Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Εὐλόγιος ὁ λατόμος. (Μέρος Γ'). Τελευταῖο. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

 
Εὐλόγιος ὁ λατόμος. (Μέρος Γ'). Τελευταῖο.
 Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἔτσι ὁ Εὐλόγιος ἐπέστρεψε στήν πρώτη του πατρίδα καί στήν δουλειά του. Ἐφόρεσε τά παλιά του ροῦχα καί ζοῦσε πτωχικά, ὅπως πρῶτα.
Καί συγκεντρώθηκαν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως νά τόν ἰδοῦν καί τοῦ ἔλεγαν:
-Ἀκούσαμε ὅτι ἔφθασες καί ἔγινες μεγάλος ἀξιωματοῦχος τοῦ παλατίου στήν σύγκλητο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Κι αὐτός γιά νά μή προδοθῆ καί τόν πιάσουν, τούς ἀπαντοῦσε:
-Ἐάν μέ ἔκαναν ἐμένα μεγάλο αὐλικό, δέν θά μέ ἐβλέπατε ἐδῶ, διότι εἶναι ἄλλος Αἰγύπτιος, πού ἀκούσατε, ὁ ὁποῖος ἔγινε μεγάλος τῆς Συγκλήτου. Δέν ἤμουν ἐγώ, ἀλλά εἶχα πάει νά προσκυνήσω τούς Ἁγίους Τόπους.
Ἀλλά, ἐλθών στόν ἑαυτό του, ἔλεγε:
-Ταπεινέ Εὐλόγιε, τώρα πήγαινε, πάρε τά ἐργαλεῖα σου νά δουλεύσης, διότι ἐδῶ δέν εἶναι Κωνσταντινούπολι, γιά νά μή χάσης καί τό κεφάλι σου.
Στήν συνέχεια, παίρνοντας τά ἐργαλεῖα του καί πῆγε στό νταμάρι, ὅπου καί παλαιότερα εἶχε βρῆ τό μπαοῦλο μέ τά χρήματα, νομίζοντας ὅτι θά βρῆ καί ἄλλα. Κτυπώντας τήν πέτρα ἕξι φορές, δέν εὑρῆκε τίποτε. Τότε ἄρχισε νά θυμᾶται τίς τροφές καί ὅλα τά ἀπολαυστικά φαγητά, τά ὁποῖα εἶχε στό παλάτι καί τήν φαντασία τῆς κοσμικῆς ὑπερηφάνειας καί πάλι τότε ἔλεγε στόν ἑαυτό του:
-Σήκω καί δούλευε, Εὐλόγιε, διότι ἐδῶ εἶναι Αἴγυπτος.
Κατόπιν, σιγά σιγά εὐαρέστησε τόν Σωτῆρα καί τήν Παναγία Δέσποινά μας μέ αὐτή τήν ταπεινή καί πάλι ἐργασία του. Καί ὅταν ἔφθασε τό βράδυ, ἰδού καί πάλι ὁ Εὐλόγιος ἔψαχνε στούς δρόμους νά εὕρη ξένους, πού τούς καλοῦσε γιά νά τούς φιλοξενήση.
Τότε μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ συνέπεσε νά ἔλθη καί ὁ ἐρημίτης Δανιήλ στήν πόλι καί βλέποντάς τον, ἀναστέναξε καί τοῦ εἶπε μέ δάκρυα:
-«Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας». Ἀλήθεια, Κύριε, τούς πτωχούς κάνεις πλουσίους καί τούς πλουσίους ταπεινούς καί οἱ δικαιοσύνες Σου δέν ἔχουν τέλος.
Καί παίρνοντάς τον ὁ Εὐλόγιος τόν Δανιήλ καί ἄλλος ξένους στό σπίτι του τούς ἔπλυνε τά πόδια καί τούς ἔστρωσε τραπέζι φαγητοῦ. Ἀφοῦ ἔφαγαν, τόν πῆρε ὁ Δανιήλ παράμερα καί τοῦ εἶπε:
-Πῶς εὑρέθηκες ἐδῶ, ἀδελφέ Εὐλόγιε;
-Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: -Προσευχήσου γιά μένα, ἀββᾶ, διότι εἶμαι πτωχός, μή ἔχοντας τίποτε στόν  κόσμο.
Καί ὁ Δανιήλ τοῦ ἀπήντησε: -Δέν ἔχεις τίποτε ἀπ᾿ αὐτά τά ὁποῖα εἶχες;
Ὁ Εὐλόγιος τοῦ ἀπήντησε: -Τί νά ἔχω;  Σέ σκανδάλισα κἄποτε μ᾿ αὐτά.
Τότε ὁ Δανιήλ τοῦ διηγήθηκε ὅλα ἐκεῖνα τά ὁποῖα προηγήθηκαν στήν ζωή του. Κλαίγοντας, ὁ Εὐλόγιος τοῦ εἶπε:
-Προσευχήσου, ἀββᾶ, νά μοῦ στείλη ὁ Θεός ὅλα τά ἀναγκαῖα γιά νά πορεύομαι ἀπό τώρα.
Καί ὁ πατήρ Δανιήλ τοῦ εἶπε:
-Σοῦ λέγω ἀλήθεια, παιδί μου, νά μήν ἐλπίζης νά σοῦ ἐμπιστευθῆ κάτι ὁ Θεός, ὅσο θά εἶσαι σ᾿ αὐτή τήν ζωή, ἐκτός ἀπό τόν μισθό τῶν κόπων σου.
Καί, ἀφοῦ τοῦ εὐχήθηκε ὅλα τά καλά, ὁ Δανιήλ ἐπέστρεψε στήν ἔρημο καί ὁ Εὐλόγιος ἔμεινε ἐκεῖ νά σπάζη πέτρες δεχόμενος τούς ξένους, ὅπως παλαιότερα, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Καί ζώντας μέχρι τά ἑκατό χρόνια, δέν ἄφησε αὐτή τήν ἐργασία, διότι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τήν δύναμι μέχρις ὅτου ἐσυμπλήρωσε τό ταξίδι της ζωῆς του μέ ἀγαθά ἔργα καί ἀρετές.
Σᾶς εἶπα γιά τήν ζωή αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διότι μᾶς διδάσκει ὅτι ὄχι ὁ πλοῦτος, οὔτε τά ἀξιώματα, οὔτε τά πολλά χρήματα, οὔτε τά πολλά φαγοπότια, τά ποτά καί ὅλα τά ἄλλα ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο νά δουλεύση γιά τήν σωτηρία του, ἀλλά ὅταν εἶναι εὐχαριστημένος μ᾿ αὐτά πού ἔχει, ὅταν κάνη καλά ἔργα, κατά τήν δύναμί του. Διότι μᾶς λέγει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Αὐτοί οἱ ὁποῖοι θέλουν νά πλουτίσουν, πέφτουν σέ πειρασμούς, σέ παγίδες καί σέ πολλές ἀκατάλληλες ἐπιθυμίες, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους στήν καταστροφή καί στήν ἀπώλεια.

  Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Ἀναβάσεις
9  Ὀκτωβρίου 2013

Για να διαβάσετε τα υπόλοιπα πατήστε  Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για να σχολιάσετε (με ευπρέπεια) πρέπει να συνδεθείτε με τον λογαριασμό google ή wordpress που διαθέτετε. Αν δεν διαθέτετε πρέπει να δημιουργήσετε έναν λογαριασμό στο @gmail ή στο @wordpress. Μπορείτε βεβαίως πάντα να στέλνετε e-mail στο anavaseis@gmail.com
Ευχαριστούμε.