Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

῎Εργα καί διδακτικοί Λόγοι τοῦ π. Κλεόπα. (Μέρος ΙΔ')


 ῎Εργα καί διδακτικοί Λόγοι τοῦ π. Κλεόπα. (Μέρος ΙΔ')
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε

 π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν

99. 'Ο π. Κλεόπας πολλές φορές μᾶς συνιστοῦσε καθαρή καί εἰλικρινῆ ἐξομολόγησι. Κάποια φορά μᾶς ἀνέφερε καί τό παρακάτω περιστατικό κάποιου ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου τό σῶμα ἔμεινε ἄλειωτο καί τυμπανιαῖο, διότι δέν εἶχε ἐξομολογηθῆ στήν ζωή τά ἁμαρτήματά του.
Στήν 'Επισκοπή τοῦ Χούσι, τό 1785 ἐζοῦσε ἕνας μοναχός, ὀνόματι Ραφαήλ. Αὐτός ὁ μοναχός ἦτο ἀγγειοπλάστης καί εἶχε ἐνάρετη ζωή. Τήν ἡμέρα δέν ἔτρωγε τίποτε καί μόνο τό βράδυ, μετά τήν δύσι τοῦ ἡλίου, ἔτρωγε πολύ λίγο φαγητό. Μετά ἔπαιρνε ἕνα βιβλίο καί ἐδιάβαζε.
Γιά ὕπνο ἐπήγαινε καί ἐξάπλωνε στό Κοιμητήριο, ἀνάμσεα στούς Σταυρούς τῶν νεκρῶν. Χειμῶνα καί καλοκαίρι ἐφοροῦσε ἕνα γελέκο ἀπό δέρμα μέ μαλλί προβάτου καί μ' αὐτό κοιμόταν στά μνήματα. Οἱ ἄλλοι μοναχοί τόν ὠνόμαζον «ὁ Ραφαήλ ὁ σαλός» Μακάρι νά εἴμασταν κι ἐμεῖς σαλοί σάν αὐτόν! Αὐτός ἦτο ἅγιος
Δέν συνωμιλοῦσε μέ κανέναν, ἀλλά, ὁσάκις τοῦ ζητοῦσαν παραγγελίες, ἐθαύμαζαν ὅλοι τά ἔργα πού ἐξήρχοντο ἀπό τά χέρια του. Τόν ἐρωτοῦσαν γιατί κοιμᾶται στό Κοιμητήριο κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Διότι ἐκεῖ εἶναι καί ἡ ἰδική μου κατοικία. 'Εάν αὔριο ἀποθάνω, δέν θά μέ πᾶτε ἐκεῖ; Γι' αὐτό θέλω κι ἐγώ νἀ συνηθίσω μέ τά μνήματα».

Κάποια νύκτα, ἐνῶ ἐκοιμᾶτο ὁ π. Ραφαήλ στό Κοιμητήριο δίπλα σ' ἕνα πέτρινο  παλαιό Σταυρό, ἄκουσε τούς δαιμονες νά κτυποῦν κάποιον πού ἦτο μέσα σ' ἕνα τάφο. Τόν κτυποῦσαν ἀπό τίς 11 μέχρι τήν 1 ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα, κάθε νύκτα. Δηλαδή μία ὥρα πρίν καί μία ὥρα μετά τά μεσάνυκτα. Τά κτυπήματα τῶν δαιμόνων ἀκούοντο καί ὅλο ἐκεῖ τό ἔδαφος ἐταράζετο.
 'Ο νεκρός μέσα στήν ἀπελπισία του ἐφώναζε κι ἔλεγε: «'Ελεήσατέ με, βοηθήσατέ με. . . Μή μέ ἀφήνετε νά μέ κτυποῦν οἱ δαίμονες!»
'Ο π. Ραφαήλ παραξενεύθηκε καί στεκόταν ἔκθαμβος. 'Εσκέφθηκε: «Θά πάω στόν Πνευματικό τῆς 'Επισκοπῆς νά τοῦ εἰπῶ, νά ἔλθη ἀμέσως νά διαβάση ἐξορκισμούς καί συγχωρητική εὐχέ στόν τάφο αὐτοῦ τοῦ νεκροῦ». 'Ο Πνευματικός ἦτο ὁ καημένος τότε 90 ἐτῶν.
'Επῆγε ὁ π. Ραφαήλ καί εἶπε στόν Γέροντα:
-Πάτερ Δανιήλ, ἔλα στό Κοιμητήριο νά λύσης μέ τίς προσευχές σου ἕνα νεκρό, διότι τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες.
-Δαιμονίσθηκες ἐσύ, πού κοιμᾶσαι στό Κοιμητήριο καί βλέπεις μπροστά σου δαιμόνια, καημένε Ραφαήλ! ῎Αφησέ με. Ποῦ νά πάω τώρα ἐγώ. Εἶμαι κουρασμένος. 
-Συγχώρεσέ με, πάτερ! ῎Ελα νά πᾶμε μαζί τήν νύκτα στόν τάφο του νεκροῦ. Φωνάζει εἰς βοήθεια πολύ δυνατά.
'Αλλ' ὁ Πνευματικός τόν ἐμάλωσε, λέγοντάς του: «Τί μοῦ ἦλθες τώρα ταλαίπωρε. Γιατί δέν μ' ἀφήνεις νά κοιμηθῶ;»
'Ο καημένος ὁ π. Ραφαήλ ἐπί τρεῖς ἡμέρες τόν παρακαλοῦσε καί δέν ἔφευγε καθόλου ἀπό τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Πνευματικοῦ π. Δανιήλ.
Καί τοῦ ἔλεγε πάλι: «Πάτερ Δανιήλ, ἔχετε μεγάλη δύναμι ἀπό τόν Θεό ὡς Πνευματικός νά λύνετε καί νά δένετε τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων! 'Ελᾶτε νά λύσετε αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες μέσα στόν τάφο του. Πάτερ, νά γνωρίζετε ὅτι, ἐάν δέν ἔλθετε θ' ἀπολογηθῆτε ἐσεῖς γι' αὐτή τήν Ψυχή τήν φοβερή ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως! Δέν θά ἠμπορῆτε νά πῆτε ὅτι δέν σᾶς εἰδοποιήσαμε!
-Περίμενε, πάτερ Ραφαήλ, κι ἔρχομαι!
῎Εβαλε τίς μπότες του, ἐπῆρε τό Εὐχολόγιο, τό ἐπιτραχήλιο, ἕνα Σταυρό, τό μπαστουνάκι του καί ξεκίνησε. ῞Οταν ἔφθασε στόν χῶρο τοῦ Κοιμητηρίου, ἔνοιωσε ὅτι τό ἔδαφος σείεται.
-Πάτερ Ραφαήλ ἀπό πότε τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες;
-'Εδῶ καί 14 ἡμέρες. 'Εγώ ἐρώτησα τόν νεκρό γιατί τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες καί μοῦ εἶπε: «Διότι δέν ἐξωμολογήθηκα τά ἁμαρτήματά μου».
Καί ὁ Πνευματικός ἄκουσε μέ τ' αὐτιά του πῶς τόν κτυποῦσαν οἱ δαίμονες ἐκείνη τήν στιγμή. 'Αλλά καί τίς φωνές τοῦ νεκροῦ: «'Ελεήσατέ με! Βοήθεια! Μή μέ ἀφήνετε, ἀδελφοί! 'Ελεήσατέ με!»
Τότε ὁ Πνευματικός ἔστειλε τόν π. Ραφαήλ νά εἰδοποιήση ἀμέσως τόν 'Επίσκοπο. 'Εκεῖνος ἐρώτησε τί ἔκανε ὁ π. Δανιήλ. 'Ο π. Ραφαήλ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Πνευματικός προτείνει νά τόν ξεθάψουμε νά ἰδοῦμε τί συμβαίνει, διότι φαίνεται ὅτι ἔχει ἀφορισθῆ.
'Επάνω στόν Σταυρό τοῦ τάφου εἶναι γραμμένα τά ἑξῆς:«'Εδῶ ἀναπαύεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Γκαντσίου, πρώην διοικητικός ὑπάλληλος τῆς 'Επισκοπῆς Χούσι». 'Ερευνήθηκε τό ὄνομά του στά ἀρχεῖα τῆς 'Επισκοπῆς καί διαπιστώθηκε ὅτι ἦτο βουλγαρικῆς καταγωγῆς, διότι καί οἱ Βούλγαροι εἶναι ὀρθόδοξοι, καί ὅτι εἶχε ἀποθάνει πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Καί τώρα τόν κτυποῦσαν οἱ δαίμονες μέ θέλημα Θεοῦ γιά νά ἀποκαλυφθῆ ἡ κατάστασις τῆς Ψυχῆς του καί νά λυθοῦν τά δεσμά τῶν ἁμαρτιῶν του.
Τήν ἄλλη ἡμέρα ἐκάλεσαν τόν νεκροθάπτη ν' ἀνοίξη τόν τάφο. ῞Οταν τόν ἄνοιξαν, εἶδαν μέ θαυμασμό ὅτι οὔτε ἡ γλῶσσα του δέν εἶχε λειώσει. ῞Οπως τόν ἔβαλαν, ὅταν ἀπέθανε ἔτσι καί τόν εὑρῆκαν. Τά νύχια του εἶχαν μεγαλώσει σάν δρεπάνια καί τά γένεια του εἶχαν φθάσει μέχρι τά πόδια του. ῏Ητο μαῦρος στό πρόσωπο καί φουσκωμένος σάν βόμβα. 'Αλλά καί τά ροῦχα του δέν εἶχαν ὑποστεῖ τήν παραμικρά φθορά. Τίποτε. Καί τό φέρετρό του ἦτο ὁλόκληρο καί ἄσηπο.
Τό μετέφεραν καί τό ἀκούμπησαν στόν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας καί ἐσκέπασαν τό πρόσωπό του μ' ἕνα λευκό σεντόνι γιά νά μή τρομάξη ὁ κόσμος ἀπό τήν ἀπαίσια μορφή του. *Ηλθε πολύς κόσμος, διότι ἤδη ἔμαθαν ὅτι στό 'Επισκοπεῖο εὑρῆκαν κάποιον, τόν ὁποῖον κτυποῦσαν οἱ δαίμονες κάθε νύκτα ἐπί δύο ὧρες καί εἶναι ἄλυωτος γιά πολλά χρόνια.
'Ο 'Επίσκοπος ἐκάλεσε ἑπτά μεγάλους  Πνευματικούς καί τούς εἶπε: «῎Ας ἀρχίσουμε τίς εὐχές γιά τήν ἀποσύνθεσι τοῦ σώματος τοῦ νεκροῦ».
'Εγονάτισαν οἱ ἱερεῖς καί ἐδιάβασαν τίς εὐχές γιά τήν διάλυσι τοῦ τυμπανιαίου σώματος. Μετέφεραν τό πτῶμα μέσα στή ἐκκλησία καί ἐδιάβασαν ὁλόκληρη τήν 'Ακολουθία τῆς κηδείας μέ τίς εὐχές διαλύσεώς του. Κατόπιν τό ἔθαψαν σ' ἕνα τόπο. 'Αφοῦ τό ἔθαψαν, ἐρώτησαν τόν μοναχό Ραφαήλ, ἄν ἄκουσε πάλι τούς δαίμονες νά κτυποῦν τόν νεκρό κι ἐκεῖνος τούς εἶπε ὅτι δέν ἄκουσε τίποτε μέχρι ἐκείνη τήν ἡμέρα.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο τόν ἐξέθαψαν καί εἶχε γίνει τό σῶμα του σκόνη. Τά ὀστᾶ του ἦσαν χωνέψει καί εἶχαν γίνει χῶμα. 'Εθαύμασε ὅλος ὁ κόσμος, γιά τό μεγάλο θαῦμα πού ἔγινε ἐκεῖ. Ζητοῦσε ὁ καημένος βοήθεια γιά νά διαλυθῆ τό σῶμα του. ῞Οσο καιρό παρέμενε ἄδιάλυτο, ἡ ψυχή του ἦτο μέσα στά ἀπερίγραπτα βάσανα τῆς κολάσεως, ἀλλά μέ τίς εὐχές τῶν Πνευματικῶν καί τοῦ 'Επισκόπου ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος τήν ἀνέπαυσε. 
100. Μᾶς ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας: 
'Η ἄσκησις τοῦ ἐρημίτου καί ἡσυχαστοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προσευχή βοηθουμένη καί ἀπό τήν νηστεία. 'Η προσευχή καί ἡ νηστεία εἶναι τά δύο ὅπλα πού προστατεύουν τόν ἡσυχαστή& εἶναι οἱ δύο πτέρυγες μέ τίς ὁποῖες ἀνεβαίνει μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Χριστοῦ. 'Ο ἐρημίτης πρέπει νά εἶναι μία ἀναμμένη λαμπάδα τῆς ἀδιάκοπης ἐργασίας τῆς προσευχῆς. 'Εάν  μένης στήν ἔρημο γιά  ἡσυχία, γιά ψυχαγωγία ἤ σπουδές, δέν θά σέ πολεμήση ποτέ ὁ διάβολος.
 'Αλλά, ὅταν εἰπεῖς ὅτι μένεις γιά τόν Θεό, ὅταν ἀρχίζης νά προσεύχεσαι καί νά νηστεύης στήν ἔρημο, τότε βλέπεις τί πόλεμο σοῦ κάνει ὁ διάβολος.
'Αναφέρεται στό Γεροντικό ὅτι κάποιος ἡσυχαστής μετέβη στήν ἔρημο. Μία ἡμέρα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ διάβολος ὡς ἄνθρωπος καί τόν ἐρώτησε: «Γιατί ἦλθες ἐδῶ;» Γιά τόν Θεό!, τοῦ ἀπήντησε ὁ ἐρημίτης. Τότε ἄρχισε ὁ διάβολος νά τόν πολεμᾶ μέ κάθε εἴδους πειρασμούς, γιά νά τόν διώξη ἀπό τήν ἔρημο. «Γιατί μέ πολεμᾶς ἔτσι;» Τόν ἐρώτησε ὁ ἐρημίτης. 'Επειδή ἤσουν εἰλικρινής καί μοῦ εἶπες γιατί ἦλθες ἐδῶ, διότι ἐγώ δέν ἤξερα τί θέλεις ἐδῶ! Εἶναι πολλοί ἄνθρωποι πού μένουν στήν ἡσυχία, ἀλλά δέν προσεύχονται, οὔτε νηστεύουν. 'Εγώ μέ αὐτούς δέν ἔχω καμμία δουλειά». 

Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω
1999
27 Νοεμβρίου 2013
__________________________

Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας  Κλεόπας Ηλίε - Ιωαννίκιος Μπάλαν
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Πρόσφατα δημοσιευμένα άρθρα

Αρχειοθήκη ιστολογίου