ νεομάρτυρες, τὸ κρυφὸ σχολειὸ κ.ἄ.
Οἱ Ἕλληνες τότε ἦταν ἕνας λαὸς ταπεινωμένος καὶ ἐξουθενωμένος. Δὲν ὅριζαν τίποτε. Δὲν εἶχαν δικαίωμα στὴ ζωή, στὴν τιμή, σὲ κάθε ἀγαθό. Γιʼ αὐτὸ πρόθυμα δέχθηκαν τὸ ἐγερτήριο σάλπισμα τοῦ βάρδου τῆς ἐλευθερίας Ρήγα Φεραίου «Καλύτερα μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή».
Καὶ ὅρμησαν στὸν Ἀγώνα τοῦ ʼ21 μὲ τὸ σύνθημα: «Ἐλευθερία ἢ θάνατος». Κι ἐνῶ, ὅπως εὔστοχα εἰπώθηκε «Ἡ ἱστορία δὲν γράφεται, γιὰ νὰ τὴν ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀλλάζει αὐτὴ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ διδάγματά της», βλέπουν τελευταίως τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας καινοφανεῖς, ἀπαράδεκτες, ἐπικίνδυνες καὶ ἀντιφατικὲς ἀπόψεις γιὰ τὸ ἱστορικό μας παρελθόν.
Ἔτσι γίνεται λόγος πὼς «Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρξαν βίαιοι ἐξισλαμισμοὶ στὴ μετέπειτα ἑλληνικὴ ἐπικράτεια».
Καὶ λίγες σειρὲς πιὸ κάτω τοῦ ἴδιου κειμένου ὑποστηρίζεται πὼς «οἱ μαζικοὶ ἐξισλαμισμοὶ ἔγιναν, κατὰ κανόνα, μὲ τὴ θέληση ἐκείνων ποὺ ἀλλαξοπίστησαν».
Πόση διαφορά, ἀλήθεια, ἀνάμεσα στὸ «δὲν ὑπῆρξαν» καὶ στὸ «κατὰ κανόνα»! Ὑποστηρίζεται ἐπίσης πὼς «Οὐδέποτε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ὑπῆρξε– ἤ συνέτρεχε λόγος νὰ ὑπάρχει– “κρυφὸ σχολειό”».
Ὅμως ἀπὸ τὸ Γάλλο φιλέλληνα φιλόλογο Φωριὲλ καταγράφεται τὸ 1824 δίστιχο παρεμφερὲς μὲ τὸ «φεγγαράκι μου λαμπρὸ …», τὸ ὁποῖο στὴ βασική του μορφὴ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν Σάντερς τὸ 1844.
Ὁ Γρ. Παπαδόπουλος ἀναφέρει τὸ 1855 σὲ μελέτη του ὅτι οἱ μαθητὲς «νύκτα ἐξερχόμενοι, λάθρα μετέβαινον εἰς τὸν διδάσκαλον λέγοντες τὸ ἀσμάτιον “φεγγαράκι μου λαμπρό…”.»

Ὁ Φώτιος Χρυσανθόπουλος – Φωτάκος, τὸ 1858, γράφει στὰ Ἀπομνημονεύματά του: «μόνοι των οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον διὰ τὴν παιδείαν … εἰς τὸ νὰ μανθάνουν τὰ κοινὰ γράμματα… Ἐν ἐλλείψει δὲ διδασκάλου ὁ ἱερεὺς ἐφρόντιζε περὶ τούτου. Ὅλα αὐτὰ ἐγίνοντο ἐν τῷ σκότει καὶ προφυλακτικὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους».
Ὁ Γύζης ἀναφερόμενος στὸ γνωστὸ πίνακά του, ἀναφέρει πὼς μὲ αὐτὸν ἤθελε νὰ παραστήσει «τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦσαν ἀπαγορευμένα τὰ σχολεῖα καὶ μόνον ἐν κρυπτῷ ἐλειτούργουν».
Ὁ δὲ βιογράφος τοῦ Γύζη, Νικόλαος Κακλαμάνος ἑρμηνεύει τὸν πίνακα λέγοντας πὼς «εἶναι τὸ ποίημα τῆς μυστικῆς ἐλπίδος τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ὅτι ὁ γέρων διδάσκει εἰς τὰ παιδιά μαζὶ μὲ τὸ ἀλφάβητον, παρασκευάζων τοὺς ἐκδικητάς καὶ τοὺς ἐλευθερωτάς, καὶ εἰς τὸ βάθος τῆς ὁποίας, ὡς εἰς ἐνσάρκωσιν προφητικήν, διαφαίνεται ἔνοπλος σκοπός, κυμαινόμενος μεταξὺ ὑπαρκτοῦ καὶ πραγματικοῦ».

Τὴν ἴδια ἑρμηνεία στὸν πίνακα τοῦ Γύζη ἔδωσε, τὸ 1901, καὶ ὁ Ἰω. Πολέμης στὸ γνωστὸ ποίημά του τὸ κρυφὸ Σχολειό. Ὁ καθηγητὴς τῆς Κλασσικῆς Φιλολογίας Φάνης Ἰ. Κακριδῆς, σὲ διάλεξή του στὸ Πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων στὶς 17–3–2011, παρατηρεῖ πὼς ὁ Γύζης πρέπει νὰ ἐκφράζει μὲ τὸν πίνακά του τὴ γενικότερη παράδοση, ποὺ κυκλοφοροῦσε ὡς τὶς μέρες του ἤ μιὰ τοπικὴ παράδοση τῆς πατρίδας του τῆς Τήνου, ὅπου τὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδας ὀνομαζόταν πρὶν (!) ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση «Τὸ κρυφὸ σχολειό».
Δὲν ξέρουμε βέβαια, ἂν τὸ κρυφὸ αὐτὸ σχολειὸ σχετίζεται μὲ τὴ δράση τῶν Τούρκων ἢ τῶν Ἰησουϊτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Κοραῆ «σπουδάζουν νὰ στερεώσωσι τὴν ὕπαρξίν των ἐπάνω τῆς ἀπαιδευσίας τῶν λαῶν».
Ὅπως κι ἂν ἔχει ὅμως τὸ συγκεκριμένο θέμα, γεγονὸς εἶναι ὅτι ἰσχυρὴ μαρτυρία γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ ἀποτελοῦν τὰ τοπωνύμια μὲ κρυφὸ σχολειό, ὅπως: στὶς μονὲς Πεντέλης (στὴνἈθήνα), Φιλοσόφου (στὴνΔημητσάνα), Κορώνης (στὴν Καρδίτσα), στὸ νησὶ Ἴος, στὸ νησὶ τῆς λίμνης τῶν Ἰωαννίνων, σὲ χωριὰ τοῦ Πηλίου, στὸ Σμόκοβο, στὴ Σαμαρίνα Γρεβενῶν κ.ἄ.

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀναφέρθηκαν ὡς τώρα, ἀντιλαμβάνεται καθένας τὴν ἔκφραση τοῦ καθηγητῆ Φάνη Ἰ. Κακριδῆ πὼς «θὰ ἦταν λάθος νὰ διαγράψουμε μιά γιὰ πάντα τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ἀπὸ τὴν ἐθνικὴ μας μνήμη».
Ἀμφισβητεῖται καὶ ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴ Τουρκοκρατία καὶ στὴν Ἐπανάσταση τοῦ ʼ21 καὶ χαρακτηρίζεται ὅτι «ὑπῆρξε τουλάχιστον ἀμφιλεγόμενος, ἂν ὄχι καὶ ἀρνητικὸς σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις».
Λησμονεῖται φαίνεται ἡ ἀλήθεια πώς, «ἂν δὲν ὑπῆρχε Ἐκκλησία, δὲν θὰ ὑπῆρχε Ἑλληνικὸ ἔθνος, ἀφοῦ, ὅσοι ἀλλαξοπίστησαν, χάθηκαν καὶ ἐθνικά, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἴσως ἐξαιρέσεων».
Ἔπειτα, γιατί παραθεωρεῖται τὸ γεγονὸς πώς, ὅταν ἄλλοι, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κ/Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, πῆραν τὸ δρόμο πρὸς τὴ Δύση καὶ καλλιέργησαν τὰ γράμματα, ἡ Ἐκκλησία παρέμεινε στὸν αἱματοβαμμένο αὐτὸ τόπο καὶ συγκακουχήθηκε μὲ τὸ λαό;
Αὐτὴ τὸν παρηγόρησε, τὸν στήριξε πνευματικὰ καὶ τὸν ἐμψύχωσε. Αὐτὴ ὑπῆρξε μητέρα, τροφὸς καὶ ὁδηγός του στὰ μαῦρα ἐκεῖνα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς. Αὐτὴ τὸν στέγασε κάτω ἀπὸ τὶς προστατευτικὲς φτεροῦγες της.
 Αὐτὴ διατήρησε τὴν πίστη, τὴ γλώσσα, τὴν παιδεία, τὶς παραδόσεις καὶ ἀναδείχθηκε ἡ ραχοκοκκαλιὰ τοῦ ἐθνικοῦ σώματος. Αὐτὴ ἐκπροσώπησε τὸ ἔθνος τότε, ποὺ δὲν ἐκφραζόταν πολιτικά.
Αὐτὴ προετοίμασε τὴν ἐθνεγερσία τοῦ ʼ21, τὴν εὐλόγησε καὶ τὴν κατηύθυνε.
Εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ποιητής: «Πῆραν φῶς ἀπ’τὰ καντήλια κι ἄστραψαν τὰ καρυοφύλλια».

Γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία μιλάει εὔγλωττα ἡ δράση τοῦ Ἀπόστολου τοῦ σκλαβωμένου Γένους μας Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ποὺ ἵδρυσε 210 σχολεῖα «διὰ κοινὰ γράμματα» καὶ 10 ἀνώτερα. Ἐπετέλεσε ἔργο, ποὺ δὲν κάνει σήμερα ἕνας ὑπουργὸς παιδείας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν κρατικὴ οἰκονομικὴ στήριξη.
Ἡ Ἐκκλησία πρόλαβε τὸν ἐξισλαμισμὸ καὶ τὸν ἐκτουρκισμὸ τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ σχολεῖα της τά φανερὰ καὶ κρυφὰ (σὲ ὅποια μέρη οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς ἀπαγόρευαν τὴν παιδεία) καὶ μὲ τοὺς δασκάλους–ἱερεῖς της.
Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ γεγονὸς πὼς «ἀπὸ τοὺς 1.500 διανοούμενους τοῦ ὑπόδουλου Γένους, οἱ 1.000 περίπου ἦσαν κληρικοί».

Τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία περιγράφει ὁ ἱστορικὸς Ν. Σβορῶνος: «Ἡ Ἐκκλη- σία, λέει, παραμένει σʼ ὅλη τὴν περίοδο ἀπὸ τὸ 15ο ὡς τὸ τέλος τοῦ 17ου αἰώνα ἡ κατευθυντήρια δύναμη τοῦ Ἔθνους. Ἐπικεφαλῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης σʼ ὅλες τὶς μορφές της, ἐργαζόμενη γιὰ τὸ σταμάτημα τῶν ἐξισλαμισμῶν, συμμετέχοντας σʼ ὅλες τὶς ἐξεγέρσεις ἀκόμη καὶ διευθύνοντάς τες (ἔχει νὰ δείξει μεγάλο ἀριθμὸ νεομαρτύρων, ποὺ εἶναι σύγχρονα καὶ ἥρωες τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης), ρυθμίζει ἐπίσης καὶ τὴν πνευματικὴ ζωή».

Ὁ Πουκεβίλ, Γάλλος περιηγητής, ἱστορικὸς καὶ πρόξενος στὴν Πάτρα, ἀνεβάζει σὲ ἕξι χιλιάδες «τοὺς θανατωθέντας λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἄλλοι δὲ ὑπολογίζουν αὐτοὺς εἰς ἔτι περισσότερους».
Τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὸν Ἀγώνα τοῦ 1821 παραδέχεται ὁ Ἄγγλος Χάμφρεϋ, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι οἱ παπάδες «ἦταν οἱ πρωτεργάτες τοῦ Ἀγώνα».
Ὁ Ὀριγκόνο, Πρόξενος τῆςὉλλανδίας, γράφει: «Οἱ Τοῦρκοι στὴν Ἀθήνα κάνουν τὰ πάντα, γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς παπάδες, γιατί, ὅπως διαδίδεται, οἱ παπάδες εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπαναστατῶν».
Ἡ ἐφημερίδα Γκαζὲτ Μασσαχουσέτης Ἀμερικῆς, στὶς 16 Ἰουνίου 1821, γράφει: «Στὸ Μοριὰ οἱ ἔνοπλοι μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν κλῆρο ἐξηγέρθησαν ἐναντίον τῶν Τούρκων».  Ἀλλὰ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀναγνωρίζουν τὸν πρωταρχικὸ ρόλο, ποὺ διαδραμάτισε ἡ Ἐκκλησία στὸν Ἀγώνα τοῦ ʼ21.
Στὸ βιβλίο τους τῆς ἱστορίας γιὰ τὴ Γ΄ τάξη Λυκείου γράφουν: «Ὁ Πατριάρχης καὶ ὁ ἀνώτερος κλῆρος τῶν Ρωμιῶν ἦταν ἐπικεφαλῆς τοῦ ἔθνους τῶν Γραικῶν σʼ αὐτὴ τὴν ἐπανάσταση μαζὶ μὲ τοὺς καλόγερους».
Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖος μετέσχε τῆς ἀντιπροσωπείας ἱεραρχῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὴ διαμάχη Ἐκκλησίας–Πολιτείας, ἐπὶ πρωθυπουργίας Ἀ. Παπανδρέου, μετέβη στὴν Κ/Πολη νὰ ζητήσει τὴ στήριξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διηγεῖτο πώς, ὅταν τοὺς εἶδαν οἱ Τοῦρκοι, σχολίαζαν: «Οἱ Ἕλληνες κυνηγᾶνε τοὺς παπάδες, ποὺ τοὺς ἔφτιαξαν κράτος»!

Ἀλλὰ τί νʼ ἀναφέρουμε πρῶτο καὶ τί δεύτερο. Ἂν διασωθήκαμε ὡς Ἔθνος στὴν Τουρκοκρατία, ἂν διατηρήσαμε τὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὴ γλώσσα, τὴν παράδοση καὶ τὸν πολιτισμό μας, ἂν ἀποκτήσαμε τὴν ἐθνικὴ ἐλευθερία μας, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν Ἐκκλησία.
Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ἀναγνώρισε ὁ νομομαθὴς Νικόλαος Σαρίπολος, διακηρύσσοντας στὴν Β΄ Ἐθνοσυνέλευση: «Ἐσώθημεν διὰ τῆς Ἐκκλησίας». Εὔστοχα εἰπώθηκε πώς, ἂν θὰ εἴχαμε νὰ κατηγορήσουμε γιὰ κάτι τὴν Ἐκκλησία, αὐτὸ θὰ ἦταν ὅτι «Πολλάκις τὸν δευτερογενῆ διʼ αὐτὴν ἐθνικὸν σκοπὸν ἔθεσεν ὑπεράνω τῶν θρησκευτικῶν καὶ τοῦ ἰδίου αὐτῆς, ὡς ὀργανισμοῦ αὐτοτελοῦς συμφέροντος».
Ἄς μὴ λησμονεῖται καὶ ἡ ἐπιγραμματική διακήρυξη τοῦ διαπρεπῆ Ἄγγλου βυζαντινολόγου Στῆβεν Ράνσιμαν: «Στὴν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Ἐκκλησία κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώσει. Καί ὅσο ἡ Ἐκκλησία ἐπιβίωνε, τὸ ἔθνος δὲν μποροῦσε νὰ πεθάνει».

Ἀμφισβητεῖται ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν Τουρκοκρατία καὶ στὴν Ἐθνεγερσία τοῦ ʼ21 μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τάχα ὁ ἀνώτερος κλῆρος της ὑπῆρξε ἀντιδραστικός. Καὶ κατηγορεῖται ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ ἀπὸ τὴ Δημητσάνα, γιατί ἀποκήρυξε τὴν Ἐπανάσταση.
Σʼ αὐτὴ ὅμως τὴν ἐνέργεια προέβη ὁ μαρτυρικὸς ἱεράρχης–ὁ ὁποῖος νὰ σημειωθεῖ ἀπαγχονίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους–γιὰ νὰ προλάβει ὁμαδικὲς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων. Ὁ ἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς Κων. Δε- σποτόπουλος ἔδωσε ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση γιʼ αὐτὸ σὲ ἄρθρο του στὴν ἐφημερίδα REALNEWS (φύλλο 20–3–2011), τονίζοντας πὼς ὁ σουλτάνος, μόλις πληροφορήθηκε τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης, ὑπέγραψε διάταγμα ἐξοντωτικὸ τῶν Ἑλλήνων τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.
Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ προσυπογράψει καὶ ὁ θρησκευτικὸς ἡγέτης τῶν Τούρκων Χατζῆ Χαλίλ Ἐφέντης, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀρνήθηκε, ἐπειδὴ ἦταν φιλάνθρωπος, προφασιζόμενος ὅτι τὸ Κοράνι δὲν ἐπιτρέπει σφαγὴ ἀθώων.
Διαμήνυσε δὲ στὸν Πατριάρχη νὰ τὸν ἐνισχύσει στὴ σωστικὴ αὐτὴ ἄρνησή του. Ἔπρεπε, λοιπόν, ὁ Πατριάρχης νὰ ἀποκηρύξει τὴν Ἐπανάσταση. Ἂν δὲ τὸ ἔκανε, θὰ ἀκολουθοῦσαν ὁμαδικὲς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία. Ἄλλωστε, συνεχίζει ὁ ἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς, καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπανάστασης Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης εἶχε εἰδοποιήσει ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1821 τὸν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ὅτι ἐνδέχεται ὁ Πατριάρχης νὰ ἀποκηρύξει τὴν Ἐπανάσταση, γιὰ νὰ προστατεύσει τοὺς Ἕλληνες τῶν μὴ ἐπαναστατημένων περιοχῶν.

Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀποκήρυξη τόνιζε δὲν θὰ ἐκφράζει τὸ πραγματικὸ φρόνημα. Καὶ καταλήγει ὁ ἀκαδημαϊκός–ἱστορικὸς Κων. Δεσποτόπουλος: «Δυὸ ἄνδρες ἔσωσαν τότε τὸ Ἔθνος. Ὁ Γρηγόριος Ε΄ καὶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ διπλωματική του ἱκανότητα πέτυχε στὸ Λάϋμπαχ νὰ ματαιώσει ἀπόφαση τῶν συγκεντρωμένων ἐκεῖ ἀρχηγῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, γιὰ ἐπέμβασή τους κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Καὶ γιὰ νὰ τὸ πετύχει, συνέταξε ὁ ἴδιος ἀποκήρυξη τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἐπαναστάσεως τῶν Ἑλλήνων... Καὶ ἀποτελεῖ σφάλμα οἰκτρὸ τῶν ἱστορικῶν ἡ γνώμη γιὰ τὶς σωτήριες αὐτὲς «ἀπο κηρύξεις» ὅτι ἐνέχουν ἀντίθεση τῶν αὐτουργῶν τους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση».

   Ἀμφισβητεῖται ὅμως καὶ ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος κήρυξης τῆς Ἐπανάστασης καὶ συνεπῶς ὁ ἑορτασμὸς τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἐθνικῆς ἐπετείου. Μὲ τὸ πρόσχημα δηλαδὴ προστασίας τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, στοχεύεται ὁ κλονισμὸς τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς.
Εὔστοχα τονίζει σὲ ἄρθρο του στὴν ἐφημερίδα «Μακεδονία» Θεσσαλονίκης ὁ πρώην πρύτανης τοῦ Πανεπιστημίου Μακεδονίας Γεώργιος Τσότρας πὼς ὁ θόρυβος γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ «στὸ τυπικὸ περίβλημα τοῦ ἑορτασμοῦ, ἀλλὰ στὴν οὐσία του».
Στὸ βαθύτερο συμβολισμό, θὰ λέγαμε, καὶ στὸν ἐθνικοθρησκευτικὸ χαρακτήρα του, ὅπως τὸν ἐκφράζει ὁ ποιητής: «Χαῖρε Παρθένα Δέσποινα, χαῖρε ἁγνὴ Παρθένα, χαῖρε κι ἐσὺ ἀθάνατο, τρανὸ Εἰκοσιένα».
Τὸ θέμα, λοιπόν, δὲν εἶναι, ἂν ἡ Ἐπανάσταση κηρύχθηκε τὴν 25η Μαρτίου 1821 στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Λαύρας ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸ ἢ σὲ ἄλλο μέρος τῆς Πελοποννήσου, λίγες μέρες νωρίτερα ἤ ἀργότερα, ἀφοῦ, ὅπως γράφει τὸ Λεξικὸ «Πάπυρος – Λαρούς– Μπριτάνικα» (τόμος ΕΛΛΑΣ (βʼ), σέλ. 70) «τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Μαρτίου ἡ ἐπαναστατικὴ σημαία εἶχε ὑψωθεῖ στὶς περισσότερες ἐπαρχίες τῆς Πελοποννήσου».
Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ὅρισαν οἱ ἀγωνιστὲς καὶ ὁ λαός, ποὺ ἔζησαν μέσα στὸν καπνὸ καὶ στὰ αἵματα τοῦ πολέμου. Τί λόγος πέφτει σὲ μᾶς σήμερα νὰ τὴν ἀμφισβητοῦμε, ὕστερα ἀπὸ 190 χρόνια; Καὶ τὴν τιμοῦσαν τὴν ἡμέρα αὐτὴ οἱ ἀγωνιστὲς καὶ ὁ λαός, πολὺ πρὶν τὴν ἐπίσημη καθιέρωσή της ἀπὸ τὴν πολιτεία τελώντας μνημόσυνα γιὰ τοὺς ἥρωες ποὺ θυσιάστηκαν στὸν Ἀγώνα τοῦ ʼ21, καὶ ἐκφωνώντας λόγους, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ λόγιοι, «κατάλληλους πρὸς ἀνάμνηση τῶν ἡρωικῶν πράξεων».

Αὐτὸς ὁ ἑορτασμὸς ἀνταποκρινόταν καὶ ἱκανοποιοῦσε τὸ ἐθνικοθρησκευτικὸ αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων. Γιατί εἶχε τὴ θεμελίωσή του στὴ «χρονικὴ σύμπτωση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὶς πρῶτες ἐπαναστατικὲς ἐνέργειες ἀπὸ τὴ μιά» καὶ στὴ «γενικὴ ἀναγνώριση τῶν κοινῶν ἀγώνων τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ Γένους κατὰ τοῦ ἑτερόδοξου κατακτητῆ, ἀπὸ τὴν ἄλλη».
Τὴ σύσταση ἐθνικῆς ἑορτῆς ἐπισήμως κατὰ τὴν 25η Μαρτίου πρότεινε πρῶτος κατὰ τὸ ἔτος 1834 ὁ Παναγιώτης Σοῦτσος, ποιητής, δημοσιογράφος καὶ ὑπουργικὸς Σύμβουλος στὴ Γραμματεία τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε συνθέσει καὶ «Ὠδὴ εἰς τὴν Εἰκοστὴν Πέμπτην Μαρτίου ἢ τὰ Γενέθλια της Ἑλλάδος».
Γιὰ τὸν ἴδιο σκοπό, τὴν καθιέρωση δηλαδὴ ἐπισήμως τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἐθνικῆς ἑορτῆς, ἐνήργησε τὸ 1835 καὶ ὁ Γραμματέας ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἰω. Κωλέττης, ποὺ συνέταξε καὶ σχετικὸ διάταγμα βασιζόμενο στὸ ὑπόμνημα τοῦ Σούτσου.
Ἡ μετάθεσή του ὅμως ὡς πρεσβευτοῦ στὸ Παρίσι, ἀνέκοψε τὰ σχέδιά του. Τὸ θέμα ἐπανῆλθε τὸ 1837 ὡς δημοτικὴ πρόταση στὸ Γραμματέα τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου Ἰγνάτιο φὸν Ρούντχαρτ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκοῦσε ὁ χρόνος πρὸς ἔκδοση τοῦ σχετικοῦ διατάγματος, ὁ ἑορτασμὸς ἔγινε ἄτυπα, ἀλλὰ μὲ κάθε ἐπισημότητα καὶ λαμπρότητα.
Τὴν ἡμέρα ἐκείνη «ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν παρίστα μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς ἐπιούσης τὸ θέαμα μεγαλοπρεποῦς καὶ τερπνῆς πανηγύρεως …», ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ρήγας Παλαμήδης.

Στὶς 15 Μαρτίου 1838 (17 χρόνια μετὰ τὴν κήρυξη τῆς Ἐπανάστασης) ἐκδόθηκε τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 908 διάταγμα τοῦ Ὄθωνος, μὲ τὸ ὁποῖο καθιερώθηκε ἐπισήμως πλέον ὡς ἐθνικὴ ἑορτὴ ἡ 25η Μαρτίου, «εἰς τὸ διηνεκές».
Καὶ ὁ πανηγυρισμὸς της συνεχίζεται ὡς τὶς ἡμέρες μας, μὲ ἐξαίρεση τὰ ἔτη 1842 καὶ 1843– ποὺ ὑπῆρξε τὸ θέμα τῆς παραχώρησης Συντάγματος–καθὼς καὶ τὸ ἔτος 1943, λόγῳ τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς.
Ἀπὸ τὴ σύντομη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ προκύπτει, νομίζουμε, ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία δὲν ἔκανε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπικυρώσει καὶ ἐπισημοποιήσει τὴν παράδοση τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τοῦ λαοῦ.
Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τὸ πρόβλημα; Ἀπεικόνιση ἐξάλλου τῆς ἀπήχησης ποὺ εἶχε στὸ λαὸ ἡ ἑορτὴ τῆς 25ης Μαρτίου 1821 μᾶς δίνει τὸ δημοτικὸ τραγούδι: «Χαρὰ ποὺ τὸ ᾽χουν τὰ βουνά, τὰ κάστρα περηφάνια, Γιατί γιορτάζει ἡ Παναγιά, γιορτάζει κι ἡ Πατρίδα, σὰν βλέπουν διάκους μὲ σπαθιά, παπάδες μὲ τουφέκια, σὰν βλέπουν καὶ τὸ Γερμανό, τῆς Πάτρας τὸ Δεσπότη, νὰ εὐλογάει τ’ ἅρματα, νὰ εὔχεται τοὺς λεβέντες».

Εἶναι ἱστορικὰ ἀστήρικτες, λοιπόν, οἱ ἀμφισβητήσεις τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς τῆς 25ης Μαρτίου, τῆς προσφορᾶς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας «στὸ Ἔθνος κατὰ τὴν Τουρκοκρατία καὶ τὸ ʼ21» ἡ ἐμφάνιση τοῦ κρυφοῦ σχολειοῦ ὡς μύθου καὶ τὰ παρόμοια…»!
Ἄλλωστε, ὅπως παρατηρεῖ ὁ διακεκριμένος Κύπριος ἀρχαιολόγος καὶ ἀνασκαφέας Βάσος Καραγιώργης σὲ ἄρθρο του στὴν κυπριακὴ ἐφημερίδα «Ὁ Φιλελεύθερος», στὶς 12–4– 2006, «Οἱ μύθοι δὲν εἶναι διόλου «παραμύθια».
Κρύβουν ἱστορικὲς ἀλήθειες, ποὺ ἕνας ἀρχαιολόγος– ἱστορικὸς μὲ διαίσθηση καὶ γνώση μπορεῖ νὰ διαβλέπει καί νὰ ἑρμηνεύει». Ἄς βλέπουμε ὀρθά, νηφάλια καὶ χωρὶς ἰδεολογικοὺς χρωματισμοὺς καὶ ὅποιες προκαταλήψεις τὰ ἐθνικοθρησκευτικά μας θέματα. Ἄς μὴ ὑποτιμοῦμε τὸ πανάχραντο ʼ21, ἀποδίδοντες τὴν ἀνεξαρτησία μας στὴν ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ρωσίας, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1827 καὶ στὴ Ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου, ποὺ ἀκολούθησε (8–10–1827) καὶ «ἔσχεν ὡς συνέπεια τὴν ἀναπτέρωσιν τοῦ ἠθικοῦ τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἀνασύνταξιν τῶν δυνάμεών των καὶ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς τελικῆς ἀπελευθερώσεως τῆς χώρας», κατὰ τὴν κατὰ λέξιν ἔκφραση τοῦ δίτομου Ἐγκυκλοπαιδικοῦ Λεξικοῦ «Πάπυρος».

Ὅπως ὁμολογεῖ ὁ διπλωμάτης Τουργκένιεφ, γραμματέας τῆς Ρωσικῆς πρεσβείας στὴν Κ/Πολη ἀπὸ τὸ 1820 ἕως τὸ 1822, «Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων ἦταν ὑπόθεση πρῶτα–πρῶτα δική τους».
Ξεκίνησαν μόνοι τους τὴν Ἐθνεγερσία μὲ πίστη στὸ Θεὸ καὶ στὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα τους. Κι ἔμειναν ὡς τὸ τέλος του μὲ αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο.
Τὸ δείχνει ἡ ξεκάθαρη ἀπάντηση τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸ ναύαρχο Δεριγνύ, ποὺ διαπίστωσε πὼς εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσεις τῶν Ἑλλήνων: «Εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσεις μας κι ἐμεῖς, τοῦ εἶπε ὁ Μακρυγιάννης, ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεός, ὅπου μᾶς προστατεύει».
Ἄλλωστε καὶ ἡ Ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου «εἶχε τὶς ρίζες της στὸ 1821» ὅπως παρατηρεῖ σὲ ἄρθρο του συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ «Σύνδεσμος» Καλαμάτας. Γιατί, λέει, «Οἱ Σύμμαχοι κινήθηκαν καὶ ἀπὸ οἰκονομικὸ συμφέρον (στὴν Ἀγγλία π.χ. χρωστούσαμε πολλὰ χρήματα ἀπὸ δάνεια, ποὺ θὰ τὰ ἔχαναν βέβαια, ἂν ἡ Ἐπανάσταση ἔσβηνε) καὶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ρεῦμα τοῦ Φιλελληνισμοῦ, ποὺ ἡ ἴδια ἡ Ἐπανάσταση εἶχε ἀναζωογονήσει καὶ φουντώσει στὴν Εὐρώπη».

Διαστροφὴ τέλος τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας γιὰ τὸ ʼ21 γίνεται καὶ μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ πὼς ὁ μεγάλος ἐκεῖνος ξεσηκωμὸς τοῦ Ἔθνους εἶχε χαρακτήρα ταξικὸ καὶ κοινωνικοοικονομικό.
Αὐτὸ ὅμως δὲν προκύπτει ἀπὸ τὰ ἱστορικὰ ντοκουμέντα καὶ τὶς διακηρύξεις τῶν ἀγωνιστῶν.
Ἀντιθέτως μαρτυρεῖται ἀπὸ ὅλα αὐτὰ πὼς τὴν ἐθνικὴ παλιγγενεσία πραγματοποίησε ἡ ὁλόψυχη γενικὴ συμμετοχὴ στὸν ἀγώνα καὶ ἡ κινητοποίηση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Τὸ Εἰκοσιένα εἶναι παλλαϊκὸ καὶ πανεθνικὸ δημιούργημα.
Ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους πῆραν μέρος στὸ μεγάλο ξεσηκωμό: Κληρικοί, προύχοντες, ἔμποροι, βιοτέχνες, ναυτικοί, βοσκοί, γεωργοί. «Ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν ἐπανάσταση» βεβαιώνει ὁ Κολοκοτρώνης.
Τὸ δείχνει ἀκόμη ἡ κοινωνικὴ σύνθεση τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. «Στὸ παράρτημα τοῦ 1ου τόμου τοῦ Δοκιμίου τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως ὁ Φιλήμων ἔχει καταγράψει 514 μέλη τῆς Φιλικῆς μὲ τὸ ἐπάγγελμά τους. Ἦταν: 242 ἔμποροι, 123 γραμματεῖς ἐμπόρων, 30 δάσκαλοι, 5 νομικοί, 16 γιατροί, 3 φαρμακοποιοί, 6 λόγιοι, 27 ναυτικοί, 12 πλοίαρχοι, 15 κατώτεροι κληρικοὶ καὶ 9 ἀνώτεροι, 41 στρατιωτικοὶ καὶ καπεταναῖοι κ.λπ.». πῆραν μέρος στὸν ἀγώνα «οἱ προεστοὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη καί τόν Ὀρθόδοξο κλῆρο.

Οἱ προύχοντες πολέμησαν ἀδελφωμένοι μὲ τὸ λαὸ καὶ ταυτόχρονα χρηματοδότησαν γενναῖα τὸν ἀγώνα. Πολλοὶ ἀπʼ αὐτοὺς τοὺς προύχοντες ἔμειναν στὸ τέλος πάμπτωχοι, κατάντησαν ζητιάνοι…».
Ὅλος ὁ λαὸς πρόσφερε ὅ,τι εἶχε κι ὅ,τι μποροῦσε. Χρήματα, χρυσαφικά, τρόφιμα, ὑποζύγια, τὴν ἴδια τὴ ζωή τους.
Ἄνδρες καὶ γυναῖκες πολέμησαν μὲ ἀπαράμιλλο ἡρωισμό, μὲ αὐτοθυσία. Μνημονεύουμε ἐδῶ τὴν ἡρωικὴ στάση τῆς Γκούραινας στὴν Ἀκρόπολη, ποὺ ζώσθηκε τὸ σπαθὶ καὶ πῆρε τὴ θέση τοῦ σκοτωμένου ἄντρα της, τὶς Μανιάτισσες, τὶς ἡρωίδες τοῦ Σουλίου, τοῦ Ζαλόγγου, τῆς Ἀραπίτσας. Θυμίζουμε ἀκόμη τὸ Κούγκι καὶ τὸ Ἀρκάδι. 
Οὔτε τὰ μικρὰ παιδιὰ δὲν ὑστέρησαν σὲ προσφορά. Σχημάτισαν ἀνεπίσημα σώματα ποὺ ἑτοίμαζαν μπαρούτι καὶ πυρίτιδα καὶ μετέφεραν τροφὲς καὶ πολεμοφόδια στοὺς ἀγωνιστές.
«Τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821, παρατηρεῖ ὁ Γιάννης Βλαχογιάννης, ἐδημιούργησε καὶ ἔφερεν εἰς πέρας ἡ συνένωσις πολλῶν δυνάμεων μυστικῶν καὶ φανερῶν, αὐθορμήτων καὶ προητοιμασμένων, μεγάλων, καὶ μι κρῶν.
 Τὸ πολεμικὸν πνεῦμα τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐμόρφωσε τὴν τάξιν τῶν κλεφτῶν καὶ ἁρματολῶν, ἀνήγαγε δὲ αὐτὴν εἰς ἀκμὴν κατὰ τάς πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τελευταίας δεκαετηρίδας, παρέσχεν εἰς τὸν ἀγῶνα τοὺς πλείστους καὶ ἐκλεκτοτάτους τῶν στρατιωτικῶν, μάλιστα δὲ τῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος…

Τὸ ἐκραγὲν ὅμως ἐθνικὸν κίνημα ἦτο προωρισμένον ἐκ τῆς φύσεως καὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ νὰ ρίψη εἰς τὸ μέσον τεράστιον ὄγκον ἀγνώστων καὶ λανθανουσῶν δυνάμεων, καὶ πρῶτον αὐτὴν τὴν δύναμιν τοῦ ἀπειροπολέμου καὶ τάχιστα ἡρωισθέντος δούλου λαοῦ μετὰ τοῦ πλήθους τῶν ἀγνώστων τέως ἐξόχων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι φερόμενοι ὑπὸ τοῦ πνεύματος αὐτῶν καὶ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς ἀνεδείχθησαν ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ὡς ἀρχηγοί, ἥρωες καὶ ἡμίθεοι».

Ἡ τραγωδία τῆς Τουρκοκρατίας εἶχε ὡς συνέπεια τὴ συνένωση ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ ἑνιαῖο καὶ συμπαγῆ ὄγκο. Ὁ κοινὸς κίνδυνος ἑνοποίησε τὸ λαό, τὸν ἔκανε νὰ βρεῖ καὶ πάλι τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό του. Ὅλο τὸ Ἔθνος ξεσηκώθηκε σὰν ἕνας ἄνθρωπος.
Κατανόησε βαθύτατα τὸ ἱστορικὸ του χρέος κι ἔμεινε γερὰ δεμένο, σφικταγκαλιασμένο σʼ ὁλόκληρη τὴ μαρτυρικὴ πορεία πρὸς τὴν ἐθνική του ἀνάσταση.
Ἔδειξε ἄφθαστο ἡρωισμό, ὑποβλήθηκε σʼ ἀμέτρητες θυσίες. Εἶναι γνωστὲς κι ἐξαίρονται συνήθως, πολὺ δίκαια, οἱ θυσίες καὶ οἱ ἡρωισμοὶ τῶν πολεμιστῶν. Δὲν ὑστεροῦν ὅμως καὶ οἱ θυσίες ἄλλων.

Εἶναι πολὺ συγκινητικὴ ἡ προσφορὰ τοῦ διδασκάλου Γενναδίου. Καταθέτοντας τὶς τελευταῖες οἰκονομίες του στὴ συγκέντρωση τοῦ πληθυσμοῦ στὴν πλατεία τοῦ Ναυπλίου, εἶπε: «Δὲν ἔχω ἄλλον ὀβολὸν νὰ δώσω. Ὁ ἑαυτός μου μένει καὶ τὸν πουλῶ ! Ποιὸς θέλει διδάσκαλον γιὰ τὰ παιδιὰ του ἐπὶ τέσσερα χρόνια; Ἄς καταβάλη ἐδῶ τὸ τίμημα».
Συγκινητικὸ εἶναι ἐπίσης τὸ παράδειγμα τοῦ προύχοντα Θεοδωράκη Δεληγιάννη, ποὺ γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς ἐπαναστάσεως παραδόθηκε μὲ τὴ θέλησή του στοὺς Τούρκους, γιὰ νὰ βρεῖ φρικτὸ θάνατο. «Γνωρίζετε, ἀδελφοί !– ἔγραφε λίγο πρὶν τὴν παράδοσή του– τὸ Εὐαγγέλιον, ὅπου λέγει: ὅτι ὁ ἀγαπῶν πατέρα ἢ μητέρα ἢ τέκνα ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφάς ὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.
 Τὸ αὐτὸ φωνάζει σήμερον καὶ εἰς ἐμὲ ἡ Πατρίς!... Ἄρα πρέπει νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν φωνήν της».
Ὅλο τὸ Ἔθνος ἔδειξε ἄφθαστο ἡρωισμό. Δὲν περίμενε τὴν παρότρυνση τῶν ξένων, ποὺ ἔκαναν ὅ,τι μποροῦσαν γιὰ νʼ ἀποτρέψουν τοὺς Φιλικοὺς ἀπὸ τὰ ἐπαναστατικὰ τους σχέδια καὶ μεταστράφηκαν μόνο, ὅταν εἶδαν τὶς κακοπάθειες καὶ τὶς ἄγριες σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων.

Ἡ Ἐθνεγερσία τοῦ 1821 εἶναι καθαρὰ ἑλληνικὸ ἐπίτευγμα, κατόρθωμα ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ζωντανὴ καὶ πλαστουργὸς ὕλη τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Γενικὸς ἦταν ὁ ξεσηκω μὸς ὅλων τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν παροικιῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὰ βασανισμένα παιδιὰ τοῦ Ἔθνους, «τὰ ὁποῖα δὲν ἱκανοποιήθηκαν ποτὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκτησιν περιουσίας καὶ κοινωνικῆς θέσεως ἐν τῇ ξένῃ, ἀλλʼ ἀπέβλεψαν πάντοτε, οὐ μόνον μετὰ νοσταλγίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πόθου εἰς τὴν Πατρίδα, τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν συστηματικῶς, διὰ νὰ καταστήσουν ἐλευθέραν καὶ μέτοχον τῆς χορείας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν, μέσῳ τῶν ὁποίων ἐ κεῖνοι ἔζησαν, ηὐτύχησαν καὶ ἐμορφώθησαν».

Πολλὰ εἶναι τὰ συγκινητικὰ παραδείγματα τῆς ἡφαιστειακῆς ἔκρηξης τοῦ πατριωτισμοῦ ὅλων τῶν ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ.
Ἀναφέρουμε τὴν ἐξαίρετη ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὸν Ξάνθο, ὅταν ὁ δεύτερος πῆγε στὴν Πετρούπολη, γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσει νʼ ἀναλάβει τὴν ἀρχηγία τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας.  «Εἶμαι ἕτοιμος κάθε θυσίαν νὰ κάμω καὶ τὴν κατάστασίν μου καὶ τὴν ἰδὶαν μου ζωὴν νὰ δώσω».

Θυμίζουμε τὴ θυσία 200 ἱερολοχιτῶν στὸ Δραγατσάνι «καὶ τὸν ἐν συνεχείᾳ ἀποκεφαλισμὸν ἑτέρων 37 ἐξ αὐτῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅπου ἐστάλησαν αἰχμάλωτοι. Αἱ Ἑλληνικαὶ Κοινότητες τοῦ Ἐξωτερικοῦ, παραπλεύρως τῶν ἄλλων τέκνων των, εἶδον τὸν ἀνθὸν τῆς σπουδαζούσης Ἑλληνικῆς Νεολαίας νὰ πίπτῃ ἐκεῖ ὅπου «ξεφυτρώνουν αἰώνια τʼ ἄνθη».
Μνημονεύουμε, τέλος, τὴ συγκινητικὴ ἀνταπόκριση, στὴν πρόσκληση τῆς Πατρίδος ποὺ κινδύνευε, τῶν τετρακοσίων πενήντα Ἑλλήνων ποὺ ἦταν ἐγκατεστημένοι στὶς Ἰνδίες.
Ὅταν πληροφορήθηκαν τὴν κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως κίνησαν νὰ ἔλθουν στὴν Ἑλλάδα μὲ τὰ πόδια, προκειμένου νὰ πάρουν μέρος στὸν ἀγῶνα τῆς Πατρίδος.
Δὲν ἔμειναν ἀδιάφοροι, οὔτε ταμπουρωμένοι στὴν ἡσυχία τους. Δὲν ὑπολόγισαν τὸ ριψοκίν- δυνο ἐγχείρημά τους. Τοὺς συνεῖχε ὁ πόνος τῆς Πατρίδος. Ἦταν ἀληθινοὶ πατριῶτες! Ἄς ἐπιτραπεῖ νὰ κλείσουμε τὴν παροῦσα σύντομη εἰσήγηση μὲ τὴν γενόμενη εὔστοχη ἐπισήμανση πὼς ἡ παραποίηση τῆς ἱστορίας ἑνὸς λαοῦ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνη.
Γιατί τὸν κόβει ἀπὸ τὶς ἐθνικές του ρίζες. Τὸν καταδικάζει σὲ μαρασμὸ καὶ ἐξαφάνιση. Καὶ αὐτό, δυστυχῶς, κινδυνεύουμε νὰ πάθουμε σήμερα οἱ Ἕλληνες μὲ τὴν περίλαμπρη ἱστο ρία μας. Πᾶμε νὰ ἐπιβεβαι- ώσουμε τὴν εὔλογη ἔκφραση ξένου φιλοσόφου καὶ ἱστορικοῦ πὼς «τὸ μόνον δίδαγμα ἐκ τῆς ἱστορίας εἶναι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν διδάσκονται ἐκ τῆς ἱστορίας»!

Πηγές καί Βοηθήματα

• C. Fauriel, Chants populaires de la Grece modern, Paris 1824–25, b.282.

• Πρόξενος Ὀριγκόνο, www.inagiounikolaoutouneou. gr/apps/gr/spag/3

• Ἀρχιμ. Τιμοθέου Κ. Κιλίφη, Μιλοῦν τὰ γεγονότα, Ἐκκλησία–Τουρκοκρατία–’21,Βλέπε ἱστοσελίδα Ἱ. Μ. Παντοκράτορος.

• Περιοδικὸ «Σύνδεσμος» Χριστιανικῆς Στέγης Καλαμάτας, Μάρτιος– Ἀπρίλιος 2007, σ. 39–40.

• Περιοδικὸ «Σταυρός», Ὄργανο Ὁμωνύμου Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος, Ἰούλιος–Αὔγου- στος 2003, σ. 106.

• Κων. Δεσποτόπουλου, ἀκαδημαϊκοῦ–ἱστορικοῦ, ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα REALNEWS (20–3–2011). Βλέπε ἀναδημοσίευσή του στὸ περιοδικὸ «Μαχητής» τῆς Φιλικῆς Συντροφιᾶς Νέων Σύρου, Ἰούλιος– Σεπτέμβριος 2011, σ . 38–39.

• Φάνη Ἰ. Κακριδῆ, Ὁμότιμου Καθηγητῆ Κλασσικῆς Φιλολογίας, ὁμιλία στὸ πανεπιστήμιο Ἰωαννίνων στὶς 17–3–2011 ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἄσκηση ἀπο–ἀπομυθοποίησης: Τὸ κρυφὸ σχολειό !». Βλέπε περιοδικὸ «Δημογραφικὸ Βῆμα» Ἰωαννίνων, Ἰανουάριος–Μάρτιος 2011.

• Βασιλείου Χ. Στεργιούλη, Πνευματικὲς πηγὲς ποὺ ἄρδευσαν τὸ ’21, Λάρισα 1984.

Επιμέλεια κειμένου στον Ορθόδοξο Τύπο (τεύχος 1919 & 1920) Ἠλία Δ. Μπάκου.
Επιμέλεια κειμένου και μεταφορά στο διαδίκτυο Αναβάσεις - http://anavaseis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου