Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ἡ Ὀρθοδοξία μας. Πρόλογος (Β΄μέρος) π.Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος.


Ἡ Ὀρθοδοξία μας
π.Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας, Δρ. φιλοσοφίας



γ) Ἀλήθεια καί ζωή (σελ.14-15)

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐξαναγκάζει κανένα καί ὁ Θεός δέν ἀποκαλύπτεται ἐκεῖ πού ἡ παρουσία Του δέν εἶναι ἐπιθυμητή.  Ἡ χάρη Του δέν δίδεται σ’ ὅποιον τήν ἀπορρίπτει, σ’ ἐκεῖνον πού ἀκολουθεῖ δόγματα καί «τεχνικές» αὐτοσωτηρίας΄  ἡ  χάρη συμβαδίζει μέ τήν ἀλήθεια΄ δέν ὑπάρχει ἐκεῖ πού ἡ ἀλήθεια ἀπορρίπτεται!

Ἡ ἁγία Γραφή καί ἡ Ἐκκλησία δέν κάνει λόγο γιά κανένα «ἀδογμάτιστο χριστιανισμό».  Κάτι τέτοιο θά ἀπογύμνωνε τήν ἠθική ζωή, τό χριστιανικό φρόνημα ἀπό τίς «ρίζες» του, πού εἶναι τά δόγματα τῆς πίστης μας καί θά ὁδηγοῦσε τόν ἄνθρωπο σέ σύγχυση καί ἀβεβαιότητα.

Ἀπό τό ἄλλο μέρος τόν ἄνθρωπο δέν τόν σώζει ἡ διανοητική παραδοχή τῶν δογμάτων τῆς σωτηρίας ἡ δογματική ἀλήθεια πρέπει νά ἐπιβεβαιώνεται μέ τήν καθημερινή ζωή: «καί θά καταδικάσει (ὁ Κύριος) ἐκείνους πού δέν γνωρίζουν τόν Θεόν καί δέν ὑπακούουν στό εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Θες.α΄8. Πρβλ. Ματθ. ε΄19. ζ΄24. Ἰακ.β΄26).

Τά σωτήρια λοιπόν δόγματα τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι καρπός διανοητικῆς ἐνασχόλησης, ἀλλά Θείας ἀποκαλύψης, σέ ἀναφορά μέ τήν καθημερινή ζωή τοῦ πιστοῦ.  Γι’ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν μπορεῖ νά ἰδεολογικοποιηθεῖ΄ εἶναι κοινωνία καί ζωή.  Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν τόνιζαν ἁπλῶς τήν σύνδεση αὐτῶν τῶν δύο, ἀλλά καί τόν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων:
«Ἐμεῖς ὅμως, σᾶς παρακαλῶ, δέν πρέπει νά τούς ἀνεχόμαστε, ἀλλά νά τούς κλείνουμε τ’ αὐτιά μας καί νά πιστεύουμε στήν ἁγία Γραφή. Ὅταν λοιπόν ἀκολουθήσουμε πιστά, ὅσα εἴπαμε, πρέπει νά φροντίσουμε νά ἀποθηκεύουμε στίς ψυχές  μας τά ὑγιῆ δόγματα καί μαζί μ’ αὐτά νά ἐπιδεικνύουμε καί ἀκρίβεια ζωῆς, ὥστε καί ἡ ζωή μας ἐπιβεβαιώνει τά δόγματα, καί τά δόγματα νά ἀποδεικνύουν πιό ἀξιόπιστη τή ζωή μας.  Γιατί οὔτε ἄν ὑπάρχει σέ μᾶς ὀρθή διδασκαλια, ἀδιαφοροῦμε ὅμως γιά τή  ζωή, θά ἔχουμε κανένα ὄφελος, οὔτε κι ὅταν ἔχουμε ἐνάρετη ζωή, θά μπορέσουμε νά κερδίσουμε κάτι χρήσιμο γιά τή σωτηρία μας, ἄν ἀδιαφοροῦμε γιά τά ὀρθά δόγματα» (Χρυσόστομος).


δ) Μέσα ἀπό τό γνόφο τῆς ἀγνωσίας (σελ.15-18)

Ὁ ἄνθρωπος, σάν κτιστή πραγματικότητα, μπορεῖ νά ἐρευνήσει μόνο τήν «κτιστή» ἀλήθεια΄ ὄχι αὐτό πού ὁ Θεός εἶναι, ἀλλά τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ.  Μπορεῖ μ’ αὐτό τόν τρόπο νά ἀνακαλύψει τή «σκιά» τῆς ἀλήθειας (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος), τά «ἵχνη» τοῦ Δημιουργοῦ καί ὄχι τήν «ἄκτιστη ἀλήθεια».  Ὁ Θεός εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀκοινώνητος κατά τήν Οὐσία΄ προσιτός ὅμως μέ βάση τίς ἐνέργειες καί τή χάρη Του.
Ἡ σωτήρια ἀλήθεια δέν εἶναι καρπός ἀνθρωπίνης προσπάθειας, ἀλλά δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος μέ τή σοφία του δέν μπόρεσε νά γνωρίσει τόν Θεό.  Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός εὐδόκησε νά σώσει τούς πιστούς «διά τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος» (Α΄ Κορ. α΄ 19-21). Ἔστι ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται στίς ψυχές τῶν πιστῶν (Ματθ. ιστ΄ 17. Ἰω. α΄18. Α΄Κορ. β΄9).

Ὁ Ἰώβ προσπάθησε μέ τό λογικό του νά διευρευνήσει τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα. Ὅμως ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Θεός τοῦ ἀποκαλύφθηκε, ἐννόησε πώς μόνος του ἦταν ἀδύνατο νά φθάσει ἐκεῖνο πού ποθοῦσε ἡ ψυχή του καί αἰσθάνθηκε βαθύτατη συντριβή: «Μέχρι στιγμῆς ἄκουα γιά Σένα μόνο μέ τά αὐτιά μου» λέει στόν Θεό, «τώρα ὅμως Σέ εἶδα μέ τά μάτια μου.  Γιά τοῦτο ἐλεεινολόγησα τόν ἑαυτό μου΄ ἔλειωσα ἀπό συντριβή, αἰσθάνομαι πράγματι χῶμα καί στάχτη»!  (Ἰώβ μβ΄5-6).
Ὁ Μωϋσῆς πῆρε ἐντολή : «Κατέβα καί μίλησε ἔντονα στόν λαό νά ἐξαγνισθεῖ σήμερα καί αὔριο΄ νά πλένουν τά ροῦχα τους καί νά εἶναι ἕτοιμοι τήν τρίτη ἡμέρα, γιατί κατά τήν τρίτη ἡμέρα θά κατεβεῖ ὁ Κύριος στό ὄρος Σινᾶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ λαοῦ» (Ἔξ.ιθ΄ 10-11). Ὁ Μωϋσής παίρνει ἐντολή ἀπό τόν Θεό νά παραλάβει τόν Ἀαρών, τόν Ναδάβ, τόν Ἀβδιούδ καί ἑβδομῆντα πρεσβυτέρους καί νά πάει στό ὄρος΄ ὁ λαός ἔπρεπε νά μείνει στούς πρόποδες (Ἔξ.κδ΄1-2)

Σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ὁ Μωϋσῆς προσφέρει θυσία καί ραντίζει τό λαό μέ τό αἷμα τῆς θυσίας.  Κατόπιν ἀνεβαίνει στό ὄρος μαζί μέ τά πρόσωπα πού ὅρισε ὁ Θεός. Ἐκεῖ οἱ συνοδοί τοῦ Μωϋσῆ δέν εἶδαν τόν Θεό΄ εἶδαν μόνο «τόν τόπο ὅπου ἐστάθη ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ»΄ καί ὁ τόπος αὐτός φαινόταν «σάν νά ἦταν κατασκευασμένος ἀπό πλίνθους σαπφείρου καί εἶχε τήν διαύγεια καί τή λάμψη τοῦ καθαροῦ οὐρανοῦ (Ἔξ. κδ΄10).
Ὁ Μωϋσῆς ἔλαβε τότε τήν ἐντολή: «ἀνέβα πρός ἐμέ στήν κορυφή τοῦ ὄρους καί μεῖνε ἐκεῖ.  Θά σοῦ δώσω τίς πέτρινες πλάκες μέ τό νόμο καί τίς ἐντολές πού ἔγραψαα γι’ αὐτούς σάν νομοθέτης» (Ἔξ. κδ΄ 12).  Τότε ὁ Μωϋσῆς παρέλαβαε τόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ καί ἀνέβηκαν στό ψηλότερο μέρος τοῦ ὄρους, τό ὁποῖο σκεπαζόταν ἀπό τή νεφέλη (Ἔξ. κδ΄ 13-15).

«Καί κατέβηκε ἡ δόξα τοῦ Θεου στό ὄρος Σινᾶ καί ἡ νεφέλη τό ἐσκέπασε ἐπί ἕξη ἡμέρες.  Τήν ἑβδόμη ἡμέρα ἐκάλεσε ὁ Κύριος τόν Μωϋσῆ μέσα ἀπό τή νεφέλη.  Τό εἶδος τῆς δόξας τοῦ Κυρίου ἦταν σάν πῦρ πού βγάζει φλόγες πάνω στήν κορυφή τοῦ ὄρους, ὁρατό ἀπό τούς Ἰσραηλίτες.
Ὁ Μωϋσῆς μπῆκε στό μέσο τῆς νεφέλης καί ἀνέβηκε στό ὄρος καί ἔμεινε ἐκεῖ σαράντα ἡμερονύκτια (Ἔξ. κδ΄16-18).  «Καί ἔγιναν βροντές καί ἀστραπές καί νεφέλη γνοφώδης ἐπάνω στό ὄρος Σινᾶ....τό ὄρος ἐκαπνίζετο ὁλόκληρο, γιατί πάνω σ’ αὐτό εἶχε κατεβεῖ ὁ Θεός σάν πῦρ. Ὁ καπνός ἀνέβαινε ὅπως ὁ καπνός τῆς ἀσβεστοκαμίνου...ὁ Μωϋσῆς ρωτοῦσε καί ὁ Θεός ἀποκρινόταν μέ φωνή...» (Ἔξ. ιθ΄ 16-19. Δευτερ. δ΄11-12.ε΄22).

Μέσα στή νεφέλη ὁ Μωϋσῆς δέν μποροῦσε νά διακρίνει τίποτε μέ τά φυσικά του μάτια.  Δέν μποροῦσε νά «δεῖ»τόν Θεό μέ τίς ἀνθρώπινες δυνατότητές του. Ὁ Μωϋσῆς κατανόησε πώς ὁ Θεός βρίσκεται «μέσα στό γνόφο», στήν σκοτεινή νεφέλη (Β΄ Παραλ. /Β΄ Χρον. στ΄ Ι. Ἰεζ. ι΄4)΄ ἐκεῖ ἀξιώθηκε ν’ ἀκούσει τή φωνή τοῦ Θεοῦ καί νά λάβει τό νόμο τῆς ζωῆς καί τῆς σοφίας (Σοφ. Σειρ. με΄5).
Αὐτό πού εἶδε ὁ Μωϋσῆς, ἦταν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐμπειρία του αὐτή δέν ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς του διανοητικῆς προσπάθειας ἤ καρπός τῆς ἄσκσησις κάποιων «τεχνικῶν», ἀλλά ἔργο τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, καρπός τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν καρδιά τοῦ Μωϋσῆ.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δοθεῖ ὁλοκληρωτικά στόν Θεό καί ποθήσει νά συναντήσει Ἐκεῖνον πού λαχταρᾶ ἡ ψυχή του, τότε, ἀφοῦ ὁ ἴδιος περάσει μέσα ἀπό τή σκοτεινή νεφέλη τῆς ἀγνωσίας, ὁ Θεός ἔρχεται σ’ αὐτόν, κάνει τά πάντα γύρω του φωτεινά καί τοῦ ἀποκαλύπτεται. «Αὐτός ἀποκαλύπτει τά βαθειά καί τά ἀπόκρυφα.  Αὑτός γνωρίζει τά ἐν σκότει καί τό φῶς βρίσκεται σ’ Αὐτόν» (Δαν. β΄22)΄ πρέπει ὅμως ὁ ἄνθρωπος νά πεινάσει καί νά διψάσει πραγματικά γιά τόν Θεό (Ψαλμ. μά μβ΄1-3).

Ἐκεῖνο πού ἀποκτᾶ πρωταρχική σημασία στήν ἀναζήτηση τῆς σωτήριας ἀλήθειας τοῦ «ποιός», εἶναι ἡ δίψα γιά τόν Θεό καί ἡ προτεραιότητα πού δίνουμε σ’ αὐτό τό ζήτημα. Ὅποιος ὅμως ἀποκτήσει τή «γεύση» τῆς παρουσίας τοῦ Θείου Φωτός, τῆς δόξας δηλαδή τοῦ Θεοῦ, αὐτός θά αἰσθανθεῖ τή μεγάλη του ἀδυναμία καί ἀναξιότητα καί θά ἀναφωνήσει τά λόγια τοῦ ἐκλλησιαστικοῦ ὕμνου:
«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
       τήν σήν αἰσθανομένη θεότητα...»
       «Κύριε, βυθισμένος ὁλόκληρος στήν ἁμαρτία,
       αἰσθάνομαι τή δική Σου Θεότητα...»

Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά γνωρίσουμε τόν Θεό παρά μόνο ὅταν ζοῦμε «μέσα σ’ Αὐτόν», λέγει κάποιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ἀφήσουμε τή ζωή μας νά τή φωτίσει Ἐκεῖνος: «Ἐν τ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε΄10/λστ΄9)΄ «ἐξαπόστειλε τό φῶς Σου καί τήν ἀλήθεια Σου΄ αὐτά μέ ὡδήγησαν καί μέ ἔφεραν εἰς τό ὅρος  ἅγιό Σου καί τά σκηνώματά Σου» (Ψαλμ. μβ΄/ μγ΄ 3).


Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Ἡ Ὀρθοδοξία μας».
Ἔτος 1994
σελίδες 14 - 18


Διαβάστε περισσότερα αποσπάσματα από το βιβλίο πατώντας  Η Ορθοδοξία μας
______________

Ψηφιοποίηση κειμένου Κατερίνα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.

Συνολικές προβολές σελίδας

Αρχειοθήκη ιστολογίου